Η ζωή δεν είναι σινεμά

Η ζωή δεν είναι σινεμά

Όλα όσα (δεν) κέρδισα χρησιμοποιώντας ατάκες από ταινίες για να ρίξω γυναίκες.
17 Δεκεμβρίου 2014 Παναγιώτης Χριστόπουλος

Δεν θυμάμαι και πολλά από το Πες το όπως θες. Ήταν η πρώτη ταινία του Κάμερον Κρόου, πίσω στο 1989. Ήμουν 14. Θυμάμαι όμως αυτό που θυμούνται όλοι. Και κυρίως όλες. Τον Τζον Κιούζακ να κρατάει ένα boombox κάτω από το παράθυρο του κοριτσιού - και να παίζει το In your Eyes του Πίτερ Γκάμπριελ. Το γεγονός ότι το So, το άλμπουμ που περιείχε το εν λόγω κομμάτι, ήταν το πρώτο που αγόρασα στη ζωή μου δύο χρόνια νωρίτερα, ότι το κορίτσι μελώνει με την κασετοκαντάδα του Κιούζακ και ότι, βεβαίως, ήμουν σε μια ευαίσθητη ηλικία που ήθελα πια γκόμενα αλλά δεν ήξερα πώς να την αποκτήσω, εγκατέστησε για τα καλά τη σκηνή μέσα στον εγκέφαλό μου. Έπρεπε μια μέρα να το επιχειρήσω κι εγώ!

Αλλά ήμουν και κότα. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν είχα πια αποκτήσει λίγη αυτοπεποίθηση με τις γυναίκες και μπορούσα να καταλάβω ότι το κασετόφωνο πάνω από το κεφάλι θα ήταν κομματάκι γραφικό, αποφάσισα να το κάνω my way. Στήθηκα κάτω από το σπίτι της με το τραγούδι - κλειδί έτοιμο στη CDέρα του αυτοκινήτου. Το όλο σκηνικό βόλευε γιατί: α. έμενε μόνη και το σπίτι της έβλεπε σε ένα πάρκο, β. στην άκρη του οποίου μπορούσα να μπω με το αυτοκίνητο, σε σημείο όπου θα με εντόπιζε αν έβγαινε να δει ποιος παίζει στη διαπασών μουσική, γ. δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί της, ήξερα απλά ότι είχε χιούμορ, ότι ήταν 5 χρόνια μεγαλύτερη και ότι πιθανότατα θα με καλούσε μέσα και θα προχωρούσαμε στα περαιτέρω δ. θα εκπλήρωνα επιτέλους το απωθημένο μου με τον Τζον Κιούζακ έχοντας και την υπερηφάνεια ότι δεν ξεπατίκωσα 100% την ιδέα του. Λίγο πριν πατήσω το play άναψαν τα φώτα στο υπνοδωμάτιό της. Άρχισε να γδύνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Το κόλπο μου έμοιαζε να πιάνει πριν καν το ενεργοποιήσω. Βγήκα από το αυτοκίνητο για να βλέπω καλύτερα. Έμεινε με το στηθόδεσμο, έριξε μια ματιά έξω, προς άλλη κατεύθυνση από εκείνη που στεκόμουν, τράβηξε την ημιδιαφανή κουρτίνα και αμέσως μετά στη σκιά της προστέθηκε άλλη μία. Και σύντομα ξεκίνησε να κάνει - με κάποιον άλλο, φυσικά - αυτό που ονειρευόμουν ότι θα γινόταν μ' εμένα όταν θα άκουγε το τραγούδι μου.

ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΤΟΥ ΡΙΚ
Εντάξει, το όλο σκηνικό ήταν καλύτερο και από της ταινίας. Απλά εγώ ήμουν το θύμα. Όπως θύμα/ρεζίλι/λούτσα από κάποιο ποτό γινόμουν κάθε φορά που προσπαθούσα να χρησιμοποιήσω ένα κινηματογραφικό κόλπο για να ρίξω γυναίκα. Μπορεί να καθυστέρησα κάπου μία δεκαετία το ανώφελο τρικ με την καντάδα αλλά τις «έξυπνες» ατάκες τις φόρτωσα στη φαρέτρα μου ήδη από τα πρώτα χρόνια των καθιερωμένων απογευμάτων Κυριακής στο Αθήναιον και στο Γαλαξία. «Είσαι όμορφη, έχεις ένα όμορφο σώμα, όμορφα πόδια, όμορφο πρόσωπο… Μόνο που κάτι το βλέμμα σου είναι σαν να λέει ότι έχεις να κάνεις σεξ ένα χρόνο». Χαστούκι. Δυνατό. Γιατί ο Αλ Πατσίνο μπορεί να έριξε τη Μισέλ Πφάιφερ στο Σημαδεμένο με την ατάκα αλλά εγώ δεν ήμουν Αλ Πατσίνο ούτε σημαδεμένος ούτε είχα την αυτοπεποίθηση που σου δίνει ένα λοφάκι κόκας.

Όταν έβλεπα μια εύθραυστη καλλονή και ήθελα να το παίξω Ρικ Μπλέιν από την Καζαμπλάνκα, σύντομα καταλάβαινα ότι δεν ήταν μόνο το στιλάκι του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ που έριξε την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Ούτε ήταν το όλο σκηνικό: Μαρόκο της αποικιοκρατίας, πόλεμος, το Rick's Café Américain - το εξωτικό σύνολο. Δεν ήταν καν το ότι εκείνος ήταν ο ιδιοκτήτης ενός καφέ (εντάξει, είχε και καζίνο μέσα), ενώ εγώ ένας φοιτητής που πηγαινοερχόταν με λεωφορείο. Ήταν το πολύ απλό: ότι η εύθραυστη δεσποινίς από το μπροστινό έδρανο είχε όλο αυτό το ράγισμα στην καρδιά της για τους δικούς της λόγους και οι ατάκες του σινεμά την έκαναν περισσότερο χάλια. Κατέληξα μαζί της στο καφέ της σχολής (καμία σχέση με του Ρικ) να ακούω για τον γκόμενο που την παράτησε. Και βρισκόμουν στην ελεεινή θέση να της δίνω οδηγίες για το πώς να τον ξεπεράσει - ή να τον ξανακερδίσει. Και η ανταμοιβή μου; Η χειρότερη ατάκα που θα μπορούσε να ξεστομίσει εκείνη τη στιγμή: «Νομίζω ότι αυτό είναι το ξεκίνημα μιας υπέροχης φιλίας» … Η κατακλείδα πρόταση της Καζαμπλάνκα μου έσκασε στα μούτρα σαν αναπάντεχο μπουγέλο για να μου θυμίσει για άλλη μία φορά ότι της δικής μου ζωής το σενάριο το έγραφε κάποιος άλλος. Κάποιος μεταφυσικός Γούντι Άλεν που μάλλον με ήθελε πρωταγωνιστή σε κωμωδία.

ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ ΚΟΙΛΙΑΚΟΙ
Το παλμαρέ των αποτυχημένων επιρροών ήταν εντυπωσιακό: οι κασέτες μου δεν είχαν τα ίδια αποτελέσματα με του High Fidelity (γενικά, τα κόλπα του Τζον Κιούζακ δεν με ήθελαν καθόλου…). Τα α λα Ματ Ντίλον στο Κάτι τρέχει με τη Μαίρη καραγκιοζιλίκια και ψέματά μου δεν φαίνονταν καθόλου χαριτωμένα (κι εκείνες κατέληγαν να απέχουν παρασάγγας από το αξιολάτρευτο της Μαίρης). Οι α λα Μπίλι Κρίσταλ στο Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι εξομολογήσεις οδηγούσαν στο ρομαντικότατο αποκορύφωμα του «Τι λες; Πας καλά;» και στη βελούδινη γεύση της χυλόπιτας. Αλλά δεν εγκατέλειπα την προσπάθεια γιατί έβλεπα πως όλες αδημονούσαν να ζήσουν ένα κινηματογραφικό παραμύθι - άρα απλά εγώ δεν είχα κλέψει ακόμα τις σωστές ιδέες. Κάθε φορά που κάποια γυναίκα που μου άρεσε άνοιγε τα χέρια της στην πλώρη ενός πλοίου ονειρευόμενη το χάδι ενός Ντι Κάπριο από τον Τιτανικό, που χόρευε σε κάποιο πάρτι σαν να έχει ξεπηδήσει από το Dirty Dancing ψάχνοντας το δικό της Πάτρικ Σουέιζι, που γοητευόταν με τις όμορφες λέξεις όπως η Βαϊόλα του Ερωτευμένου Σέξπιρ, οι ελπίδες μου αναπτερώνονταν και έψαχνα στη μνήμη μου να βρω την κατάλληλη ατάκα, νεύμα, στάση σώματος από την πιο ταιριαστή ταινία. Είχα μετατρέψει το κεφάλι μου σε βιντεοκλάμπ. Μόνο που πάντα αποτύχαινα - και για να τη βγάλω το βράδυ, περνούσα στο δωμάτιο πίσω από την κουρτίνα. Αυτό με τις τσόντες.

Μέχρι που γνωρίστηκα με το σύμπαν του Μάθιου ΜακΚόναχι. Και ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου, σαν τη σκηνή που πέφτει το φλιτζάνι στους Συνήθεις υπόπτους. Για πολλά χρόνια αρνιόμουν να δω τις χαζοκομεντί του ΜακΚόναχι, θεωρώντας πως το υλικό για να ρίξεις μια γυναίκα βρίσκεται στην ποιότητα. Ως άνθρωπος με υψηλή κουλτούρα (Φιλοσοφική, πιάνο, μπαλέτο, ξέρεις…) δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχα να κερδίσω περνώντας μιάμιση ώρα μπροστά σε έναν ξανθό εξυπνάκια που περιφέρει με αυταρέσκεια τους κοιλιακούς του. Μέχρι που υπέκυψα. Μετά τη ΜακΚονάχεια επιφοίτηση μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ότι το μυστικό δεν ήταν στην ατάκα, στην κίνηση, στο boombox πάνω από το κεφάλι. Όχι. Ακόμα και ο ιδιοκτήτης του Rick's Café Américain να ήμουν και πάλι δεν θα είχα καμία απολύτως ελπίδα. Εκτός κι αν… Αν διέθετα ένα υπέροχο σετ κοιλιακών. Ένα αστραφτερό χαμόγελο. Και τη σιγουριά ότι εκείνη είχε ήδη αρχίσει να με τσεκάρει επίμονα πριν καν την προσεγγίσω για να της πω την οποιαδήποτε φοβερή ή γλοιώδη ατάκα. Γιατί αν είσαι ο Μάθιου ΜακΚόναχι πιάνουν όλα. Ακόμα και το «Συγγνώμη, αλλά επειδή ετοιμάζομαι να πάρω δουλειά για το σπίτι, θα ήθελα να μου πεις το όνομά σου για να το συνδυάσω με την εικόνα».

Πέρασαν τόσα χρόνια χυλόπιτας, προσβολών και ύβρεων για να καταλάβω το προφανές: τα πάντα είναι θέμα δευτερολέπτων. Των δύο πρώτων δευτερολέπτων. Αν της αρέσεις, έχεις πετύχει, δεν πα να της κάνεις καντάδα παρέα με τους αδελφούς Κατσάμπα ή με τους Spinal Tap. Αν έχει ζαλιστεί με τη λεύκανση, μικρή διαφορά θα έχει το ποίημα του Ερωτευμένου Σέξπιρ από το πέσιμο του Στάθη Ψάλτη. Αν αγγίξει τους κοιλιακούς, θα της αρέσει το ίδιο στην πλώρη του Τιτανικού ή στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου. Τόσο απλά. Μάθιου, θα σε ευγνωμονώ για πάντα. Εσένα, το κατάστημα με τα συμπληρώματα διατροφής και τον οδοντίατρό μου…