Γιατί αυτή η γενιά ανδρών αρνείται να μεγαλώσει;

Γιατί αυτή η γενιά ανδρών αρνείται να μεγαλώσει;

Και γιατί η επιμήκυνση της εφηβείας δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα.
21 Σεπτεμβρίου 2012 Θοδωρής Γεωργακόπουλος

Έχω γνωστούς που κοντεύουν τα 40 και βγαίνουν σχεδόν κάθε μέρα και πίνουν και χορεύουν και γίνονται λιώμα στα μπαρ. Φίλοι μου, επίσης κοντά στα 40, εξακολουθούν να έχουν στον πυρήνα της ύπαρξής τους τα videogames. Πολλοί γνωστοί μου πάνω από τα 30 δεν βρίσκονται κοντά σε μια οικονομική αυτονομία αλλά χρωστάνε πολλές χιλιάδες ευρώ και εξαρτώνται από τις οικογένειές τους για την αποπληρωμή των χρεών τους. Λιγότεροι από τους μισούς ανθρώπους στο περιβάλλον μου έχουν παντρευτεί. Πολλοί, πολύ μετά τα 30, επιλέγουν να μην έχουν σταθερή σχέση και μένουν μόνοι ή με τους γονείς τους.

Η ζωή όλων είναι μια διαρκής πενταήμερη
Το φαινόμενο της επιμήκυνσης της μετεφηβικής ηλικίας έχει εμφανιστεί και καταγραφεί εδώ και αρκετά χρόνια με διάφορες παραλλαγές σε διάφορες μικρο-κουλτούρες της Δύσης, από το φαινόμενο της επιστροφής των παιδιών στο πατρικό τους μετά το κολέγιο στις ΗΠΑ μέχρι την καθυστέρηση της απαγκίστρωσης από την πατρική εστία στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Κύριο κοινό χαρακτηριστικό: η ολοένα μεγαλύτερη ηλικία κατά την οποία οι νέοι παντρεύονται και δημιουργούν οικογένειες (ένα στατιστικό: τo 1970 μόλις το 16% των Αμερικανών στις ηλικίες 25-29 δεν είχαν παντρευτεί. Σήμερα το ποσοστό είναι 55%). Τώρα όμως, μία δεκαετία περίπου μετά την πρώτη καταγραφή του φαινομένου, φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται για κάτι περιστασιακό ή αναστρέψιμο. Το φαινόμενο εντείνεται. Εδραιώνεται. Οι 28άρηδες του 2002 που έμεναν με τους γονείς τους, δεν ήξεραν τι θα κάνουν στη ζωή τους και ζούσαν σαν φοιτητές, το 2012 είναι στα 38, ακόμα δεν ξέρουν τι θα κάνουν στη ζωή τους και ακόμα ζουν σαν φοιτητές.

Γιατί συμβαίνει αυτό;
Εδώ και πολύ καιρό ξέραμε ότι η γενιά των σημερινών 30άρηδων στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο μεγάλωσε σε συνθήκες πρωτοφανούς ευημερίας και αυτό επηρέασε τόσο τους γονείς τους (που είχαν πια τη δυνατότητα και, κυρίως, τη διάθεση να τους παρέχουν όση στήριξη δεν μπορούσαν να έχουν από τους δικούς τους γονείς) όσο και τους ίδιους. Είμαστε μια γενιά που έχει μάθει να παίρνει χωρίς πολλές θυσίες και να απολαμβάνει τις πολυτέλειες της σύγχρονης ζωής χωρίς να μοχθήσει πάρα πολύ γι' αυτές. Οι συνθήκες στη δεκαετία του '70 ή του '60 ανάγκαζαν τους νεαρούς πολίτες να ωριμάσουν πιο γρήγορα. Λεφτά δεν υπήρχαν, ασφάλεια και σταθερότητα δεν υπήρχαν, οπότε η δημιουργία οικογένειας, η εξασφάλιση των προς το ζην και ενός, οποιουδήποτε, μέλλοντος προϋπέθεταν θυσίες. Αυτό το κλίμα δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ονειροπόληση και αθωότητα. Όποιος δεν σοβαρευόταν νωρίς, πεινούσε κι έτσι το αξιακό περιβάλλον της εποχής προσαρμοζόταν ανάλογα.

