H άνοδος της Workhorse Wife ή πώς γίναμε ο κουβαλητής του σπιτιού

H άνοδος της Workhorse Wife ή πώς γίναμε ο κουβαλητής του σπιτιού

Και πώς κάποιοι άνδρες άρχισαν να βλέπουν τις συντρόφους τους σαν κουπόνια για δωρεάν γεύματα.
23 Αυγούστου 2012 Γαλάτεια Λασκαράκη
Οταν ο προοδευτικός πατέρας μου μου εμφύτευε, σαν αδιαπραγμάτευτο inception, μέσα στον εγκέφαλό μου την ιδέα πως όταν μεγαλώσω θα κάνω σπουδές και μετά κι άλλες σπουδές και αργότερα μια οπωσδήποτε λαμπρή καριέρα σε κάτι, η συζήτηση δεν περιλάμβανε ποτέ τα χρήματα. Ναι, θα ήμουν οικονομικά ανεξάρτητη, αυτό όμως ακουγόταν στα εφηβικά μου αυτιά σαν ένα γλυκά εγωιστικό αγαθό. Ας πούμε θα είχα λεφτά για να πηγαίνω συνέχεια ταξίδια και μάλλον θα έμενα σε ένα ωραίο διαμέρισμα, σε μια γειτονιά διανοούμενων μιας μεγάλης πόλης. Κανείς δεν με προειδοποίησε τότε, κάπου 20 χρόνια πριν, ότι η υποτιθέμενη καριέρα των ονείρων μου δεν θα είναι ένα χόμπι που παρεμπιπτόντως θα μου εξασφαλίζει και μια ενδιαφέρουσα ζωή αλλά ο εξουθενωτικός μονόδρομος για τον καθημερινό βιοπορισμό δύο ή και περισσότερων ανθρώπων.

Και παρ' ότι πάντα με έλκυαν τα Alpha males και όχι οι άφραγκοι καλλιτέχνες -σημάδι ότι στο πίσω μέρος του μυαλού μου αυτό με την οικονομική ανεξαρτησία δεν το προωθούσα όσο θα έπρεπε- τα πράγματα δεν έγιναν καθόλου όπως τα φανταζόμουν.

Ένας λόγος είναι ότι η κατάσταση στη χώρα άλλαξε, το ίδιο και το εισόδημα του Alpha male συζύγου μου από την εποχή που γίναμε ζευγάρι. Ένας δεύτερος λόγος είναι πως, θέλω δεν θέλω, είμαι ό,τι και οι περισσότερες γυναίκες που ξέρω: bread winner. Και αυτό, σας λέω με βεβαιότητα, δεν ήταν το όνειρο καμίας γυναίκας.

THE WORKHORSE WIFE
Και όταν λέω bread winner δεν εννοώ φυσικά το είδος του Don Draper, με τα μαρτίνι, τις δέκα εξωσυζυγικές σχέσεις το χρόνο και το ελεύθερο να μη γυρίσει σπίτι το βράδυ αν έχει να κάνει κάτι καλύτερο στην πόλη. Εννοώ το είδος του κορόιδου.

