To ελληνικό The Help

To ελληνικό The Help

Ποιά είναι η γυναίκα που προσέχει το παιδί μας όσο δουλεύουμε και ένας νέος ρόλος που δεν ξέρουμε ακόμα να διαχειριστούμε.
28 Φεβρουαρίου 2012 Γαλάτεια Λασκαράκη
Το μωρό ήταν 5 μηνών όταν άρχισα να βλέπω «γυναίκες» και ήμουν ήδη εκτός προθεσμίας. Αν δεν έβρισκα σίγουρο babysitting μέχρι την επόμενη εβδομάδα, που επέστρεφα στο γραφείο, την είχα πατήσει. Ξεκίνησα τα interviews στο απόλυτο σκοτάδι με ένα μπλοκάκι όπου είχα σημειώσει οδηγίες από τις έμπειρες φίλες μου, λίστες με ερωτήσεις προς υποψήφιες νταντάδες, πιστοποιητικά υγείας και συστατικές επιστολές που έβαζα στοίχημα ότι αν υπήρχε οικονομική μετανάστρια σε όλη την Αθήνα που ήταν σε θέση να τα προσκομίσει δεν θα έπιανε δουλειά σ' εμένα αλλά στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού. Τελικά αποδείχτηκε πολύ πιο εύκολο απ' ό,τι φαντάστηκα. Η πρώτη κοπέλα δεν άρθρωνε λέξη από καμία γλώσσα που να καταλαβαίνω, η δεύτερη ήταν 25 ετών και ήθελε να βγαίνει περισσότερα βράδια από μένα, η τρίτη χαμογελούσε πλατιά, χάιδεψε τα σκυλιά μας φεύγοντας και είπε ότι είχε μια 6χρονη κόρη παρκαρισμένη στη μάνα της στην Κένυα. Την έβλεπε μόνο για λίγες μέρες κάθε καλοκαίρι. Είμαι τεράστιο κορόιδο με αυτά. Βούρκωσα. Η Λούσι προσελήφθη πάραυτα.

Δεν έχω να πω εδώ ιστορίες για κρυμμένες κάμερες, νταντάδες που πίνουν βότκες βλέποντας βραζιλιάνικες σαπουνόπερες και μωρά που μένουν να πλαντάζουν στο κλάμα κατουρημένα (για να μην πω την άλλη λέξη), αν και είχα φίλους που τα έζησαν. Χαίρομαι πολύ που δεν χρειάστηκε ποτέ να εφαρμόσω το CSI στο σαλόνι μου γιατί πραγματικά δεν θα ήξερα πώς να το χειριστώ -μιλάμε ότι κάνω πρόβα στον καθρέφτη ακόμα και για να της ζητήσω να κάνουμε τράμπα ένα ρεπό της. Πες με τυχερή αλλά το παιδί μου είναι χαρούμενο με την νταντά του, το ίδιο και τα άλλα δίχρονα στην παιδική χαρά που τρέχουν πίσω της. Και όσο να πεις νιώθω κάπως περήφανη όταν οι γείτονες γονείς που αλλάζουν τις Ανατολικοευρωπαίες κάθε τρίμηνο έρχονται και με ρωτάνε «μα είναι πολύ καλή, πού τη βρήκατε;» παρ' ότι είναι οι ίδιοι γονείς που σε ανύποπτο χρόνο θα υπονοήσουν ότι χαλάς την πιάτσα που της δίνεις τόση άδεια ή δεν την παίρνεις μαζί στη λαϊκή να σου κρατάει τις σακούλες (ναι, αλήθεια). Καθώς λοιπόν δεν είχα υπάρξει ποτέ πριν εργοδότρια όχι ανθρώπου αλλά ούτε εκπαιδευμένου γρύλλου, αυτό ήταν -και ακόμα είναι- για μένα το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς. Να είμαι αφεντικό. Το αφεντικό μιας κοπέλας που ζει στο ίδιο σπίτι μ' εμένα.