Τώρα όμως ζούμε αλλιώτικα. Από τη δεκαετία του '90 και μετά οι νεαροί Έλληνες είχαν ξαφνικά δυνατότητες να ταξιδέψουν, να σπουδάσουν και να αναβάλουν την ωρίμανσή τους με την υποστήριξη των γονιών τους, οι οποίοι δεν είχαν αυτές τις ευκαιρίες στην εποχή τους. Και απ' ό,τι αποδείχτηκε, αυτή η γενιά, που μπήκε στην εφηβεία από το '90 κι ύστερα, δεν έχει βγει από αυτήν ακόμα.

Εγώ, ας πούμε, διαπιστώνω ότι δεν έχω σταματήσει να παίζω videogames. Παλιά υπέθετα πως αυτό που με ανάγκαζε να ξενυχτάω ως παιδάκι μπροστά στην Amiga 500 και να παίζω Monkey Island μέχρι να χαράξει κάποια στιγμή θα έπαυε. Θα σταματούσα να αντλώ ευχαρίστηση από αυτά τα πράγματα, θα μεγάλωνα, θα απασχολιόμουν με άλλα.

Είκοσι χρόνια αργότερα και καθυστερώ να στείλω αυτό εδώ το κείμενο επειδή έπαιζα με τις ώρες ένα φοβερό παιχνίδι με κάτι ζόμπι στο iPad (Zombie Gunship, 1,59 ευρώ στο App Store), νιώθοντας ακριβώς τα ίδια πράγματα που ένιωθα μπροστά στην Amiga 500, την ίδια χαρά.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους φίλους μου που μπεκροπίνουν κάθε βράδυ. Νόμιζαν κι αυτοί ότι κάποια στιγμή οι νεανικές τρέλες τους θα σταματούσαν αλλά μεγαλώνοντας και αφήνοντας τη νεότητα διαπίστωσαν πως δεν σταματούν να τις αποζητούν και επίσης πως δεν υπάρχει και κανένας ιδιαίτερος λόγος που θα τους αναγκάσει να σταματήσουν να τις απολαμβάνουν, ίσα-ίσα.

Και βέβαια κάποιοι παντρεύονται, κάποιοι κάνουν οικογένειες και κάποιοι από εμάς μοιάζουν να σοβαρεύονται και να ωριμάζουν. Αλλά απ' ό,τι διαπιστώνω είναι λίγοι. Πλέον είναι μειοψηφία. Και ακόμα κι αυτοί προσπαθούν, όσο μπορούν, να διατηρούν τα χόμπι και την ανεμελιά της πρότερης ζωής τους, αφιερώνοντας στις νέες και πολύ σοβαρές ευθύνες τους όσο το δυνατό λιγότερο χρόνο και ενέργεια.

Κάποιος μπορεί να πει ότι μια παραγωγική βάση τόσο ανώριμη και κάπως αφασική δεν είναι καλό πράγμα για μια κοινωνία και, οπωσδήποτε, η θέα 35άρηδων ξενύχτηδων που χρωστάνε χιλιάδες ευρώ στις πιστωτικές τους και μένουν με τους γονείς τους δεν εμπνέει και πολλή αισιοδοξία για το μέλλον της. (Ο διάσημος hedge fund μάνατζερ Μπόαζ Γουάινσταϊν το είπε καθαρά στους Times, το χρέος της Ελλάδας είναι ανάλογο με το ποσοστό των ανδρών που ζουν ακόμα στο πατρικό τους).

Υποτίθεται ότι ανάμεσα στα 30 και τα 40 (για την Ελλάδα -σε άλλες χώρες το όριο ξεκινάει νωρίτερα) ο ενήλικας βρίσκεται στην πιο δημιουργική φάση της ζωής του. Αν είναι να χαραμίζει αυτά τα χρόνια παίζοντας videogames, πίνοντας και ψωνίζοντας, ζήτω που καήκαμε. Είναι μια άποψη σωστή.
Μα υπάρχει κι άλλη προσέγγιση στο φαινόμενο.

