New Deal

New Deal

Το ρητό που λέει ότι δεν εκτιμάς τι έχεις μέχρι να το χάσεις, τώρα πια επιδέχεται και πεζές ερμηνείες όπως, π.χ., το μισθό που έπαιρνες το 2005.
12 Δεκεμβρίου 2011 Αλίνα Χατζιδάκι. Εικονογράφιση: Laurina Paperina.

Οπως οι γιαγιάδες αναπολούν νοσταλγικά τις παλιές, καλές μέρες, όταν οι γείτονες έλεγαν μεταξύ τους καλημέρα και τα παιδιά έπαιζαν ανέμελα στους δρόμους χωρίς το φόβο ότι κάποιος θα τα απαγάγει για να ταχυδρομήσει τα νεφρά τους στην Ελβετία, έτσι και όποιος έχει ζήσει τη χρυσή εποχή της αρχής του μιλένιουμ αναπολεί και στα χρόνια που έρχονται θα περιγράφει στους νεότερους ότι έζησε τις μυθικές εκείνες μέρες που τα χρήματά σου έφταναν για να ζήσεις ολόκληρο το μήνα.
Ανήκω σε μια αρκετά καλομαθημένη γενιά κι έτσι ο τρόπος ζωής μου μέχρι πρόσφατα θα ήταν αυτό που θα περιέγραφαν οι πιο σκληραγωγημένοι πρόγονοί μου αν επιχειρούσαν να φανταστούν πώς ζούσε στο περίπου η βασίλισσα του Σαβά. Λίγο που δεν ζήσαμε πόλεμο, κατοχή, δικτατορία, εμφύλιο, λιμούς και άλλα ατυχή περιστατικά, λίγο που εικόνα για την οικονομική κατάσταση της χώρας μας δεν είχαν οι υπουργοί πόσω μάλλον εμείς, κάθε σπίτι είχε την καθαρίστριά του, κάθε γυναίκα τη μανικιουρίστ της, κάθε Αύγουστος τις διακοπές του, κάθε παιδί τις τρεις παιχνιδομηχανές του και πάει λέγοντας. Και τώρα που η ώρα του παιδιού τελείωσε, αυτά που ξέραμε και εμπεδώσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια πρέπει πολύ απλά να τα ξεχάσουμε μέσα σε μία νύχτα (το να μας αρέσει κιόλας είναι τελείως προαιρετικό, όπως όλα τα βίτσια).

ΝΟ BUDGET STORY
Ως παρατήρηση είναι βέβαια σκέτο φαρμάκι αλλά, από την άλλη, πέρα για πέρα ρεαλιστική. Εξ ανάγκης γεννιέται λοιπόν το φιλότιμο και η λογική της οικονομίας που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε όχι προσόν αλλά κουσούρι για κάτι σπαγκοραμμένους γέρους που επιβίωναν τρώγοντας ακρίδες και παράχωναν χρυσές λίρες στο στρώμα τους και τους κοροϊδεύαμε για τα κατοχικά τους σύνδρομα -τώρα που είναι οι μόνοι που μπορούν να πληρώσουν τις έκτακτες εισφορές χωρίς να χρειάζεται να ληστέψουν την Έβγα της γειτονιάς δεν γελάμε και τόσο. Τα καλά νέα είναι ότι από τη φύση μας έχουμε την ικανότητα να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες και τα ακόμα καλύτερα νέα είναι ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι και επιπέδου Αιθιοπίας επί εποχής USA for Africa. Καλώς ή κακώς (εντάξει, κακώς) πρέπει να ζήσουμε με πολύ λιγότερα χρήματα, όχι να φοβόμαστε ότι θα πεθάνουμε χωρίς αυτά.
Και όπως δείχνουν τα πράγματα, γίνεται. Μια φίλη μου έγραψε με περηφάνια προ μηνών στη σελίδα της στο facebook ότι έκλεισε ένα χρόνο χωρίς να αγοράσει ρούχα και παπούτσια με μια αίσθηση κατορθώματος που υπό κανονικές συνθήκες περιμένεις από έναν αλκοολικό που κατάφερε να περάσει ένα χρόνο πίνοντας σκέτο τόνικ -ζώντας κλειδωμένος σε ένα μπαρ. Ίσως είχε να κάνει με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη φίλη ψώνιζε ανά σεζόν λες και έπρεπε να ντύσει ολόκληρο το θίασο του Glee από την αρχή. Το ότι ο καταναλωτισμός μας είναι εν μέρει εξάρτηση φυσικά δεν είναι ακριβώς είδηση για έκτακτο δελτίο αλλά σε περιόδους που οι εξαρτήσεις είναι αβάσταχτη πολυτέλεια καλό είναι να θυμόμαστε ότι δεν έχουν καμία σχέση με τις βασικές μας ανάγκες επιβίωσης.

