Κάποια κορίτσια το έχουν

Κάποια κορίτσια το έχουν

Οι άνδρες τις ερωτεύονται και µετά τις κάνουν πίνακες, τραγούδια και βιβλία. Μια γυναίκα προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό τέλος πάντων που χρειάζεται για να γίνεις µούσα.
13 Δεκεμβρίου 2011 Γαλάτεια Λασκαράκη

Οταν τον ρώτησαν «Τι επιθυμείτε;» σε ένα λεύκωμα από εκείνα που μοίραζαν μεταξύ τους οι κοπέλες κάποτε, ο ερωτευμένος Νίκος Καζαντζάκης απάντησε: «Την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Αυτά έγιναν περίπου το μακρινό 1910 στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου η μαθήτρια Γαλάτεια Αλεξίου κυκλοφορούσε με ανδρικά ρούχα σαν σεξπιρική ηρωίδα και σαγήνευε αυτόν το μάλλον μισογύνη συγγραφέα, δυσλειτουργικό ερωτικά άνδρα και μέλλοντα σύζυγό της. Είχε όλες τις προδιαγραφές να γίνει η μούσα του, ήταν όμορφη, έξυπνη και τολμηρή, «ένα από τα ωραιότερα και σπαραχτικότερα θεάματα που είδα στη ζωή μου», έλεγε εκείνος.
Η φράση με την καλύβα, όπως καταλαβαίνετε, με κυνηγάει από παλιά. Φιλόλογοι Λυκείου και καθηγητές πανεπιστημίου την απήγγελλαν με ενθουσιασμό όταν άκουγαν το μικρό μου όνομα, λίγο ως μίνι τεστ γνώσεων, περισσότερο όμως με διάθεση να μην ξεχάσω ποτέ ότι έχω μια νοερή αποστολή να σταθώ στο ύψος εκείνης της έκφρασης, να μεγαλώσω για να γίνω αρκετά ενδιαφέρουσα ώστε να εμπνέω στίχους σε καταραμένους ποιητές. Και έψαχναν πάνω μου εκείνα τα σημάδια που ενδεχομένως θα τους καθησύχαζαν ότι μπορεί και να έχω κάποια ελπίδα ή ότι τουλάχιστον δεν έχω τσιριχτή φωνή (καμία μούσα δεν μπορεί να είχε τσιριχτή φωνή). Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ήμουν άξια να λέγομαι Γαλάτεια.
Σαν να μην έφτανε αυτό, το όνομά μου ήταν ταυτισμένο με άλλο μοιραίο love story, της Γαλάτειας και του Πυγμαλίωνα, θυμίζω γρήγορα την υπόθεση: εκείνη ήταν άγαλμα, εκείνος βασιλιάς της Κύπρου ερωτευμένος με τη γαλακτερή μαρμάρινη κούκλα, η Αφροδίτη τη ζωντάνεψε (κάτι σαν τον Πινόκιο σε ιστορία αγάπης δηλαδή) και έζησαν ευτυχισμένοι για να γίνουν υλικό για άπειρα θεατρικά και κινηματογραφικά ριμέικ ever after (Ωραία μου κυρία, Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα, Pretty Woman). Ήταν φυσικά ένα ωραίο σενάριο. Έξυπνο αγόρι βρίσκει κορίτσι, του μαθαίνει πράγματα, το κάνει δικό του. Να κοιμάσαι με έναν ταλαντούχο άνδρα κι εκείνος να σε απαθανατίζει. Ακούγεται σαν την τέλεια σχέση. Όταν μεγάλωνα, θα γινόμουν μούσα.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΘΕΛΕΙΣ
Συγκεκριμένα είχα στο μυαλό μου κάτι μεταξύ Τζέιν Μπίρκιν και Ζέλντα Φιτζέραλντ (δεν μπορούσα να διαλέξω αν προτιμώ μουσικό ή συγγραφέα -ο ζωγράφος πιο σκοτεινός, το φοβόμουν). Ήθελα να είμαι το κορίτσι που σηκώνεται από το κρεβάτι το μεσημέρι με μεταξένια, ανακατεμένα μαλλιά, κυκλοφορεί ξυπόλυτο σε ένα παρισινό λοφτ με το πουκάμισό του, γράφει ποιήματα σε χαρτοπετσέτες και ζει με αγάπη και στριφτά τσιγάρα.
