Παγιδευμένη στο δίκτυο

Παγιδευμένη στο δίκτυο

Μήπως συμβαίνει κάτι εκεί μέσα κι εμείς το χάνουμε; Λέγεται Fear Of Missing Out και είναι το νέο, αλλόκοτο άγχος που μας χάρισε το internet.
16 Δεκεμβρίου 2011 Αλίνα Χατζιδάκι
Ο φόβος ότι χάνεις κάτι καλό που συμβαίνει, η αίσθηση ότι μένεις απέξω όταν οι άλλοι γύρω σου τσουγκρίζουν ποτήρια με σαμπάνια αδιαφορώντας που εσύ τους κοιτάζεις με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα δεν είναι καινούργιο φρούτο. Είναι μαζί μας από πολύ νωρίς στη ζωή, ένα από τα αδιέξοδα σκοτεινά δρομάκια του ψυχολογικού λαβύρινθου στον οποίο μπαίνουμε όλοι με το που ο κοινωνικός μας κύκλος διευρύνεται και εκτός εκείνων που εφόσον έχουν την υπομονή να μας αλλάζουν πάνες, μάλλον δεν είναι πολύ πιθανό να μας αγνοήσουν σε πιο ευχάριστες περιστάσεις και να μη μας συμπεριλάβουν, π. χ., στις διακοπές τους.

ΠΑΙΞΤΕ ΜΕ ΚΙ ΕΜΕΝΑ
Από τη στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι δεν έχουμε ανοιχτή πρόσκληση σε όλα είναι που ξεκινάει και η αντίστοιχη ανασφάλεια. Σήμερα υπάρχει και συγκεκριμένη ορολογία γι' αυτό: με τη λέξη fomo (που είναι τα αρχικά της φράσης fear of missing out, φόβος ότι μένεις απέξω, σε ελεύθερη μετάφραση) χαρακτηρίζεται μια ευρεία γκάμα κοινωνικού άγχους. Η ελληνική, προ τεχνολογικής επανάστασης παράδοση είχε τη δική της φράση γι' αυτό, το μοναδικό πάντρεμα διεισδυτικότητας ψυχολόγου και αβρότητας χασάπη που ερμήνευε την κατάσταση συνοπτικά και με το «όλοι μαζί και ο ψωριάρης χώρια» περιέγραφε ένα σωρό κόμπλεξ - και δημιουργούσε άλλα τόσα.

Ως συναίσθημα είναι πολύ συγκεκριμένο και ακόμα περισσότερο άβολο. Σαν την ταχυπαλμία που παθαίναμε στο Δημοτικό όταν βλέπαμε τα φακελάκια με τις προσκλήσεις για κάποιο πάρτι να μοιράζονται και να λιγοστεύουν επικίνδυνα μέχρι να έρθει αυτό με το όνομά μας απέξω, αν ερχόταν ποτέ (σ. σ. Νατάσα, δεν το παίρνω πίσω τελικά, είσαι όντως σαν κροκόδειλος), ο φόβος της κοινωνικής εξορίας μας ακολουθεί πιστά και στην ενήλικη ζωή μας. Ως ενήλικες, βέβαια, κατά βάθος πάντα το κατανοούσαμε και το χειριζόμαστε πολιτισμένα κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αφού, εκτός από κάποιες κλινικές περιπτώσεις, κανείς δεν κλαίει χτυπώντας τα πόδια του στο πάτωμα επειδή δεν τον κάλεσαν σε ένα επαγγελματικό μίτινγκ που θα ήθελε να πάει. Αυτό μέχρι πρόσφατα, που δεν υπήρχαν το facebook και το twitter. Ο ρόλος των social media, που σήμερα φιλοξενούν το πιο μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής μας δραστηριότητας, είναι τέτοιος που κάνει πολλούς ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν κομπλεξικές τινέιτζερ από το φόβο μπας και χάσουν καμιά τελεία από τα τεκταινόμενα στη ζωή των άλλων και αυτή είναι η πιο διαδεδομένη και ανεξέλεγκτη μορφή fomo που δένει τους ανθρώπους ακόμα πιο σφιχτά με τις οθόνες τους. Ως εξήγηση του γιατί πολλές γυναίκες που θα χαρακτηρίζονταν πανηγυρικά χαζοβιόλες δεν ξεκολλάνε από τον υπολογιστή τους είναι πάντως πιο πιθανή από το να ανέπτυξαν ξαφνικά μια κλίση προς την τεχνολογία.

JUST CHECKING
Το ότι σχεδόν όλοι πάσχουμε από τον παιδιάστικο φόβο της απομόνωσης αποδεικνύεται εύκολα αν μετρήσουμε τις φορές που κοιτάζουμε τη σελίδα μας στο facebook κάθε μέρα, αν σκεφτούμε πόσες φορές απαντάμε στο κινητό σε τελείως ακατάλληλες στιγμές ή τσεκάρουμε τα mail μας στις διακοπές, λες και περιμένουμε να μάθουμε αν βρέθηκε συμβατός δότης για μεταμόσχευση νεφρού, ενώ στην πραγματικότητα άντε να βρούμε στο inbox το τελευταίο ενημερωτικό σημείωμα κάποιου εκπτωτικού site στο οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν είμαστε καν μέλη (νευρωτικοί μεν, επιλεκτικοί δε). Μεταξύ των νεότερων ανθρώπων μάλιστα που υποτίθεται ότι χειρίζονται πιο φυσικά την τεχνολογία - λόγω εξοικείωσης είναι συνεχής η ανάγκη για επικοινωνία με όλους εκτός από εκείνους που βρίσκονται μπροστά τους - τα πράγματα είναι ακόμα πιο τραβηγμένα, κρίνοντας από το γεγονός ότι ο αντίχειράς τους βρίσκεται σχεδόν μόνιμα κολλημένος στo iphone ώστε να στέλνουν και να διαβάζουν ατελείωτα μηνύματα και twitter updates των οποίων η ποσότητα επιτίθεται ευθέως στην ποιότητα που ούτως ή άλλως δεν ήταν και για Πούλιτζερ.

Για όλους μας, όμως, το fomo ευθύνεται που διστάζουμε τόσο να αποσυνδεθούμε γιατί, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, οι περισσότεροι δεν έχουμε κανένα λόγο να τσεκάρουμε τα mail μας πάνω από μία φορά την ημέρα ή να διακόψουμε μια διά ζώσης συνομιλία για να απαντήσουμε σε κάποιον που μας τηλεφωνεί με απόκρυψη και τελικά αποκαλύπτεται ότι είναι η γνωστή σε όλους τράπεζα από την Κόλαση. Η ανάγκη μας να παραμείνουμε on line, συνδεδεμένοι και παρόντες, μας σπρώχνει να κάνουμε ακόμα και τρελά πράγματα όπως, π. χ., να απαντάμε στο τηλέφωνο την ώρα που οδηγούμε - κάτι που δικαιολογείται αν είσαι ο πρόεδρος της Αμερικής και είναι εκείνη η μέρα που πρέπει να δώσεις το τελικό ok ώστε να εκτοξευτεί το διαστημόπλοιο το οποίο θα εκτροχιάσει τον κομήτη που απειλεί να συγκρουστεί με το Λος Άντζελες αλλά είναι τελείως αψυχολόγητο όταν απλώς γυρνάς από τη δουλειά και είναι ο φίλος σου που θέλει να σε ρωτήσει πώς σου φαίνεται η ιδέα να φάτε την Κυριακή με τους γονείς του (τραγική ίσως αλλά όχι και για πολύνεκρο στην Κατεχάκη).