Και κάπως έτσι μαθαίνουμε σιγά-σιγά να ζούμε αλλιώς και να χρησιμοποιούμε τη λογική για να ανοίξουμε το πορτοφόλι μας, που πλέον δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ξαφνικές καταναλωτικές εμπνεύσεις μας ή στην όχι και τόσο ξαφνική ξιπασιά μας. Προ μίας πενταετίας και βάλε, όταν έκανα τρεις δουλειές και θεωρούσα ότι δικαιούμαι να με κακομάθω για τον κόπο μου, θυμάμαι ότι έφτασε κάποια στιγμή που πήγα για ψώνια και δεν είχα κοιτάξει καν την τιμή στο φόρεμα που πήγα στο ταμείο. Προερχόμενη από ένα οικογενειακό οικονομικό περιβάλλον πολύ διαφορετικό από της Πάρις Χίλτον, αυτό θα μπορούσε να είναι το σημείο που θα συνερχόμουν και θα αυτοχαστουκιζόμουν για την πολυεπίπεδη βλακεία μου. Αλλά δεν ήταν. Ούτε οι μισθοσυντήρητες συνάδελφοί μου αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι τα Louboutin δεν κάνουν για εργαζόμενα κορίτσια όχι επειδή κουτσαίνεσαι από τα τακούνια για να περπατήσεις από του διαόλου τη μάνα που πάρκαρες το αυτοκίνητο μέχρι το γραφείο αλλά επειδή κανένα ζευγάρι παπούτσια δεν μπορεί να κοστίζει όσο τα 3/4 του μισθού σου. Ε, τώρα το καταλάβαμε.

ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΥΠΕΘΥΝΑ
Σήμερα λοιπόν σχεδόν όλοι ψωνίζουμε μόνο στις εκπτώσεις και ακόμα και τότε δεν αδειάζουμε τις ράγες όπως κάποτε. Το θλιβερό βέβαια είναι ότι πολλά καταστήματα κλείνουν και όσα αντέχουν ακόμα περνούν μέρες ολόκληρες με κινητικότητα επαρχιακού νεκροταφείου αλλά όταν καλείσαι να διαχειριστείς την οικονομική κρίση που σε αφορά πλέον πολύ προσωπικά, ένα ακόμα ζευγάρι μπότες ή το φετινό τρεντ στα παντελόνια είναι μάλλον το τελευταίο πράγμα στο μυαλό σου. Και μπορεί να απέχουμε ακόμα (και για πάντα ελπίζω) από την εποχή που γνωρίζουμε μόνο από διηγήσεις, όταν για να πάρεις καινούργιο πουλόβερ έπρεπε πρώτα να έχουν λιώσει και τα οχτώ μπαλώματα που είχες βγάλει τα μάτια σου να κάνεις στο παλιό κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου, αλλά εξίσου απέχουμε από το κοντινό παρελθόν, όταν το να διαθέτεις δώδεκα τζιν παντελόνια ήταν σχεδόν αυτονόητο.
Ασφαλώς η έλλειψη ψυχραιμίας είναι κακά μαντάτα όταν μιλάμε για τον προϋπολογισμό μας, είτε όταν ξοδεύεις σαν να μην υπάρχει αύριο είτε όταν φοβάσαι να χαλάσεις 5 ευρώ μήπως και το μάθει το υπουργείο Οικονομικών και έρθει να σου πάρει το πρωτότοκο παιδί για αντίποινα. Το να αποκτήσουμε όμως, πια, καινούργιες καταναλωτικές συνήθειες δεν είναι ίσως και η χειρότερη ιδέα από καταβολής κόσμου. Ίσα-ίσα.