Διότι εδώ και αρκετούς αιώνες, και πλην κάποιων γκέι περιπτώσεων που αφορούν κυρίως σχεδιαστές ή φωτογράφους μόδας με μοντέλα, η μούσα δεν είναι πια απλώς η αφηρημένη θεϊκή επιφοίτηση που λύνει το writer's block και σου φέρνει αρκετή έμπνευση ώστε να συνθέσεις την Οδύσσεια και την Ιλιάδα μαζί, σε αυτόματη γραφή. Είναι η απόλυτη ερωμένη. Αυτή είναι και η βασική ιδιότητά της. Και αυτό είναι που κάνει αυτήν τη δουλειά τόσο ελκυστική. Ποια δεν θέλει να είναι εκείνη που κάνει έναν άνδρα να συλλάβει επιτόπου μια όπερα κοιτάζοντας, ένα πρωί, το δαχτυλάκι του ποδιού της; Η μούσα είναι ένα μαγικό πλάσμα που προκαλεί πάθη και τέχνη ενώ περπατάει. Βέβαια τα πράγματα κάποτε ήταν πιο πλατωνικά.
Στην αρχαιότητα το επάγγελμα της μούσας ήταν ακόμα κλειστό. Οι wannabe Όμηροι, Ευριπίδηδες και Βιργίλιοι ήταν εκατοντάδες ενώ οι μούσες που μπορούσαν να τους εξυπηρετήσουν ήταν μόνο 9: η Καλλιόπη, η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Ερατώ, η Θάλεια, η Τερψιχόρη, η Μελπομένη, η Ουρανία και η Πολύμνια. Αργότερα οι γραφειοκράτες Ρωμαίοι τους κατένειμαν και αρμοδιότητες, π. χ., η Τερψιχόρη του χορού, η Θάλεια της κωμωδίας κ. λπ. Κάποια στιγμή, όμως, αυτό άλλαξε. Οι μούσες έγιναν περισσότερες, καθώς δεν κατοικούσαν πια στον ουρανό αλλά μπορούσαν να βρεθούν σε δρόμους, πλατείες, καφέ και στάσεις του τραμ.
Μια σημαντική στιγμή στην ιστορία της μουσοσύνης ήταν η Βεατρίκη Πορτινάρι, ένα κορίτσι που ο Δάντης γνώρισε όταν ήταν και οι δυο τους 9 ετών, το ερωτεύτηκε αλλά εκείνο πέθανε λίγο μετά τα 20. Αφού της αφιέρωσε σονέτα και ποιήματα, την έκανε κεντρική φιγούρα στη Θεία Κωμωδία. Μετά θάνατον φυσικά. Από τότε οι μούσες έχουν κυρίως δύο χαρακτηριστικά: είναι είτε απωθημένος έρωτας είτε αντικείμενο πόθου είτε και τα δύο.
Ω, μου άρεσε να ακούω τις ιστορίες. Για την Γκαλά, σύζυγο και μούσα του Νταλί, που τον βασάνιζε με τα διάφορα φλερτ της. Για τον Πικάσο και το πώς πρωτόδε τη Μαρία - Τερέζα σε ένα δρόμο στο Παρίσι όταν ήταν 17 και την περίμενε με το σοφέρ του έξω από το σχολείο της. Για την καλλονή με μυαλό Λι Μίλερ, μοντέλο, δημοσιογράφο, φωτογράφο και μούσα του Μαν Ρέι. Για τον αυτοκαταστροφικό γάμο του Φ. Σ. Φιτζέραλντ με τη φιλήδονη και ανταγωνιστική Ζέλντα, υπό την τρελή επήρεια της οποίας έγραψε τα καλύτερα έργα του, βάσισε ηρωίδες πάνω της και αντέγραψε ολόκληρα αποσπάσματα από τα ημερολόγιά της στο Τρυφερή είναι η νύχτα, κάτι που την έκανε έξαλλη όχι τόσο για τη δημοσιοποίηση όσο για το ότι εκείνος έγινε διάσημος «κλέβοντας» κάτι δικό της, πράγμα που η ίδια προσπαθούσε χρόνια να μετατρέψει σε ταλέντο, όχι με επιτυχία.

