Θέλουν οι άνδρες να κάνουμε εμείς το πρώτο βήμα;

Θέλουν οι άνδρες να κάνουμε εμείς το πρώτο βήμα;

Ο συνεργάτης μας Παναγιώτης Χριστόπουλος αποκαλύπτει γιατί η απάντηση είναι πολύ πιο περίπλοκη απ΄ όσο φαίνεται.
10 Αυγούστου 2012 Παναγιώτης Χριστόπουλος
Ήταν μία από αυτές τις βραδιές που δεν τις λες ούτε «καλές» ούτε «κακές». Και που το επίθετο που καλείσαι να διαλέξεις έχει να κάνει με όσα προηγήθηκαν στο γραφείο. Λάθη, καθυστερήσεις, καβγάδες δεν είχαμε όλη μέρα αλλά τα νεύρα -λόγω deadlines- ήταν στην τσίτα και αυτό από μόνο του σε φθείρει ψυχολογικά. Το εστιατόριο είχε φτιάξει το αγαπημένο μου φαγητό αλλά στο τραπέζι μού «φορτώθηκαν» δύο συνάδελφοι που ήθελαν να συζητήσουν για μπάλα.

Και το πιο σημαντικό στοιχείο της αδυναμίας να αποφασίσω μεταξύ «καλού» και «κακού»; Ήταν καλοκαίρι, Παρασκευή, μια πανέμορφη βραδιά αλλά είχε πάει ήδη δέκα, δεν είχα κανονίσει τίποτα και ήμουν τόσο, μα τόσο κομμάτια. Προσπαθούσα να σκεφτώ κάποια μορφή διασκέδασης που θα άντεχα και μόνο μία περνούσε από το μυαλό μου: να εμφανιζόταν μια αιθέρια ύπαρξη στο σπίτι μου και ό,τι ήθελε προκύψει. Που θα ήθελε. Και θα προέκυπτε. Η εναλλακτική μου ήταν να παραγγείλω κινέζικο και να δω ξανά το πρώτο Ιντιάνα Τζόουνς, που το είχα δει 122 φορές, οπότε δεν θα με πείραζε και να με έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ.

ΥΠΟΘΕΣΗ Νο 1: Η ΓΕΩΡΓΙΑ
Κι εκεί που έτεινα να αποφασίσω ότι ήταν μια μάλλον «καλή» βραδιά (γιατί, αντικειμενικά, πόσο κακή μπορεί να είναι όταν θα έκλεινε με satay sticks κοτόπουλου και τον Ίντι;), χτυπάει το τηλέφωνο. «Είμαι η Γεωργία». Μου πήρε τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα να θυμηθώ ποια είναι, επειδή η ζαλάδα της υπερκορεσμένης ημέρας (και μισής νύχτας) στη δουλειά ήταν, όπως καταλαβαίνετε, μεγάλη. Η πρώτη σκέψη ήταν να το κλείσω. Η δεύτερη να καταλάβω ποια Γεωργία ήταν και να δω αν μου έκανε κούκου.

Μου έκανε. Δεν ήταν καμιά θεά, είχε ωραίο σώμα, από φάτσα ήταν μέτρια και δεν διέθετε τίποτε άλλο που να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Αλλά δεν είμαι και πολύ επιλεκτικός όταν υπάρχει έστω και ένα στοιχείο που να μου επιτρέπει να αποφασίσω πως «ναι». Και στο πρωταρχικό, προαιώνιο, κυρίαρχο εσωτερικό ερώτημα ενός άνδρα με το που βλέπει μια γυναίκα η απάντηση μπορεί να είναι μόνο «ναι» ή μόνο «όχι». Το θέμα ήταν ότι έπρεπε να συνέλθω και να σβήσω τη φαντασίωση από το νου μου, τουλάχιστον για λίγο. Γιατί η Γεωργία ήταν συνάδελφος και, προφανώς, με έπαιρνε τηλέφωνο για να μου χαλάσει την υπέροχη κατάληξη βραδιάς με κινέζικο και Ιντιάνα και να με γυρίσει πίσω στο γραφείο για κάτι πολύ κακό που έσκασε ξαφνικά.