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ
Δεν είμαι πλούσια ούτε φτωχή, είμαι η μεσαία τάξη που δουλεύει για να πληρώνει λογαριασμούς για τις ανάγκες που έχει δημιουργήσει στον εαυτό της. Και που εξαιτίας διαφόρων σημαντικών αλλαγών στον κοινωνικό ιστό και τη μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα τις τελευταίες δύο δεκαετίες βρέθηκε να διαθέτει και γυναίκα για το παιδί. Σε απλά ελληνικά είμαι η γενιά στην οποία όλο και περισσότερο σπανίζουν οι διαθέσιμες/πρόθυμες μητέρες και πεθερές για δωρεάν φύλαξη παιδιών, παρ' ότι οι ίδιες επωφελήθηκαν από αυτήν τη φιλότιμη ελληνική παράδοση/αυτοθυσία. Είμαι επίσης η γενιά με το ελεύθερο ωράριο ενός ιδιωτικού τομέα που κανένας παιδικός σταθμός που ξέρω δεν δύναται να καλύψει. Προσωπικά δεν ανήκω στην οικονομική τάξη που μεγάλωσε με Φιλιππινέζα αλλά να που τώρα μια ολόκληρη τάξη από οικονομικές μετανάστριες από νέες χώρες και ηπείρους κατακλύζει την Κυψέλη και μου προσφέρει τις υπηρεσίες της έναντι 700, 800 ή 900 (μαύρων) ευρώ. Αν βγάζω τόσα ώστε να μπορώ να την πληρώνω και να ζω με τα υπόλοιπα, έχω την επιλογή να συνεχίσω να εργάζομαι.

Αυτά είναι εν συντομία τα νέα δεδομένα. Κάποιες από εμάς επέλεξαν το σενάριο της νταντάς live in («εσωτερική» όπως λέμε στην πιάτσα των μαμάδων ή «εσώκλειστη» όπως είπε κατά λάθος ένας εργένης φίλος μας), άλλες αποφάσισαν τη λύση του οκτάωρου και θυσίασαν τα σινεμά και τις εξόδους. Και οι δυο κατηγορίες πάντως είμαστε αντιμέτωπες με μια ολωσδιόλου νέα ή τέλος πάντων ξεχασμένη από τη μεσαία τάξη ιδιότητα: αυτήν της «κυρίας». Της «κυρίας» με την έννοια που ξέρουμε από τις ελληνικές ταινίες, κάποιας με απόλυτη αυτοκυριαρχία που ξέρει να δίνει εντολές με χάρη ακόμα και αν πρόκειται να παραγγείλει σαλαμάκι από τον μπακάλη. Εδώ, στο πιο χαοτικό σπίτι σε όλο το Μαρούσι, όπου τακτοποιημένα είναι απλώς τη μέρα που το χαλί μπορεί και διακρίνεται κάτω από ένα στρώμα από σκυλίσιες τρίχες, η μόνη στιγμή που αισθάνομαι κάπως έτσι είναι όταν φοράω τακούνια και αφήνω το παιδί στη Λούσι μας για να πάω στο θέατρο, γιατί τις υπόλοιπες στιγμές της καθημερινότητάς μου, όπως ας πούμε τώρα που κάθομαι και γράφω αυτό το κομμάτι, το αριστερό μπατζάκι της φόρμας μου έχει έναν προχθεσινό λεκέ από σοκολάτα, αν με πιάνεις.