Γιατί, διορθώστε με αν κάνω λάθος, ο Don δεν σήκωνε ούτε ένα ποτήρι να το πάει στο νεροχύτη. Αντιθέτως, όλες όσες βγαίνουμε εκεί έξω κάθε μέρα για να φέρουμε πίσω είτε τη δόση του στεγαστικού είτε τα δίδακτρα του παιδικού σταθμού είτε τα «μαύρα» της ημιπαράνομης μετανάστριας νταντάς δεν απαλλαχθήκαμε ούτε στο ελάχιστο από τα παραδοσιακά καθήκοντα της Betty, που περιλαμβάνουν από την εξ ολοκλήρου έγνοια του τι θα φάμε πάλι αύριο έως το κλείσιμο του ραντεβού με τον παιδίατρο (πρόσθεσε εδώ κτηνίατρο και άλλες ειδικότητες). Επίσης κάτι πρέπει να έχει πάει στραβά με την εφαρμογή αυτού του μεταφεμινιστικού σκηνικού, αφού η οικονομική ανεξαρτησία της γυναίκας, το ιδεώδες με το οποίο μας μεγάλωσαν, ξαφνικά μοιάζει περισσότερο με κάτεργο παρά με ελευθερία.
Αν σηκώσω τα μάτια μου από το κομπιούτερ αυτήν τη στιγμή, γύρω μου στο γραφείο κάθονται παντρεμένες κοπέλες που οι άνδρες τους κερδίζουν είτε περίπου τα ίδια είτε λιγότερα απ' ό,τι εκείνες είτε τίποτε απολύτως επειδή έχασαν τις δουλειές τους τον τελευταίο χρόνο. Τα χρήματα που φέρνει σήμερα η εργαζόμενη σύζυγος δεν είναι για να αγοράσει καινούργιο λαμπατέρ ή χαλί, όπως γινόταν σε αρκετές οικογένειες της μεσαίας τάξης κάποτε, αλλά για να πληρώσει το πετρέλαιο θέρμανσης. Δεν μιλάμε καν για έξτρα χρήματα, μιλάμε για τα μόνα χρήματα. Παρ' όλη την κρίση, δεν έχω ακόμα πειστεί ότι αυτό συμβαίνει μόνο λόγω οικονομικών συγκυριών.

Η Pamela Haag, συγγραφέας του Marriage Confidential, μιλάει για ένα στρατό από τέτοιες γυναίκες σε όλο τον κόσμο, ξεκινώντας με το παράδειγμα της Alice. Να η ιστορία της: η Alice σηκώνεται στις 6 κάθε πρωί, δένει τα κορδόνια της στο σκοτάδι, πηγαίνει για τζόκινγκ, κάνει ντους, αλλάζει και παίρνει τη συγκοινωνία για το γραφείο της στις 8 όπου τρέχει να προλάβει τα deadlines της απαιτητικής δουλειάς της στις δημόσιες σχέσεις για τις επόμενες δέκα ώρες. Τα Σάββατα κάνει freelancing δουλειές για να συμπληρώσει το εισόδημά της. Όλη αυτή την ώρα ο σύζυγός της Νick, πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης, είναι στον καναπέ και βλέπει trailer ταινιών στο laptop εν είδει έρευνας για ένα δικό του πρότζεκτ. Όταν η Alice επιστρέψει και καταρρεύσει δίπλα του, εκείνος έχει μόνο μία ερώτηση για εκείνη: «Τι θα φάμε;»

Η Haag περιγράφει αυτό το νέο είδος συντρόφου ως Workhorse Wife: «Η εξουθενωμένη γυναίκα που υποστηρίζει το σύζυγό της ο οποίος κυνηγάει το όνειρό του. Εκείνος είναι το έτερον ήμισυ που αντιμετωπίζεται ως το δημιουργικό ταλέντο του γάμου. Αυτό που πορεύεται στη ζωή κυνηγώντας διόλου προσοδοφόρες εργασίες. Ξέρω πολλές σαν την Άλις με άνδρες όχι απαραίτητα τρελούς καλλιτέχνες αλλά άνεργους ή κακοπληρωμένους λόγω του ότι ένα σωρό διαφημιστικές και μίντια βάζουν λουκέτο ή απολύουν το μισό κόσμο. Και οι οποίοι, επειδή ενδεχομένως πίστευαν ότι θα έκαναν αυτήν τη δουλειά για πάντα, βρέθηκαν χωρίς plan b αλλά και χωρίς την ετοιμότητα να ρισκάρουν να βρουν νέους τρόπους για να συντηρήσουν το σπίτι τους. Οπότε το γεγονός ότι θα τα βγάλουν πέρα με το μισθό της γυναίκας τους δημιουργεί ένα προδεδικασμένο με το οποίο αρκετοί άνδρες νιώθουν οk.

Η WW έχει γίνει ο σύζυγος του '50, μόνο που συνεχίζει να κάνει δουλειές του σπιτιού και να φροντίζει τα παιδιά. Στην έρευνα που έκανε για το βιβλίο της η Haag, η διαπίστωση «δεν υπάρχει πραγματική ισότητα όταν μιλάμε για νοικοκυριό και αγγαρείες, η σύζυγος καταλήγει να κάνει πάντα τα περισσότερα» συγκέντρωσε τα πιο πολλά «συμφωνώ απόλυτα» στα multiple choices όλου του ερωτηματολογίου.