«Σε ενοχλώ; Σε πήρα τηλέφωνο μήπως ήθελες να κάνουμε παρέα απόψε. Θες να πάμε για ποτό;» Ουπς! Μα φυσικά, πόσο λάθος πρώτη εκτίμηση είχα κάνει... Η Γεωργία ναι μεν ήταν συνάδελφος αλλά από το λογιστήριο. Αυτές σχολούσαν στις έξι. Όμως και να μη σχολούσαν καμία σχέση δεν θα μπορούσαν να έχουν με τα δικά μου deadlines εκείνη την εβδομάδα. Επίσης, δεν της είχα δώσει ποτέ το κινητό μου και δεν είχε κάποιο σοβαρό λόγο να το έχει ζητήσει από τη γραμματεία -αλλά το είχε κάνει προφανώς. Ακόμα πιο επίσης, θυμάμαι αμυδρά ότι σε μία από τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού συζητήσεις μας στους διαδρόμους του γραφείου -μπορεί να ήταν και στο ασανσέρ- είχαμε βγει γείτονες. Και τέλος, εκείνο το μεσημέρι η Γεωργία είχε καθήσει στο απέναντι τραπέζι μαζί με κάποια άλλα κορίτσια από το λογιστήριο και με κοιτούσε. Δεν είχα δώσει σημασία αλλά τώρα όλα συνδέονταν στο παζλ, α λα Κομπαγιάσι στους Συνήθεις υπόπτους, και το συμπέρασμα ήταν ένα: η Γεωργία ήθελε να ξαπλώσει απόψε στο κρεβάτι μου.

Μουρμούρισα κάτι βλακείες παίρνοντας το πιο ευγενικό ύφος απ' όσα διαθέτω στην γκαλερί «συζητήσεις στο κινητό» και την έκλεισα με συνοπτικές διαδικασίες. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω το γιατί αφού πρώτα διηγηθώ άλλη μία ιστορία.

ΥΠΟΘΕΣΗ Νο 2: Η ΣΤΕΛΛΑ
Ήταν μία ακόμη από εκείνες τις βραδιές (που είχαν πια γίνει νύχτες) που δεν μπορείς να αποφασίσεις μεταξύ του «καλή» και «κακή». Η προηγούμενη ήταν τόσο οργιώδης που καθιστούσε σχεδόν εφιάλτη τη συνάντηση με τον κολλητό μου που είχε έλθει για ένα βράδυ μόνο από την Ολλανδία. Δεν μπορούσα, βέβαια, να αντισταθώ σε ένα ακόμα ποτό, που σύντομα έγινε τρία-τέσσερα, και ύστερα από λίγο βρεθήκαμε να τρώμε χυλόπιτα από δύο συγκλονιστικά σνομπ -και συγκλονιστικά πανέμορφες- δεσποινίδες τις οποίες πιο πολύ προσεγγίσαμε just for the heck of it και χωρίς ιδιαίτερη ελπίδα, οπότε η χυλόπιτα ήταν περίπου διασκεδαστική και το τέλος της βραδιάς σχεδόν ανακουφιστικό.

Ήταν χειμώνας, ο Παύλος πήγε για τα παλτό μας όσο εγώ πλήρωνα και τότε ήλθε εκείνη η άλλη κοπέλα που καθόταν ακριβώς απέναντι και μου χαμογελούσε όλη τη νύχτα -πριν καν πάμε σε αυτές που μας χυλοπίτιασαν- και που της χαμογέλασα κι εγώ μια-δυο φορές αλλά που ούτε με ενθουσίαζε και τόσο για να πάω να της μιλήσω (η απάντηση βέβαια στο πρωταρχικό, προαιώνιο, κυρίαρχο εσωτερικό ερώτημα ενός άνδρα με το που βλέπει μια γυναίκα ήταν «ναι») ούτε και μπήκα στη διαδικασία να φαντασιωθώ τίποτα μαζί της -είπαμε, το προηγούμενο βράδυ είχα χορτάσει αρκετά. «Γεια, είμαι η Στέλλα. Δεν θα κάτσεις για άλλο ποτό, ε; Μένεις εδώ κοντά; Θες να φύγουμε μαζί;»

ΕΝΑ «ΝΑΙ» ΚΑΙ ΕΝΑ «ΟΧΙ»
Το σεξ με τη Στέλλα ήταν πυρηνικό. Και ας ήμουν τόσο χάλια από την προηγούμενη νύχτα. Μπράβο στο κορίτσι. Μετά σεβάστηκε το χάλι μου (πρέπει να με πήρε ο ύπνος στα 33 δευτερόλεπτα), με σκέπασε και έφυγε κυρία. Με τη Γεωργία δεν ξαναμίλησα ποτέ στο τηλέφωνο. Και στο γραφείο, όταν την έβλεπα από μακριά, έκοβα λίγο ρυθμό στο βήμα για να μη χρειαστεί να πάρω το ίδιο ασανσέρ ή έκανα μεταβολή, δήθεν ότι θυμήθηκα κάτι ξαφνικά, και ξανάμπαινα στο γραφείο μου για να αποφύγω ένα τετ-α-τετ στο διάδρομο. Γιατί «ναι» στη Στέλλα σε μια βραδιά που δεν πολυζητούσα το σεξ και γιατί «όχι» στη Γεωργία όταν το τηλεφώνημά της έμοιαζε με μάννα εξ ουρανού;

