Μεγάλες προσδοκίες

Μεγάλες προσδοκίες

Τα φτηνά ρομάντζα μιλούν για ερωτευμένους που συνεννοούνται με τα μάτια και για πρίγκιπες που παντρεύονται χωριατοπούλες. Το δεύτερο είναι το πιο ρεαλιστικό κομμάτι τους.
21 Ιανουαρίου 2015 Αλίνα Χατζιδάκι. Εικονογράφηση Laurina Paperina

Όσο κι αν μεγαλώσουμε, όσα χρόνια κι αν μας χωρίζουν από την ηλικία που σκεφτόμαστε το πάρτι του Σαββάτου και είχαμε φανταστεί το γεγονός μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια από τη Δευτέρα, όσες φορές κι αν τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου όπως τα φανταζόμαστε, δεν μαθαίνουμε ποτέ. Δεν μαθαίνουμε ότι τα πλάνα που καταστρώνουμε στο μυαλό μας είναι φτιαγμένα για να παραμείνουν εκεί -πλην μερικών πρακτικών εξαιρέσεων που τυχαίνει να περνούν από το χέρι μας. Όχι επειδή όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο Θεός γελάει -πρέπει να πιστεύεις σε πολύ παράξενη θρησκεία για να θεωρείς ότι το Υπέρτατο Ον περνάει τον (ατελείωτο ομολογουμένως) καιρό του στήνοντας ψυχολογικές φάρσες στους homo sapiens. Απλά επειδή τα πλάνα μας σχεδόν πάντα περιλαμβάνουν και κάποιους άλλους ανθρώπους που εν τω μεταξύ εξυπηρετούν την τελείως προσωπική τους ατζέντα.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ

Γι' αυτό λοιπόν και αυτό που στο φανταστικό μας blueprint περί σχέσεων είναι αυτονόητο δεν εξυπακούεται για όλους. Σίγουρα πάντως όχι για εκείνον που κοιμάται μακαρίως δίπλα σου, ο οποίος πιθανώς αγνοεί ότι σήμερα έκλεισαν τέσσερις μήνες από την τελευταία φορά που φάγατε έξω και ότι αν μέσα σε 24 ώρες δεν καθήσεις σε ένα τραπέζι ωραία στρωμένο από κάποιον άλλο, φορώντας ωραία παπούτσια και δεν σε σερβίρουν τρία πιάτα που δεν μαγείρεψες εσύ, πιθανότατα θα πας στην κουζίνα και θα την κάνεις στάχτη για λόγους ισορροπίας. Οι μάταιες απαιτήσεις από το έτερον ήμισυ έχουν γίνει άπειρες φορές ταφόπλακα σε ρομαντικές σχέσεις που ξεκίνησαν με τις καλύτερες προϋποθέσεις και κατέληξαν με τόσα παράπονα εκατέρωθεν που θα έκαναν το Κατηγορώ του Ζολά να μοιάζει με το ημερολόγιο της Πάτι.

Βιβλία όπως το Άνδρες από τον Άρη, γυναίκες από την Αφροδίτη όφειλαν να είχαν καταστήσει σαφές ότι αφού δυσκολευόμαστε να συνεννοηθούμε με τα συμβατικά μέσα (π.χ., ομιλία ή post-it στην κουζίνα που γράφουν Στην επόμενη φορά που δεν θα κατεβάσεις τα σκουπίδια θα τα βάλω στο πορτ-μπαγκάζ σου και δεν θα σου το πω), θα έπρεπε να κρατάμε μικρότερο καλάθι όταν αποφασίζουμε να επικοινωνήσουμε μέσω υπονοούμενων και ακόμα μικρότερο όταν μας κυριεύει η ρομαντική πεποίθηση ότι η κοινή λογική και η καρμική σύνδεσή μας με τον άλλο μας απαλλάσσουν από τον κόπο να λέμε αυτό που θέλουμε. Επειδή ο άλλος, θεωρητικά, θα το καταλάβει από μόνος του. Ενδεχόμενο που είναι εξίσου πιθανό με το να αποκωδικοποιήσει το δίσκο της Φαιστού.



SAY SOMETHING, ANYTHING

Μου πήρε κάποιους μήνες (περίπου 53) μέχρι να πάρω απόφαση και να εκφράσω το λόγο που όταν επέστρεφα από τη δουλειά και έπρεπε να πάω να πάρω την κόρη μας από όποια γιαγιά είχε βάρδια τη δεδομένη μέρα, να τσεκάρω τα μαθήματά της και να ρίξω ένα τελείως προσχηματικό συμμάζεμα στο σπίτι, είχα τη διάθεση -και το ύφος- του Ζάχου Χατζηφωτίου όταν μιλάει για τη σημερινή Μύκονο.