SOMETHING ΙΝ ΤΗΕ WAY SHE MOVES
Υπάρχουν τέτοιες γυναίκες σήμερα; Τι συνέβη στις μούσες, αναρωτιόταν πριν από δύο χρόνια ο αρθρογράφος της WJS με την ευκαιρία τότε της έκθεσης του ΜΕΤ Model as Muse Embodying Fashion, ο οποίος σήκωνε με δυσφορία το φρύδι του στο άκουσμα της μοντέρνας εκδοχής της μούσας, του σούπερ μόντελ που είναι πηγή έμπνευσης και πρότυπο για χιλιάδες γυναίκες. «Με το συμπάθειο», λέει, «στους κιουρέιτορ και στις εκπληκτικές φωτογραφίες μόδας, αλλά αυτός ο ορισμός της μούσας θα έκανε τις ορίτζιναλ να σκίσουν τα πέπλα τους. Διότι η λειτουργία της μούσας δεν είναι να προκαλεί μίμηση αλλά να γεννά εντελώς νέες, πρωτότυπες ιδέες, στον τυχερό βεβαίως που θα κέρδιζε την προσοχή της. Η ωραία Ελένη έκανε χίλια πλοία να σαλπάρουν. Η έμπνευση έρχεται πιο δύσκολα στις μέρες μας».
Σε έναν κόσμο που μπορεί να έχει όλο και λιγότερες μούσες αλλά συνεχίζει να τις θυμάται με λατρεία, το καινούργιο λεύκωμα Muses, Women who Inspire του Farid Abdelouahab (εκδ. Flammarion) ανατρέχει στη ζωή 25 εξ αυτών, οι οποίες μάλιστα ήταν μούσες κατά συρροήν. Π. χ. η Λου Αντρέα Σαλόμ ήταν με τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε, τον Φρόιντ και τον Νίτσε. Η Νάνσι Κούναρ, συγγραφέας, κληρονόμος και πολιτική ακτιβίστρια, είχε τον Έζρα Πάουντ και τον Τ. Σ. Έλιοτ.
Πώς στο καλό το έκαναν; Φυσικά δεν μπορείς να εξηγήσεις πάντα το γιατί - δηλαδή τι είχε πια αυτή η Πάτι Μπόιντ που ολόκληροι Τζορτζ Χάρισον και Έρικ Κλάπτον σφάζονταν στην ποδιά της και της έγραψαν κομματάρες όπως το Something και το Layla αντίστοιχα δεν το διακρίνεις και με την πρώτη. Αυτό με τους ροκ σταρ είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο. Συμπαθητικές περιπτώσεις που ταιριάζουν στην εποχή μας είναι η Γκουίνεθ Πάλτροου με τον Κρις Μάρτιν και η Κέιτ Μος με όλο το σύμπαν. Γλυκό είναι και αυτό που διάβασα για την Κλοντέτ και τον Ρόι Όρμπινσον που την έπιασε να τον απατάει, χώρισαν, την ξαναπαντρεύτηκε λίγους μήνες αργότερα και από τότε του είμαστε ευγνώμονες για το Oh, Pretty Woman.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ
Πίσω στο σχέδιό μου να γίνω το κορίτσι που ζει με αγάπη και στριφτά τσιγάρα, είχα ένα πρόβλημα: δεν κάπνιζα. Και ένα δεύτερο πρόβλημα: δεν τα έφτιαχνα με καλλιτέχνες. Εκτός από μία φορά. Σχεδόν...
Ήταν ένα συννεφιασμένο αγγλικό καλοκαίρι. Σπουδάζαμε. Έπαιζε κιθάρα και πλήκτρα. Το γκρουπ είχε βγάλει έναν καλό και μοναδικό δίσκο πριν διαλυθεί, εκείνη τη χρονιά. Μου έπαιζε τη μουσική του στο δωμάτιο της εστίας, χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού μου τα βράδια. Σε ένα τηλεφώνημα, λίγο πριν το τέλος, μου είπε ότι έχει γράψει ένα τραγούδι για μένα. Δεν πρόλαβα να το ακούσω ποτέ. Κάπου εν μέσω μπερδεμένων relationship status τα έκανα θάλασσα και δεν ήθελε να με ξαναδεί στα μάτια του. Και κάπως έτσι κατέστρεψα τη μοναδική ευκαιρία μου να γίνω μούσα.