ΗΑPPY DAYS
Στο πατρικό της μαμάς μου στην Καβάλα υπάρχει ακόμα το «καμαράκι», πάντα έτσι το λέγαμε, ένα ηλιόλουστο δωμάτιο με πρόσβαση στο πλυσταριό, όπου έμενε κάποτε -πολύ πριν γεννηθώ εγώ- η Κίτσα, μια κοπέλα που είχε κατέβει στην πόλη από ένα γειτονικό χωριό όπως και τόσες άλλες γιατί οι οικογένειές τους δεν μπορούσαν να τις θρέψουν. Και το να πιάσουν δουλειά ως υπηρεσία σε κάποιο σπίτι και να έχουν στέγη, φαγητό και χαρτζιλίκι για τις εξόδους τους (μισθό δεν ξέρω αν έπαιρναν πάντα) ήταν μια κάποια λύση. Η Κίτσα βοηθούσε τη γιαγιά μου την Αλίκη στις σκληρές δουλειές του σπιτιού, στα πλυσίματα, στα σφουγγαρίσματα και στα ψώνια, σε μια εποχή χωρίς ηλεκτρική σκούπα και πλυντήρια πιάτων. Όταν βρέθηκε γαμπρός, αυτός ήρθε και τη ζήτησε όχι από τον πατέρα της αλλά από τον παππού μου. Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις κοριτσιών που ο «κύριός» τους τις βοηθούσε οικονομικά στο γάμο τους ή τις προίκιζε κιόλας (όπως βέβαια υπήρχαν και τόσες άλλες που έπεφταν θύματα κακοποίησης και ζούσαν σε τρισάθλια δωμάτια υπηρεσίας μεγέθους αποθήκης στο κέντρο της Αθήνας, αλλά νομίζω στην επαρχία ήταν πιο ανθρώπινα τα πράγματα όπως πάντα). Η Κίτσα βέβαια, όπως και όλες οι Κίτσες, δεν ασχολιόταν καθόλου με τα παιδιά, αυτό ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα της μητέρας, της «κυρίας», η οποία φυσικά δεν δούλευε. Το να έχει σύζυγο πολιτικό μηχανικό το '50 εξασφάλιζε στη γιαγιά μου αυτή την αυτονόητη τότε άνεση. Την Αλίκη δεν τη γνώρισα, την ξέρω μόνο από φωτογραφίες και από αφηγήσεις των συγγενών που τη λάτρευαν, αλλά παραμένει στο μυαλό μου ως αυτό που θα περιέγραφα ως υπόδειγμα κυρίας (και ηρωίδας που μεγάλωνε ένα άρρωστο παιδί αλλά αυτό ανήκει σε άλλο κεφάλαιο).

Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν και οι άπορες ψυχοκόρες από τα νησιά και τα χωριά αντικαταστάθηκαν σήμερα από τις γυναίκες της Αφρικής ή της Βουλγαρίας που στέλνουν το μισθό στα παιδιά ή στις μάνες τους. Αλλά μεσολάβησε ένα μεγάλο κενό. Ένα χάσμα γενεών ανάμεσα στη γιαγιά μου και σ' εμένα με άφησε χωρίς το know how του να είμαι «κυρία», του να έχω το σεβασμό, τη χάρη και το τέλειο σπίτι μαζί, κληροδοτώντας μου ταυτόχρονα μια πάγια γυναικεία κατάσταση: τη δουλειά (αλήθεια, γιατί κανείς στα χρόνια της κρίσης δεν τολμάει να την πει πια καριέρα;).

Έχω ξαναγκρινιάξει αρκετές φορές από αυτές τις σελίδες για το πόσο ακριβά πλήρωσε (και παρερμήνευσε αν θες) η δική μου generation X τα καλά του φεμινιστικού κινήματος (δουλεύει σαν το σκυλί, κατέληξε με χρεωμένες πιστωτικές για να μην εξαρτάται από κανένα, έχει παιδιά που τη βλέπουν τρεις ώρες τη μέρα). Δεν θα το κάνω πάλι αλλά είναι που σε αυτή την ενοχική Ελλάδα του 2012 βρίσκομαι συχνά σε θέση να απολογούμαι που έχω βοήθεια στο σπίτι. «Δεν είχαμε άλλη λύση», «αλλιώς θα έπρεπε να σταματήσω τη δουλειά» (σε φίλους που βγάζουν λιγότερα από εμάς), «όχι, δεν είναι περίεργο να ζεις με έναν ξένο άνθρωπο στο απέναντι δωμάτιο, εντάξει δεν κυκλοφορούμε και με το βρακί» (σε τρομοκρατημένους ανύπαντρους που είναι περίεργοι για την ερωτική σου ζωή), «και βέβαια εγώ ξυπνάω το βράδυ για το μωρό, η Λούσι κουράζεται που το έχει όλη μέρα» (σε άλλες μητέρες που στην προηγούμενη ζωή τους μάλλον ήταν βασανίστριες των Ες Ες). Κάτι που για τη γιαγιά μου ήταν τόσο φυσιολογικό, για μένα είναι ένα κάποιο πρότζεκτ.