Η οικονομική δραστηριότητα όπως την ξέραμε τελείωσε. Η ιδέα της καριέρας με την παραδοσιακή έννοια, της παραμονής σε ένα επάγγελμα για πολλά χρόνια με μια σταδιακή ανέλιξη, τελειώνει επίσης. Αγορές ανατινάσσονται από τεχνολογικές καινοτομίες κάθε μέρα. Φούσκες σκάνε και ξαναφουσκώνουν μέσα σε λίγα χρόνια. Η ίδια η έννοια της εργασίας αλλάζει. Ακόμα και παλιά τοτέμ της εργασιακής ορθοδοξίας, όπως το Ελληνικό Δημόσιο, καταρρέουν. Και ταυτόχρονα οι κοινωνικές δομές ανασυντάσσονται επίσης. Η έννοια της πυρηνικής οικογένειας μοιάζει παρωχημένη -και οπωσδήποτε λιγότερο απαραίτητη πια στον κοινωνικό ιστό. Ζευγάρια κάνουν λιγότερα παιδιά ή επιλέγουν να μην κάνουν καθόλου. Παντρεύονται αργότερα ή καθόλου.

Καθώς οι πολίτες καθυστερούν την «ωρίμανσή» τους, η κοινωνία μεταλλάσσεται ώστε να τους το επιτρέπει. Γιατί να σοβαρευτεί και να δουλέψει για να κάνει καριέρα ένας Έλληνας το 2012; Ποια καριέρα; Σε ποια οικονομία; Και πόσο εύκολα θα θυσιάσει ένα ζευγάρι όποια ανεμελιά και όποιο ψήγμα οικονομικής άνεσης του έχει απομείνει για να φέρει στον κόσμο της Ελλάδας του 2012 έναν καινούργιο άνθρωπο;
Η ίδια η πραγματικότητα μοιάζει να έχει χάσει κάθε ίχνος ωριμότητας και σοβαρότητας.
Γι' αυτό μην την κοροϊδεύεις την παρατεταμένη εφηβεία των 30άρηδων και μην την υποτιμάς. Έχει νόημα και περιεχόμενο και -αν και δεν της μοιάζει- είναι ουσιαστική. Θυσιάζοντας πράγματα που μοιάζουν σοβαρά και ώριμα, οι έφηβοι ενήλικες κερδίζουν μια συνέχιση των καλών χαρακτηριστικών της παιδικότητας για πάντα -ή, έστω, για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα γίνεται. Δεν είναι κακό. Τα στοιχεία αυτά της παιδικότητας όλες οι προηγούμενες γενιές τα νοσταλγούσαν, τα έκλαιγαν. Μπορεί εκ πρώτης όψεως η απόλαυση που παίρνουν οι ενήλικες κάνοντας πράγματα εφηβικά να μοιάζει ρηχή αλλά δεν είναι, όχι απαραίτητα. Πολλές από τις ασχολίες αυτές βοηθούν το μυαλό να μείνει περισσότερο ανοιχτό για μεγαλύτερο διάστημα, για να μην πούμε για την έκκριση φυσικής, αγνής σεροτονίνης.

Η δικιά μας η γενιά λοιπόν μπορεί να μην παράγει τίποτα και να μη χτίζει τίποτα για το μέλλον αλλά αυτά τα στοιχεία της παιδικότητας, τα σπάνια και τα πεπερασμένα, τα κρατάει περισσότερο. Αν είχε να χτίσει και να παράξει, ναι, τότε θα το συζητούσαμε (γιατί τότε, μάλλον, θα είχε λόγους να μεγαλώσει). Αλλά δεν έχει. Παρέλαβε καμένη γη. Θα περάσει καιρός μέχρι να ξαναγίνει το έδαφος εύφορο. Είμαστε μια γενιά χαμένη. Ίσως δύο.
Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες κάτω των 25 είναι άνεργοι σήμερα. Δεν ξέρω αν και πότε θα γίνουν αυτοί οι νέοι εργαζόμενοι αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, ενήλικες δεν θα γίνουν ποτέ.