Σε απλά ελληνικά: κι εγώ θα προτιμούσα να ξεκινάω τη μέρα μου διαβάζοντας ενδιαφέροντα πρωινά άρθρα στο ίντερνετ ή να γράφω στο μπλογκ που ποτέ δεν βρήκα χρόνο να φτιάξω, από το να βάζω πλυντήριο διότι σε λίγο θα αρχίσουμε να φοράμε τις κουρτίνες ή να κυνηγάω να ντύσω την 3χρονη κόρη μου για το σχολείο. Κι όμως, για κάποιον λόγο που μοιάζει τόσο φυσικός και μυστηριώδης όσο και η δημιουργία του κόσμου, αυτό το αδιατάραχτο, δημιουργικό καθημερινό μισάωρο, όπως και άλλες, άπειρες ώρες ομαδικών βραδινών brainstroming του μακριά από το σπίτι για project που ίσως ποτέ δεν θα βρουν τον δρόμο προς τον τραπεζικό λογαριασμό μας, ανήκει αποκλειστικά στον σύζυγό μου.

ΆΝΔΡΕΣ ΜΕ ΜΕΛΛΟΝ
Φυσικά δεν είναι καθόλου καινούργια έννοια να εργάζεσαι σκληρά για να προωθείς τα όνειρα του άνδρα σου. Δύο πρόεδροι των ΗΠΑ που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό οφείλουν την εκλογή τους σε έξυπνες και μορφωμένες γυναίκες που με συνέπεια και αυταπάρνηση (για τις δικές τους καριέρες) έχτισαν το πετυχημένο image των συντρόφων τους ψήφο-ψήφο μέχρι την κορυφή. Απλώς, δεκαετίες νωρίτερα αυτή η υποστήριξη εκφραζόταν με άλλα tasks. Ένα άρθρο των New York Times από το 1963 έλεγε χαριτολογώντας ότι η σύζυγος που έχει βάλει στόχο την ανέλιξη του νεαρού, πτυχιούχου συζύγου της κάνει το PhT της (παράφραση του PhD και συντομογραφία για το Putting Hubby Through). Φυσικά εκείνη την εποχή το να στηρίζεις το επαγγελματικό μέλλον του άνδρα σου αφορούσε κυρίως μια έντονη κοινωνική ζωή με σουφλέ, κοκτέιλ και ηλεκτρική σκούπα τις μικρές πρωινές ώρες αφού οι καλεσμένοι είχαν φύγει. Σήμερα περιλαμβάνει το να κάνεις διορθώσεις στο βιογραφικό του site του ή να πληρώνεις την ιδιωτική ασφάλεια ζωής του και να κάνεις και την ηλεκτρική σκούπα παρ' όλα αυτά.

«Σήμερα η γυναίκα κατάφερε να έχει μόνο το κέλυφος του φεμινιστικού ονείρου (καριέρα και καλό μισθό), ο άνδρας όμως έχει την ψυχή: μια δημιουργική δουλειά και συναισθηματική στήριξη στο γάμο του», γράφει η Haag. Η οποία θεωρεί ότι για όλα αυτά ευθύνεται το ότι επιλέγουμε «ομώνυμους» συντρόφους. Η άνοδος της WW οφείλεται σε αυτήν τη συμβατότητα: στο ότι οι άνθρωποι πλέον ελκύονται από παρόμοιους σε ποιοτικά χαρακτηριστικά ανθρώπους. Για πρώτη φορά στην ιστορία οι άνδρες και οι γυναίκες παντρεύονται σχεδόν πανομοιότυπους με τους εαυτούς τους συντρόφους σε επίπεδο μόρφωσης, εξουσίας και καριέρας. «Η ιδέα του να καλοπαντρευτείς φθίνει ολοένα εδώ και 60 χρόνια». Τώρα είτε ο ένας είτε ο άλλος μπορεί να είναι ο κουβαλητής του σπιτιού. Και αν κάποτε ο φεμινισμός απάλλαξε τις γυναίκες από το να βλέπουν τους άνδρες σαν το εισιτήριό τους για την επιβίωση, ταυτόχρονα επέτρεψε σταδιακά και στους άνδρες να αρχίσουν να βλέπουν τις γυναίκες σαν κουπόνια για δωρεάν φαγητό. Και μερικοί το έκαναν.