Για δεκαετίες ολόκληρες, π.χ., ειρωνευόμαστε τους ξενέρωτους Ευρωπαίους που μοιράζονταν το λογαριασμό στο εστιατόριο όπου είχαν πάρει από μία χωριάτικη κι ένα καλαμάκι, καθ' ότι ο large εαυτός μας θα προτιμούσε να μας αλείψουν με πίσσα και πούπουλα και να μας τουφεκίσουν στο Σύνταγμα παρά να κάνουμε διαίρεση στο τραπέζι. Τώρα είναι αναγκαίο, δεδομένου ότι αν έχεις να επιλέξεις μεταξύ του να πληρώσεις το ρεύμα ή τα ποτά των φίλων σου που πίνουν σαν τον Ρίτσαρντ Μπάρτον στα καλά του, η ηλεκτροδότηση προηγείται. Και ναι, από εδώ και στο εξής οι τιμές στα μενού δεν είναι απλώς μουντζούρες δίπλα στα συστατικά της έμπνευσης του σεφ αλλά ένα από τα κριτήρια για το τι θα παραγγείλεις. Οι ξένοι εδώ και χρόνια το λένε value for money, εμείς το ερμηνεύαμε ως μιζέρια και είδαμε τελικά ποιος είχε δίκιο.
Από τα νέα δεδομένα στην προσωπική οικονομική πολιτική δεν ξεφεύγει σχεδόν κανείς. Το να ζητάς απόδειξη για ό,τι πληρώνεις δεν σε κάνει πια φτηνιάρη, απλά σε θωρακίζει απέναντι σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι δεν δουλεύει εναντίον σου και ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η εφορία είναι ο Εχθρός, δεν είναι μόνο του γιατρού που κάνει την πάπια όταν πληρώνεται και σου πιάνει την κουβέντα αντί να βγάλει το μπλοκ των αποδείξεων αλλά και δικός σου. Λογιστικά, είναι σαν να πέφτεις στις ρόδες ενός λεωφορείου για να μην τον πατήσει και δεν ξέρω πολύ κόσμο που θα το έκανε αυτό για το δερματολόγο του.

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ  ΜΕΓΑΛΕΙΑ
Ανάμεσα στις καινούργιες αγοραστικές συνήθειές μας που αλλάζουν υπάρχουν και αυτές που κάνουν τον πιο μικροαστικό εαυτό μας να υποφέρει, όπως για παράδειγμα ότι δεν μπορούμε να προσφέρουμε τα δώρα του παρελθόντος όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Οι χρονιές που τα Χριστούγεννα τίναζα το μπάτζετ μου στον αέρα κακομαθαίνοντας τους δικούς μου προφανώς ανήκουν πια στην ιστορία και ως αδύναμος χαρακτήρας δύσκολα παρηγοριέμαι με τη συμβολικότητα των δώρων αλλά τη μενταλιτέ την ορίζουν οι συνθήκες, οπότε υποθέτω ότι θα έρθει η μέρα που θα εκτιμήσω και άλλες χειροποίητες κατασκευές εκτός από αυτές που φτιάχνει η 8χρονη κόρη μου. Υπάρχουν όμως και κάμποσες καθημερινές συνήθειες που τινάζονται στον αέρα. Αν είσαι κακομαθημένη όπως εγώ, η αναθεώρηση του πόσο πρέπει να ανάβεις το καλοριφέρ που καίει πλέον απευθείας χαρτονομίσματα στον καυστήρα δεν είναι δύσκολο να σε κάνει να νιώσεις λίγο σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Ούτε το γεγονός ότι η καθαρίστρια είναι πια μια μακρινή ανάμνηση από τότε που ήσουν πριγκίπισσα είναι ευχάριστο, αφενός για την ίδια την καθαρίστρια, αφετέρου επειδή τα ρούχα δεν σιδερώνονται από μόνα τους. Σε μέρες όμως όπου άνθρωποι που ξέρουμε και όχι κάποιοι απρόσωποι φίλοι φίλων αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης, είναι απολύτως άκυρο να γκρινιάζουμε για τις χαμένες πολυτέλειές μας.

Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι ο καταναλωτισμός μιας γενιάς έριξε τη χώρα έξω, αν έδωσα αυτή την εντύπωση είναι λάθος, δεδομένου ότι κάθε φορά που βλέπω ειδήσεις θέλω να ζητήσω πίσω τους φόρους που πληρώνω είκοσι χρόνια τώρα ώστε να πάω να αγοράσω μια μικρή χώρα. Απλώς υποψιάζομαι ότι πίσω από το new deal υπάρχει και ένα μάθημα περί πιο πολιτισμένης κατανάλωσης και οικονομίας και λιγότερου θαυμασμού για μεγαλεία που αγοράζονται σε αστρονομικές τιμές. Ένα μάθημα που θα έπρεπε να έχουμε μάθει εδώ και καιρό. Αυτήν τη στιγμή τα βιβλία της Πολυάννας απογειώνονται από τη βιβλιοθήκη της μικρής, διασχίζουν το χολ και κατευθύνονται προς το κεφάλι μου αλλά, αν θες, μπορείς να δεις και κάτι θετικό στις περισσότερες δυσκολίες. Ακόμα κι αν δεν θες, τις ίδιες θυσίες θα αναγκαστείς να κάνεις, απλά θα τις κάνεις βλαστημώντας. Αν όλα πάνε καλά και γεράσουμε έχοντας γίνει με τη σειρά μας οι γριές που ράβουν τις λίρες στο στρώμα, δεν χρειάζεται να είμαστε όλες γρουσούζες.