Αργότερα και όσο έβρισκα νέους τρόπους να καταστρέφω τον έρωτα ενός άνδρα που αγαπούσα (εγωισμοί, βαριές κουβέντες, you name it), το κατάλαβα. Η κοπέλα με τα στριφτά τσιγάρα και τα λυτά μαλλιά που ήθελα να γίνω υπάρχει κάπου στο background της μεγάλης ιστορίας που γράφει εκείνος. Είναι εκείνη που τον περιμένει για πάντα και υπομένει τα πάντα. Και κρατάει το στόμα της κλειστό, που να πάρει.
Λοιπόν, δεν είναι τυχαίο που συμπονώ τη Ζέλντα, όσο και αν λατρεύω τα βιβλία του άνδρα της. Εκείνος είχε ένα αδιαμφισβήτητο ταλέντο. Εκείνης όμως δεν της έφτανε να είναι η πρώτη Αμερικανίδα φλάπερ ούτε να τη φαντάζονται οι άνθρωποι ως Νικόλ, Νταίζη και άλλες όμορφες και μοιραίες ηρωίδες του. Ήθελε να γίνει το ίδιο καλή (και δεν ήταν). Η αλήθεια είναι βέβαια ότι το έργο μιας μούσας οφείλει να είναι υποδεέστερο του Πυγμαλίωνά της, διακοσμητικό, τόσο ώστε να συμπληρώνει χαριτωμένα το διανοούμενο σαλόνι του. Σε κάποιες αυτό ταιριάζει, σε άλλες όχι και τόσο. Η Μάριαν Φέιθφουλ, ας πούμε, ένιωθε έξω από τα νερά της ως κορίτσι του Μικ Τζάγκερ. Η Καμίλ ανταγωνιζόταν τον Ροντέν. «Υπάρχει κάτι το μη ικανοποιητικό σε αυτόν το ρόλο για τη μοντέρνα γυναίκα», λέει μια πρώην μούσα. Στην πλειονότητά τους οι μούσες είναι γυναίκες, οι καλλιτέχνες είναι άνδρες, οπότε ο σκοπός εκείνης είναι απλώς ένας καταλύτης στο ταλέντο του. Η αρχετυπική μούσα είναι μια σιωπηλή φιγούρα - σπάνια ακούμε τη φωνή της, τις απόψεις της, τη δική της δημιουργικότητα. Και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν αυτές οι γυναίκες ήταν τελικά διαφορετικές από αυτό που ξέρουμε. «΄Όλοι οι άνδρες που με θεώρησαν μούσα τους πίστευαν ότι είμαι μια γλυκιά, υπομονετική γυναίκα, που με χαρά περιφέρεται στο φόντο προσφέροντας διακριτική έμπνευση ενώ εκείνοι ασχολούνται με το σημαντικό έργο τους», συνεχίζει. «Στην πραγματικότητα είμαι νευρική και αδικαιολόγητα πεισματάρα. Λάτρεψα τα τραγούδια που ο πρώην μου έγραψε για μένα αλλά όσο τα άκουγα κατάλαβα: όσο και αν αναφέρονταν σ' εμένα δεν ήταν δικά μου».
Αφού την άφησε να φλερτάρει με διάφορους γνωστούς τους, ο Καζαντζάκης χώρισε, τελικά, με τη Γαλάτεια. Σε ανύποπτο χρόνο είχε γράψει για εκείνη: «Πιο ντροπαλή και πιο συμμαζεμένη και πιο σεβαστή πρέπει να είναι η γυναικήσια αγάπη. Ό, τι κι αν λέμε, ο αληθινός ρόλος της γυναίκας είναι ν' αγαπά, να πονεί, να χαίρεται και να σωπαίνει…» Αυτά είχα να πω. Και ότι η Γιόκο διέλυσε τους Beatles.