Όπως το θέτει και μια Αυστραλή συνάδελφος, «καθώς οι γυναίκες ωθούνται πλέον να είναι λιγότερο επιλεκτικές, αποχαιρετώντας σιγά-σιγά την ιδέα του "θέλω να τα έχω όλα" και συμβιβαζόμενες με το "Mr Good Enough", την ίδια ώρα οι άνδρες γίνονται όλο και πιο επιλεκτικοί. Παρατείνουν την εργένικη ζωή όσο δεν πάει και στην τελική η ειρωνεία είναι πως ο σύζυγος της WW όντως τα έχει όλα: οικογένεια, γάμο, ελεύθερο χρόνο και δουλειά που τον γεμίζει».

Η αρσενική ταυτότητα του συζύγου δεν πηγάζει πια τόσο από την απόδειξη της μισθοδοσίας του όσο από την ιδιότητά του ως το δημιουργικό μυαλό στο ζευγάρι. Εξάλλου κανείς δεν υπονόησε ότι έχουν γίνει λίγο πιο τεμπέληδες. Ή μήπως το υπονόησε; Καμιά φορά, ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η ερώτηση «μα καλά, γιατί αυτός ο άνδρας δεν είναι εκεί έξω να πιάσει την πέτρα και να τη στύψει» αποσιωπάται, πρώτον, επειδή κάθε γάμος έχει τις δικές του λεπτές ισορροπίες και, δεύτερον, επειδή είμαστε πλέον προοδευτικοί άνθρωποι που πιστεύουν στην ισότητα, σωστά; Χμ. Αν κρίνω από τη διάχυτη γυναικεία γκρίνια θα έλεγα πως μάλλον όχι. «Αυτοί οι σύζυγοι έχουν χειραφετηθεί από το κίνημα της γυναικείας χειραφέτησης πιο πολύ απ' ό,τι οι ίδιες οι γυναίκες τους», καταλήγει η Haag.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ STEPFORD
«Μπορείς όμως να είσαι φεμινίστρια όταν εξακολουθείς να θέλεις να πληρώνει το λογαριασμό ο άλλος;» διερωτάται η αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός Starly Kean. Αφηγείται ότι ενώ για χρόνια έκανε σχέσεις μόνο με «creative» τύπους, συγγραφείς ή κινηματογραφιστές που ζούσαν από τα κατάλοιπα κάποιας πανεπιστημιακής υποτροφίας, ξαφνικά άρχισε να την ελκύει ένας πετυχημένος σεναριογράφος του Χόλιγουντ που δεν έκανε νοητή πρόσθεση για να δει τι θα πάρει από τον κατάλογο. «Παραγγείλαμε και ορεκτικά και σαλάτες και κυρίως πιάτα και αντί για ένα ποτήρι κρασί πήρε ένα ολόκληρο μπουκάλι και αργότερα άλλο ένα. Έμοιαζε με τη σκηνή στο Victor Victoria όπου η Julie Andrews λέει στον Robert Preston να παραγγείλει ό,τι θέλει γιατί έχει κρύψει μια κατσαρίδα στο πορτοφολάκι της την οποία σκοπεύει να ρίξει στη σούπα για να μην πληρώσει το λογαριασμό. Μόνο που ο δικός μου συνοδός αντί για κατσαρίδα είχε αληθινά μετρητά μέσα στο πορτοφόλι του και ένα σωρό πιστωτικές κάρτες για τις οποίες δεν λάμβανε απειλητικά τηλεφωνήματα από εισπράκτορες, είμαι σίγουρη». Αργότερα περιγράφει πως δεν θυμάται και τόσο τι ακριβώς έλεγαν ούτε δηλώνει ενθουσιασμένη από τη γνωριμία του, όμως ένιωθε στ' αλήθεια διαφορετικά: «Όλα έμοιαζαν πιο ελαφριά, εύκολα και ευχάριστα χωρίς το θέμα των χρημάτων να πλανάται στον αέρα».