ΑΛΛΑΓΗ ΒΑΡΔΙΑΣ
Υπάρχουν σπίτια όπου η κοπέλα φτιάχνει και καφέ στους καλεσμένους σου. Υπάρχουν κι άλλα όπου ξυπνάει από τις έξι να κάνει λαμπίκο την κουζίνα και κοιμάται σε ράντζο δίπλα στο μωρό για να το αναλάβει όταν κλάψει τη νύχτα. Στο δικό μας τα πράγματα είναι, ας πούμε, πιο casual. Ο άνδρας μου ξεχνάει να φορέσει το T-shirt του. Τα Σάββατα τρώμε όλοι μαζί ψάρια κάποια περασμένη μεσημεριανή ώρα. Μου αρέσει να τη σερβίρω τότε -είναι η δική μου μικρή εβδομαδιαία εξυπηρέτηση για όλες τις υπόλοιπες μέρες της που περιλαμβάνουν πλύσιμο πιάτων, μαγείρεμα, πλυντήριο, άπλωμα, σίδερο, ηλεκτρική και συμμάζεμα των παιχνιδιών της μικρής από κάθε πιθανή γωνία του καναπέ. Δεν με αποκαλεί «ma'am», δεν με φωνάζει καν με το όνομά μου, έχουμε βρει μια χρυσή τομή αποστασιοποιημένης οικειότητας που νομίζω ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία και των δύο. Στο κομοδίνο της έχει τη Βίβλο και τονίζει αποσπάσματα με φωσφορούχους μαρκαδόρους. Τις Κυριακές τραγουδάει στην καθολική εκκλησία κάπου στα Πατήσια. Θέλω να πάω να την ακούσω μια μέρα, όλο το λέω και δεν το κάνω.

Είναι παράξενο αλλά παρ' ότι η Λούσι είναι 7-8 χρόνια μικρότερή μου καμιά φορά τη νιώθω λίγο σαν μεγάλη μου αδελφή. Πιάνω τον εαυτό μου να της λέει μικρά ψέματα και δικαιολογίες σαν εκείνες που λες σε κάποιον που θέλεις να σε θεωρεί τέλειο. Όταν θέλω να βγω το βράδυ για χορό, λέω ότι έχω μια υποχρέωση. Όταν ψωνίζω κανένα καινούργιο Zara το κρύβω στην τσάντα μου από τύψεις. Σίγουρα δεν κάνω για Μπέτι Ντρέιπερ. Καθώς εμείς, σε αντίθεση με τις γιαγιάδες μας, δεν είμαστε πια νοικοκυρές ή stay at home moms, όπως είναι ο αμερικανικός όρος για τη μη εργαζόμενη μητέρα αφού έφτασε να αποτελεί φαινόμενο που χρειάζεται όνομα, έχουμε εντελώς διαφορετική σχέση με τον άνθρωπο που μας βοηθάει στο σπίτι. Κάποτε ήθελες έξτρα χέρια να πλύνουν τα χαλιά ή να τρίψουν τον τοματοπελτέ όλης της χρονιάς, τώρα θέλεις να είναι εκεί στην ώρα τους για να φύγεις για το γραφείο ή να σου ανοίξουν την πόρτα όταν γυρίζεις σαν χαμάλης από το σούπερ μάρκετ (ή να ξέρουν ότι τις Δευτέρες θα αργήσεις γιατί έχεις μάθημα τάνγκο). Σίγουρα όμως, ανεξάρτητα από το αν κάποιες από εμάς είμαστε κορόιδα ή ελαφρώς στριμμένες, έχουμε αυτό το κοινό στοιχείο, την υπηρεσία που μας υπηρετεί για να υπηρετούμε κι εμείς κάπου αλλού. Είναι μια περίεργη ανταλλαγή που εμείς επιλέξαμε. Ίσως υποχρεωτικά, για όλους τους λόγους που είπα πιο πάνω. Όταν πρόσφατα προσπαθούσα να εξηγήσω σε Ολλανδέζα συνάδελφο γιατί εγώ και κάμποσες άλλες χιλιάδες εργαζόμενες σαν εμένα έχουμε καταφύγει σε αυτήν τη λύση, μη έχοντας κάποια άλλη επίσημη βοήθεια, απλά δεν μπορούσε να το καταλάβει.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΛΑΣΚΑΡΑΚΗ