Don

Don't analyse this

Στην λίστα με τους πιο μισητούς ανθρωπότυπους, ο ερασιτέχνης ψυχολόγος θα έπρεπε να κατέχει την κορυφαία θέση.
17 Δεκεμβρίου 2014 Αλίνα Χατζίδακι. Εικονογράφηση Laurina Paperina

Πριν από λίγο καιρό ανάρτησα στο facebook τη γνώμη μου για την πιο ηλίθια ταινία που γυρίστηκε ποτέ από την εποχή που οι αδελφοί Λιμιέρ επινόησαν τον κινηματογράφο. Υποκειμενικό, οπωσδήποτε, αλλά δεδομένου ότι το έγραψα στην προσωπική μου σελίδα και δεν επιχείρησα να μαζέψω υπογραφές προκειμένου να εκτελεστεί παραδειγματικά ο σκηνοθέτης υπέθεσα ότι μπορώ να εκφραστώ ελεύθερα. Λάθος. Ανάμεσα στα σχόλια που συνέλεξα σχετικά με την ταινία, τα οποία φυσικά και ήταν ευπρόσδεκτα διότι αυτό ήταν το θέμα, εμφανίστηκε και ένα που ξεχώριζε, γραμμένο στο δικό μου υποσυνείδητο με το κόκκινο της αδιακρισίας. Εν πολλοίς δεν αναφερόταν πλέον στην καταραμένη ταινία αλλά σ' εμένα, καθώς η διαδικτυακή μου friend είχε τη φαεινή ιδέα να αποπειραθεί να με ψυχαναλύσει εκ του προχείρου, διαγιγνώσκοντας «θυμό» πίσω από την κριτική μου, με τη βαθιά γνώση της ψυχανάλυσης με την οποία την προικίζει η καθημερινή ενασχόλησή της με τη νοητή τσουγκράνα της. Για μια στιγμή σκέφτηκα να της απαντήσω με τρόπο που θα δικαίωνε τη θεωρία της περί θυμού. Για λίγο περισσότερο εξέτασα το ενδεχόμενο να επισκεφθώ το σπίτι της και να τη δικαιώσω και πρακτικά. Φυσικά δεν έκανα τίποτε από τα δύο αλλά έμεινα με την απορία γιατί ορισμένοι άνθρωποι νιώθουν τόσο ευπρόσδεκτοι να περνούν τα σύνορα μεταξύ συμβουλής και διάγνωσης, ειδικά όταν δεν είναι σε θέση να προσφέρουν τίποτε από τα δύο.

ΚΑΝ' ΤΟ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι μάθαμε να παρατηρούμε ο ένας τον άλλο, ας πούμε εποχή Κρο Μανιόν και μετά, εξάγουμε συμπεράσματα ως προς το γιατί κάνουμε ο, τι κάνουμε. Ακόμα κι αν οδηγούμαστε σε αυθαίρετα συμπεράσματα, προσπαθούμε να δούμε τη λογική πίσω από τις πράξεις των άλλων αλλά αυτό απέχει από την ψυχανάλυση όσο το ipad2 από ένα μανταλάκι. Κάπως έτσι δημιουργούνται και τα στερεότυπα, που αν το δούμε πρακτικά δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος εμπειρικής στατιστικής, με όλες τις παρεξηγήσεις που συμπεριλαμβάνονται. Τι σχέση έχει αυτό με τους ερασιτέχνες της ψυχικής υγείας που σου προσφέρουν τα ανεπιθύμητα αποστάγματα της σοφίας τους εν μέσω μιας αθώας συζήτησης; Προφανώς καμία. Σε έναν ιδανικό κόσμο αν, π. χ., κορνάρω με μανία δίπλα στον ακουστικό πόρο ενός πεζού που δεν σπριντάρει στη διάβαση θα ήταν λογικό να σκεφτεί κάποιος ότι έχω ένα κάποιο ζήτημα διαχείρισης θυμού. Αν όμως τηλεφωνήσω έξαλλη στην εταιρία που μου παρέχει το ίντερνετ επειδή η σύνδεσή μου τρέχει με ταχύτητα αφυδατωμένου αραμπά, είναι μάλλον αδόκιμο να ψάχνουμε την αιτία του θυμού σε κάποια καταπιεσμένη παιδική μνήμη που ξεσπάει στον αθώο υπάλληλο ο οποίος με έχει στην αναμονή σαράντα λεπτά. Σε κάθε περίπτωση, όλοι είμαστε ελεύθεροι να έχουμε την άποψή μας για τη συμπεριφορά των άλλων. Απλά η μίνιμουμ κοινωνική ευγένεια απαιτεί να την κρατάμε για τον εαυτό μας.

Όλα αυτά βέβαια δεν ισχύουν για τους αυτοδίδακτους ψυχοθεραπευτές, που συνήθως θεωρούν ότι διαθέτουν τα εφόδια να φωτίσουν γωνίες της προσωπικότητάς σου τις οποίες είσαι πολύ ηλίθιος για να δεις από μόνος σου (τις περισσότερες φορές επειδή δεν υπάρχουν). Η έπαρση της ημιμάθειας επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι περισσότεροι έχουν κάνει τη θητεία τους στον καναπέ του ψυχαναλυτή, οπότε πιστεύουν ότι σε σχέση με έναν άσχετο (εμένα, εν προκειμένω) μπορούν να καθήσουν και στην καρέκλα του γιατρού. Η ψυχολογία του ποδαριού έχει τα χτυπητά χαρακτηριστικά της που, εν αντιθέσει με την επιστημονική εκδοχή της, είναι περισσότερο εμφανή και από ιδιωτικό ντετέκτιβ με καμπαρντίνα και τρύπια εφημερίδα. Οι φράσεις κλειδιά είναι το πασπαρτού «έχεις θυμό», το παλαιολιθικό «χαμηλή αυτοεκτίμηση» και το δήθεν διαβασμένο «προβολή». Δεδομένου ότι κανένας πραγματικός ψυχολόγος δεν θα χρησιμοποιούσε τα επιστημονικά εκφραστικά εργαλεία του συναντώντας σε τυχαία στον πάγκο των αλλαντικών του σούπερ μάρκετ, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείς πότε κάποιος επιχειρεί να σε κάνει πειραματόζωο στο φανταστικό του κόσμο, εκεί όπου προφανώς είναι γιατρός. Ε, λοιπόν, έχω πάει άπειρες φορές στον οδοντίατρο. Έχω κάνει περισσότερες απονευρώσεις κι απ' ο, τι αν ήμουν κροκόδειλος. Παρ' όλα αυτά, αν κάποιος μου έλεγε ότι υποφέρει από πονόδοντο, δεν θα είχα την αξίωση να καθήσει να του κάνω γεώτρηση στον προγόμφιο με το Black and Decker - και όχι επειδή έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: εκείνοι που πιστεύουν στην ψυχανάλυση και αυτοί που δεν θα περνούσαν την πόρτα του ψυχαναλυτή ακόμα κι αν απέξω τους κυνηγούσαν πεινασμένα λιοντάρια. Οι πρώτοι είναι αρκετά ενήμεροι ώστε να αντιλαμβάνονται πότε ο συνομιλητής τους έχει την ιατρική κατάρτιση ενός εκπαιδευμένου γκριφόν, οι δεύτεροι ενδεχομένως να μην πιστεύουν ότι υπάρχει και μεγάλη διαφορά. Οπότε σε ποιον απευθύνεται ο αυτόκλητος ψυχοθεραπευτής αν όχι στον εαυτό του;

Η εκλαϊκευμένη ψυχολογία βέβαια είναι μια ευχάριστη διέξοδος για όποιον θέλει να εμβαθύνει λίγο αλλά δεν προτίθεται να διαβάσει και οτιδήποτε πιο βαρύ από τον κατάλογο του ΙΚΕΑ. Γιατί να μελετήσεις τον Φρόιντ όταν υπάρχει το Μυστικό και πού να βρεις το χρόνο να εντρυφήσεις στον Ίρβιν Γιάλομ αφού η Όπρα τα λέει καλύτερα; Οι διαγνώσεις της δεκάρας τύπου «εσύ θυματοποιείς τον εαυτό σου» δίνουν και παίρνουν στις συζητήσεις φιλενάδων περί ανδρών, έχοντας αντικαταστήσει το παλιό, καλό και πολύ πιο ρεαλιστικό «α, το γαϊδούρι». Τα δε αφελέστατα ψυχολογικά τεστ στις παρέες δίνουν νέα ερμηνεία στην έκφραση «χαμένος χρόνος». Μπορεί για κάποιους να είναι η πιο κοντινή επαφή που θα έχουν ποτέ με την αυτογνωσία αλλά η αλήθεια είναι ότι αν μου βάλεις να διαλέξω στη σειρά ένα άλογο, ένα γουρούνι, ένα πέτρινο σπίτι κι ένα δέντρο, θα διαλέξω το τελευταίο μαζί με ένα σκοινί για να κρεμαστώ, επειδή έχω στο περιβάλλον μου ανθρώπους που πιστεύουν ότι μπορούν να με ψυχογραφήσουν με βάση το ερωτηματολόγιο της αμοιβάδας - και μάλιστα για την πλάκα τους. Η ψυχανάλυση ποτέ δεν ήταν τόσο ποπ αλλά και η μαζική κουλτούρα έχει τα όριά της.

THE MENTALIST
Και πάλι, όποιος αισθάνεται ότι οι πνευματικές του αναζητήσεις καλύπτονται από αυτό που για τον Φρόιντ θα ήταν καφκικός εφιάλτης (δηλαδή τα βιβλία αυτοβοήθειας και την ερασιτεχνική ψυχανάλυση του αυθαίρετου συμπεράσματος) έχει κάθε δικαίωμα να πέσει με τα μούτρα. Το πρόβλημα ξεκινάει με το αυτοπλασάρισμα ως life coach σε ανυποψίαστους συνομιλητές που δεν είχαν καμία πρόθεση να θέσουν τα εσώψυχά τους επί τάπητος και μάλιστα στη δικαιοδοσία κάποιου με επιστημονική εξειδίκευση παρόμοια με της Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω. Για κάποιον σαν κι εμένα, που βρίσκω εξαιρετικά ενοχλητική την υπερανάλυση αυτών που λέω σε βαθμό μποζονίου Χιγκς, η ανάλυση και αυτών που δεν λέω ισοδυναμεί με ανακριτική μέθοδο στο Γκουαντάναμο.

Φυσικά οι συναντήσεις με τους διαφόρων ειδών ψυχο - ξερόλες έχουν και την αστεία πλευρά τους, καθώς είναι οι ίδιοι που αρέσκονται να πιστεύουν σε διάφορες νεωτεριστικές θεωρίες της νοητικής μας δραστηριότητας, όπως π. χ. ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας (κρίνοντας προφανώς εξ ιδίων). Προσωπικά, όταν εισπράξω το χρησμό περί χαμηλής αυτοεκτίμησης, εξηγώ ότι το βασικό μου πρόβλημα ήταν ανέκαθεν το ακριβώς αντίθετο. Αν πάντως θέλεις πραγματικά να βάλεις τέλος σε μια τέτοια συζήτηση, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πεις αστειευόμενη ότι θα κάνεις καταγγελία στον ιατρικό σύλλογο και η αυτοσχέδια εκδοχή του Έριχ Φρομ πιθανότατα θα απαντήσει από μόνη της ότι δεν είναι γιατρός. Mind game over.