Στη Νέα Υόρκη, όπου όλα είναι «split» και είναι πλέον πολύ συνηθισμένο ο άλλος να βάλει τα μισά χρήματα που του αναλογούν σε ένα ραντεβού, το παράδειγμα και οι σκέψεις της Starly έχουν σημασία. Αν μια πραγματικά οικονομικά ανεξάρτητη κοπέλα, σε μια πραγματικά προοδευτική σε τέτοια θέματα πόλη πιάνει τον εαυτό της να γοητεύεται τόσο από τον τύπο που πλήρωσε χωρίς δεύτερη σκέψη το φαγητό της ώστε να ξαναβγεί μαζί του μερικές φορές τότε, Huston, έχουμε πρόβλημα.

Μήπως όσοι αιώνες χειραφέτησης κι αν περάσουν θα είμαστε πάντα Νόρες στο Κουκλόσπιτο, παραπονεμένα κοριτσάκια που βαθιά μέσα τους εύχονται κάποιος δυνατότερος από αυτά να αναλάβει τα έξοδα αλλά και την ευθύνη της ύπαρξής τους; «Μου είναι δύσκολο να το παραδεχτώ, γιατί είμαι φεμινίστρια και βάζω ψηλά την καριέρα μου. Όμως υπάρχει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου που θέλει να το φροντίσουν, να του φερθούν σαν να είναι πριγκίπισσα -ή τουλάχιστον να του πληρώσουν το λογαριασμό», λέει η Κean που, τελικά, δεν συνέχισε να βλέπει τον πετυχημένο σεναριογράφο. Όταν όμως λίγο καιρό αργότερα ένα άλλο, όχι και τόσο πετυχημένο αγόρι σε κάποιο εστιατόριο στο Μπρούκλιν, όπου τίποτα δεν κόστιζε πάνω από 12 δολάρια, έβαλε την πιστωτική του πάνω στο λογαριασμό και μετά τον έσπρωξε άνετα προς το μέρος της ώστε να βάλει κι εκείνη τη δική της (ναι, έτσι πληρώνουν όλοι στη Νέα Υόρκη), άκουσε τον εαυτό της να του λέει: «Αυτό είναι λίγο ξενερωτικό». Ο τύπος έγινε έξαλλος, της απάντησε ότι τώρα ξενέρωσε αυτός, πλήρωσε με νεύρα ολόκληρο το λογαριασμό και δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. «Κι όμως», τονίζει η Kean, «το να ξεστομίσω αυτό που με έτρωγε έμοιαζε εκείνη τη στιγμή πιο θεμελιώδες στοιχείο της ύπαρξής μου ως μοντέρνα γυναίκα από το να δεχτώ απλά να μοιραστώ το λογαριασμό χωρίς κουβέντα».

Όταν η προίκα είχε καταργηθεί στην Ελλάδα με νόμο, ο μπαμπάς μιας φίλης είχε κόψει το δημοσίευμα από την εφημερίδα και το είχε κολλήσει με μαγνητάκι πάνω στην πόρτα του ψυγείου, όπου φρόντιζε να το βλέπει κάθε υποψήφιος boyfriend. Η νέα προίκα έγινε το μηνιαίο διαπίστευμα για τις σπουδές μας (οι δικές μου νομίζω κόστισαν όσο ένα μικρό διαμέρισμα, οπότε ορίστε). Απλώς οι μπαμπάδες που χαίρονταν μεταξύ αστείου και σοβαρού επειδή μεγάλωναν έξυπνα, χειραφετημένα κορίτσια που μεθαύριο θα ήταν σε θέση να σταθούν στα πόδια τους δεν είχαν φανταστεί ότι οι γιοι τους μπορεί να μεγάλωναν με λιγότερα άγχη αντίστοιχα.