Η απάντηση δεν είναι και τόσο απλή. Κατ' αρχάς δεν έχει να κάνει με το αν είχα ή όχι διάθεση για σεξ. Υπάρχουν ιστορίες όπου ψαχνόμουν για σεξ κι εκείνη έκανε το πρώτο βήμα κι εγώ, φυσικά, πήγα. Υπάρχουν κι άλλες, με την εξίσωση δεν/δεν. Αυτές οι τέσσερις-πέντε ιστορίες στο σύνολο είναι αρκετές για να βγει το συμπέρασμα. Του γιατί ένας άνδρας μπορεί να ξενερώσει όταν εκείνη κάνει το πρώτο βήμα.

Επαναλαμβάνω: δεν έχει να κάνει με τη δική μου διάθεση. Ούτε έχει να κάνει με το πόσο ωραία ή άσχημη είναι. Φυσικά το να είναι το σύγχρονο αντίστοιχο της Άβα Γκάρντνερ βοηθάει στο να ενδώσω. Αλλά δεν κρίνουν αυτά την τελική απόφαση. Σχεδόν δεν παίζει καν ρόλο αν τίθεται θέμα «αντροσύνης» και παιξίματος του ρόλου του «Α-αρσενικού». Δηλαδή θα είχε περισσότερη αδρεναλίνη για μένα (και credits αυτοεπιβεβαίωσης) το να πήγαινα εγώ στη Στέλλα αντί να ερχόταν αυτή σ' εμένα ή να τηλεφωνούσα εγώ στη Γεωργία -αλλά ούτε κι αυτό θα έκρινε το τελικό αποτέλεσμα.

Το σημείο-κλειδί σε όλο αυτό το κείμενο είναι η κατάληξη των δύο ιστοριών. Το σεξ και το μη σεξ. Όταν εκείνη κάνει το πρώτο βήμα, οι προθέσεις της δεν είναι πάντα τόσο ταπεινές όσο όταν το κάνω εγώ. Της Στέλλας, δηλαδή, ήταν. Πόσο πιο σαφές ύστερα από τόσες ματιές, χαμόγελα, ύστερα από αυτή την ατάκα και μετά το γεγονός ότι με είχε δει να τρώω χυλόπιτα μισή ώρα πριν έλθει σ' εμένα; Της Γεωργίας όμως; Μπορεί εγώ να έδινα «ναι» στο πρωταρχικό, προαιώνιο, κυρίαρχο εσωτερικό ερώτημα ενός άνδρα με το που βλέπει μια γυναίκα αλλά στο μυαλό μου δεν είχα τη Γεωργία να θέτει ακριβώς τα ίδια ερωτήματα στον εαυτό της.

Οk, υπήρχε μια περίπτωση να είχα κάνει λάθος εκτίμηση και η Γεωργία να με έπαιρνε γιατί ήθελε σεξ της μιας νύχτας και μόνο. Αλλά υπήρχε η μεγαλύτερη περίπτωση η φαντασίωση να μετατραπεί πολύ εύκολα σε εφιάλτη. Σε «σχέση γραφείου» ή σε «γιατί δεν θες να κάνουμε σχέση (έστω γραφείου), βρε Παναγιώτη;» ή σε «ναι, κορίτσια, πήγα σπίτι του χθες το βράδυ και περάσαμε σούπερ». Και αυτό το τελευταίο θα έδινε πολύ περισσότερες πιθανότητες στο να μην καταφέρω ποτέ να κάνω τίποτα μ' εκείνο το αγγελικό πλάσμα, τη Βασιλική, τη «διπλανή» της Γεωργίας στο γραφείο, παρά στο να κάνω. Και μπορεί στο πρωταρχικό, προαιώνιο, κυρίαρχο εσωτερικό ερώτημα ενός άνδρα με το που βλέπει μια γυναίκα να απαντούσα «ναι» για τη Γεωργία αλλά για τη Βασιλική απαντούσα είκοσι πέντε «ναι» και δεν είχα κανένα σκοπό να αφήσω τις πιθανότητές μου να πάνε στο βρόντο.