Ο βασικός λόγος της δυσαρέσκειάς μου ήταν ότι μερικές φορές επέστρεφα σπίτι κι εκείνος ήταν ήδη εκεί και δεν είχε κάνει κάτι απ' όλα τα παραπάνω ώστε να μου κάνει τη ζωή πιο εύκολη και μάλιστα σχετικά με πράγματα που, θεωρητικά, δεν ήταν αποκλειστικά δική μου ευθύνη, όπως είναι, π.χ., το να κάνω αποτρίχωση στο μουστάκι. Έπειτα από πολύ καιρό που συσσώρευα νεύρα και τα ξεσπούσα κυρίως σε φανταστικούς διαλόγους που έκανα μόνη μου στο αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια των οποίων έθετα ερωτήσεις, απαντούσα (σημείωση για τον ψυχολόγο: όχι από μέσα μου) και φυσικά έφτανα στο σπίτι μπουρλότο, αποφάσισα να κάνω τη συζήτηση και με τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Είναι αποκαλυπτικό πόσα πράγματα σου διαφεύγουν όταν εξαντλείς την επιχειρηματολογία σου μόνο στον εαυτό σου -στην περίπτωσή μου, για παράδειγμα, μου διέφευγαν επιλεκτικά τα βράδια που ο σύντροφός μου μαγείρευε ενώ εγώ έριχνα πασιέντσες στο λάπτοπ ή τα πρωινά που έφευγε για το γραφείο περίπου πέντε ώρες πριν πιω τον πρώτο καφέ μου. Όχι πως βρισκόμαστε σε κάποιο ακριβοδίκαιο πάτσι -στα σπίτια όπου μένουν κανονικοί άνθρωποι και όχι κορεάτικα ρομπότ το απόλυτο 50-50 δεν υπάρχει. Η βασική πάντως αποκάλυψη ήταν ότι αυτό που εγώ περίμενα να γίνει αυτομάτως επειδή στην κοσμοθεωρία μου το «όλα στη μέση» είναι αυτονόητο, χωρούσε πολλή συζήτηση από τον αντίδικο, που στο δικό του πλάνο επικρατεί το πιο laissez faire «καθένας κάνει ό,τι μπορεί».

Με κίνδυνο να γίνω πιο βαρετή και από το τσάι του βουνού, το ζήτημα της επικοινωνίας είναι σχεδόν πάντα η σατανική μαύρη τρύπα που καταπίνει τις καλές προθέσεις σε μια σχέση. Και οι απαιτήσεις που δεν διατυπώνονται ποτέ είναι μια σημαντική παγίδα, γιατί δημιουργούν τις ιδανικές προϋποθέσεις για να συσσωρεύσεις τόσο πολλά παράπονα, ώστε μια μέρα ο άνθρωπός σου σε ρωτάει αν έχεις δει το τηλεκοντρόλ και του απαντάς με αίτηση διαζυγίου.


ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Μια γρήγορη έρευνα για τα πιο συχνά παράπονα μεταξύ ζευγαριών μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες έχουν πιο πρακτικά ράμματα για τη γούνα του αγαπημένου τους ενώ οι άνδρες περιμένουν περισσότερη συναισθηματική στήριξη. Εκείνος μπορεί να έχει ως βασικό παράπονο ότι η αγαπημένη του δεν δίνει ποτέ δεκάρα τσακιστή για το αν είχε μια πολύ κακή μέρα στη δουλειά, καθώς όποτε επιστρέφει με τους ώμους στα γόνατα και ένα μικρό μαύρο σύννεφο να βρέχει διακριτικά πάνω από το κεφάλι του, εκείνη δεν πιάνει το υπονοούμενο και αντί να του δείξει ένα μίνιμουμ ενδιαφέρον ή να του χώσει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, φλέγεται περισσότερο να μάθει τι έκανε τελικά με το λογαριασμό της συνδρομητικής.

 

Το τι περιμένει κανείς από ένα σύντροφο είναι ένα ερώτημα που έχει τις θεωρητικές, αόριστες απαντήσεις του -τρυφερότητα, αγάπη, ρομαντισμό- αλλά τα πιο συγκεκριμένα οφείλουν να συζητιούνται. Μια ωραία εξήγηση όπου εκείνος θα σου γνωστοποιήσει εγκαίρως πως όταν, π.χ., έχει τα νεύρα του, περιμένει να τον αφήσεις ήσυχο μέχρι να του περάσουν και οπωσδήποτε να μην του κάνεις αγαπούλες και άλλα νάζια που εκείνη την ώρα λειτουργούν ως οικιακό βασανιστήριο, είναι αρκετή. Όπως επίσης το να τον ενημερώσεις ότι ακόμα και αν γίνεις γριά μούμια έχεις την απαίτηση στα γενέθλιά σου να εμφανίζεται μια τούρτα που δεν έχεις αγοράσει μόνη σου. Οι οπαδοί του αυτονόητου θα πουν ότι τέτοιες διευκρινίσεις στέλνουν το ρομαντισμό περίπατο, η θεωρία όμως των εραστών που μιλούν με τα μάτια και ξέρει ο ένας τι ακριβώς θέλει ο άλλος χωρίς να του το πει υπάρχει μόνο στα λαϊκά τραγούδια και στα μεξικάνικα σίριαλ. Οι κοινοί θνητοί, ως είδος, συνεννοούμαστε με λέξεις. Και όποια αναρωτιέται ποιο το όφελος του να είναι ο φίλος της τρυφερός αφού του το ζητήσει πρώτα, ας αναλογιστεί ποια είναι η άλλη επιλογή της.

Σε τελική ανάλυση, ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει τι θέλουμε είμαστε εμείς οι ίδιοι και έχοντας σπαταλήσει σχεδόν όλη τη ζωή μας με βάση αυτή την πυξίδα, είμαστε πραγματικά καλοί σε αυτό, απλά πρέπει να μοιραστούμε λίγη από την εξειδίκευσή μας με τον άνθρωπο που καλείται και πιθανότατα θέλει να μας το δώσει. Αλλιώς θα πρέπει να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στο τηλεπαθητικό κληρονομικό χάρισμά του. Που δεν θα πρέπει να είναι και το δυνατό του σημείο, αν σκεφτεί κανείς ότι κι εκείνος περιμένει το δικό μας να εμφανιστεί.