LOG IN
Πριν από λίγο καιρό το Time έγραφε ότι, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, υπολογίζεται πως το 1/3 του ενήλικου πληθυσμού σε ΗΠΑ, Αγγλία, Κίνα και Αυστραλία νιώθει ψυχικά πιεσμένο από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και την τεχνολογία. Φυσικά οι περισσότεροι από αυτούς προσπαθούν να ανταποκριθούν στις τεχνολογικές κοινωνικές απαιτήσεις αλλιώς δεν θα ένιωθαν καμία πίεση, ψυχολογική ή άλλη, καθώς το ζήτημα δεν αφορά όσους δεν μπήκαν στη διαδικασία της ψηφιακής δημοτικότητας - και έσωσαν την αυτοπεποίθησή τους.

Η επιθυμία να παραμείνουμε επίκαιροι και να μη χάσουμε το τρένο στο οποίο όλοι οι άλλοι μοιάζει να ανεβαίνουν με ανησυχητική ευκολία είναι αναμενόμενη αλλά το ζήτημα περιπλέκεται και το μέτρο χάνεται σε μια εποχή που τα νιάτα είναι Θεός και το μάρκετινγκ μας πείθει ότι όλα είναι για όλους (και ότι έτσι ίσως παραμείνουμε για πάντα νέοι). Ακόμα θυμάμαι το αυθόρμητο χαμόγελο ενός πιτσιρικά όταν έμαθε πριν από μερικά χρόνια ότι έχω facebook, το ίδιο χαμόγελο που θα είχα κι εγώ αν η γιαγιά μου μου έλεγε ότι αγόρασε πατίνι. Σήμερα βέβαια σελίδα στο facebook διαθέτει ο, τι δεν είναι καρφωμένο στο πάτωμα αλλά η διάδοση των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης δεν βοήθησε και πολύ τις κοινωνικές ανασφάλειές μας. Και το αίσθημα του fomo, του να μείνεις μέσα στα πράγματα, επιδεινώνεται από τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με όσα δηλώνει καθένας μέσα από το λογαριασμό του, τα οποία μόνο μια μακρινή συγγένεια διατηρούν με την πραγματικότητα. Όλοι φιλτράρουμε αυτά που δημοσιεύουμε, αναρτώντας τη μοναδική από τις έξι χιλιάδες φωτογραφίες του εαυτού μας που τραβήξαμε απελπιστικά μόνοι μας η οποία μας κόβει δύο εκτάρια από το διπλοσάγονο. Πολλοί ανεβάζουν τραγούδια που σπάνια ακούν στο σπίτι, όπως μια φίλη που είναι μουσικά πιο αστοιχείωτη και από μένα (ανθρωπίνως αδύνατο) αλλά αποκρύπτει τα αληθινά γούστα της και ποστάρει Χατζιδάκι και Tindersticks σαν να μην υπάρχει αύριο. Όλοι δείχνουμε τον κόσμο μας όπως θα θέλαμε να είναι αλλά το ξεχνάμε όταν μας κόβονται τα πόδια από τη σύγκριση με τους άλλους και βλέπουμε τι έχουν που εμείς χάνουμε. Το στρες για τις προσκλήσεις που δεν δεχτήκαμε, η ανασφάλεια για τα πάρτι που δεν πήγαμε, το αίσθημα της ανεπάρκειας για τις φανταστικές επιτυχίες που διαφημίζουν οι άλλοι, το άγχος για τα πόσα likes δέχτηκε η βλακεία που ανεβάσαμε, το τσεκάρισμα τριάντα φορές τη μέρα μπας και κάποιος μας έκανε mention είναι η απόδειξη ότι οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποδειχτούν βαθιά αντικοινωνικές αν τους το επιτρέψουμε.

ΠΟΙΟΣ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ;
Στην πραγματικότητα, δεν είναι ακραία αντικοινωνικό να πληροφορείς μέσω foursquare και λοιπών μηχανισμών πού βρίσκεσαι όταν κανείς δεν σου έχει δείξει ότι έχει την παραμικρή περιέργεια να μάθει; Τι εξυπηρετεί, εκτός από τα πλάνα κάποιου εν δυνάμει stalker, δεδομένου ότι εγώ, π. χ., δεν ξέρω κανένα που να θέλει να τον ενημερώνω για το πού βρίσκομαι ανά πάσα στιγμή και όταν λέω κανένα στο λογαριασμό βάζω και τη μαμά μου. Και είναι πραγματικά κοινωνική δεξιότητα να δηλώνεις τόσο απελπιστικά διαθέσιμος και ανασφαλής ώστε να υπενθυμίζεις στους άλλους ότι υπάρχεις και, ορίστε, διασκεδάζεις αλλά όχι αρκετά αν δεν τους το πεις;

Η τεχνολογία και οι κοινωνικού τύπου εφαρμογές της εξελίσσονται αλλά αυτό, δυστυχώς, δεν ισχύει και για τους χρήστες της, οι οποίοι επιδεικνύουν εξωφρενικά ανώριμες συμπεριφορές αφού οι περισσότεροι την αντιμετωπίζουμε σαν μια διέξοδο για τα εφηβικά μας κόμπλεξ ή και σαν πηγή νέων, ενήλικων συμπλεγμάτων. Το fomo είναι ένας σατανικός συνδυασμός και των δύο, πράγμα που ενισχύει την υποψία μου ότι αυτήν τη στιγμή κάπου στα κεντρικά μιας μεγάλης εταιρίας στη Silicon Valley ένας πρώην nerd γελάει δαιμονικά παίρνοντας την εκδίκησή του για όλα τα χρόνια κοινωνικής λέπρας που πέρασε στο Γυμνάσιο.

Είναι τουλάχιστον αφελές να αποδίδουμε το κόλλημά μας με την ψηφιακή επικοινωνία στο αναπόφευκτο της εξέλιξης, αφού κατά βάθος ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε την τεχνολογία είναι παιδιάστικος, ακόμα κι αν (ή μάλλον ιδίως) tweetάρουμε τις ασημαντότητες που περνούν από το μυαλό μας ανά δίλεπτο. Ίσως είναι βολικό να νιώθεις ότι όσο περισσότερο «μπαίνεις» τόσο καλύτερα χειρίζεσαι το θαύμα της επιστήμης, στην πραγματικότητα όμως απλά πληκτρολογείς. Αφενός αυτό είναι κάτι που σύμφωνα με ορισμένα ντοκιμαντέρ μπορεί να κάνει και ένας καλά εκπαιδευμένος χιμπατζής, αφετέρου επειδή νομίζεις ότι αυτό αποτελεί αρκετό δείγμα ευφυΐας από μόνο του δεν κάνεις τον κόπο να σκεφτείς τι γράφεις. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά, τουλάχιστον σε όποιον έχει πέσει στην ανάγκη να μάθει τη διαδικασία του μπλοκαρίσματος μπουρδολόγων διαδικτυακών «φίλων».

Το να φοβάσαι την κοινωνική απομόνωση είναι ένα ακόμα απόλυτα ανθρώπινο άγχος. Το ιντερνετικό fomo είναι όμως κάτι που παλεύεται ή τουλάχιστον θα έπρεπε να το παλέψεις άπαξ και αυτοδιαγνωστείς. Πριν από λίγες μέρες μπλόκαρα στο facebook μια διαταραγμένη stalker που μου απαντούσε ο, τι κι αν πόσταρα, γινόταν φίλη με τους φίλους μου που δεν ήξερε και κατέληξε να αντιγράφει τα post μου και να τα δημοσιεύει ως δικά της. Ύστερα από δύο μέρες σκέφτηκα να την ξεμπλοκάρω αλλά μετά είδα ότι για δύο μέρες θα ήμαστε υποχρεωτικά «φίλες» και άλλαξα γνώμη. Το ότι ασχολήθηκα τόσο σημαίνει ότι αν κάποια φαρμακευτική εταιρία σκέφτεται να δημιουργήσει χάπι ενάντια στο διαδικτυακό φόβο του να μείνεις απέξω και ψάχνει για πειραματόζωα, είμαι οπωσδήποτε, οπωσδήποτε όμως, μέσα.