Πού πήγε η αγάπη;

Πού πήγε η αγάπη;

Κάποτε έμενε σπίτι σου, τώρα κοντεύεις να ξεχάσεις και τη φωνή του. Είναι φυσιολογικό ή υπάρχει τρόπος να συνεχίσεις να κουβαλάς μαζί σου τους σημαντικούς πρώην στη νέα σου ζωή;
18 Δεκεμβρίου 2011 Χριστίνα Μπίθα
Ηταν ωραία γιορτή, όπως ακριβώς έπρεπε, με γέλια, ήλιο και - πολλά - απεριτίφ. Αλλά κάτι έλειπε και την επόμενη μέρα, μόλις συνήλθα από το hangover, κατάλαβα τι: δύο ακόμα τηλεφωνήματα. Εκείνα από τους δύο πιο σημαντικούς πρώην της ζωής μου για να μου ευχηθούν κι εκείνοι χρόνια πολλά για τα 40 μου χρόνια. Θα ήταν κάτι σαν κλείσιμο ματιού από δύο παλιούς φίλους που κάτι παραπάνω ξέρουν κι εκείνοι. Θα ήταν ωραίο δώρο. Συμβολικότατο. Αλλά όχι. Ούτε ο Άλκης (τρία χρόνια μαζί) ούτε ο Θοδωρής (πέντε) θυμήθηκαν τα πιο κομβικά, μέχρι στιγμής, γενέθλιά μου. Αυτό, ενώ μέχρι και πέρυσι με έπαιρναν τηλέφωνο ανελλιπώς μία φορά το χρόνο (και that was it) για να μου ευχηθούν ακόμα κι όταν παντρεύτηκα ενώ εκείνοι ήταν ακόμα εργένηδες, ακόμα κι όταν έγινα μαμά ενώ εκείνοι δεν είχαν ακόμα ιδέα τι σημαίνει «αλλάζω πάνες». Ίσως βαρέθηκαν πια να ασχολούνται με μια πρώην, όσο σημαντική κι αν ήταν κάποτε στη ζωή τους, κατέληξα φοβερά απογοητευμένη από το ερωτικό παρελθόν μου. «Στο κάτω - κάτω ένα τηλεφώνημα ήταν αυτό που μας ένωνε τόσα χρόνια. Με τους πρώην προφανώς αυτή είναι η μοίρα σου - και η δική τους», παραπονιόμουν λίγες μέρες αργότερα σε μια φίλη. «Δεν το καταλαβαίνω και πολύ αυτό», αντέτεινε εκείνη. «Εγώ έχω κρατήσει πολύ καλές σχέσεις και με τον Λευτέρη αλλά και με τον Γιάννη, έχουν γνωρίσει μάλιστα και οι δύο τον άνδρα μου και τώρα τηλεφωνιούνται κάθε τρεις και λίγο και ανταλλάσσουν ηλίθια ποδοσφαιρικά αστεία. Μάλλον κακή ιδέα να τους γνωρίσω». Και μάλλον λάθος φίλη για τη συγκεκριμένη συζήτηση. Ή μήπως, τελικά, εγώ είμαι φάουλ;

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ
Η αλήθεια είναι πως δεν γεννήθηκες για να κρατήσεις για πάντα μαζεμένες γύρω σου, σαν κηφήνες, τις παλιές αγάπες σου. Γιατί αυτό ακριβώς είναι, παλιές. Το να κρατήσεις σχέσεις με τους πρώην σου είναι κάτι που θέλει το χρόνο του, που δουλεύεται σιγά - σιγά (για να μην πω ωριμάζει σαν το καλό κρασί). Απαιτεί μια στοιχειώδη ανωτερότητα απ' όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και, φυσικά, να υπάρχει ως βάση μια αγάπη που ήταν προφανώς μεγαλειώδης στον καιρό της και δεν έχει καταστραφεί ολοσχερώς στο μεταξύ για διάφορους λόγους. Γιατί, άμα ψάξεις, πάντα βρίσκεται κάποιος λόγος για να μην είστε πια ούτε καν «καλοί γνωστοί». Όπως ότι χωρίσατε πραγματικά άσχημα. Ή ότι εκείνος ζηλεύει ακόμα γιατί δεν έχει προχωρήσει στη ζωή του όπως εσύ. Ή ότι εσύ δεν τον έχεις πραγματικά ξεπεράσει γιατί την τελευταία φορά που τον συνάντησες κι εκείνος είχε περασμένο το χέρι του στη μέση της καινούργιας κοπέλας του έτρεξες μετά ένα δίωρο γύρω - γύρω το πάρκο (υπό κανονικές συνθήκες προτιμάς να σε πατήσει τρόλεϊ παρά να κάνεις τζόκινγκ). Ή, τέλος, μπορεί να θεωρείτε και οι δύο πως δεν έχετε τίποτε άλλο πια να πείτε, τα αναλύσατε όλα τότε, από τον Μαρξ μέχρι την τελευταία ταινία του Γούντι Άλεν.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΠΕΤΑΛΟΥΔΩΝ
Για μένα ήταν πάντα περίπου αυτό. Ότι δηλαδή όσο μεγάλο, γεμάτο αστράκια κι αν ήταν αυτό που κάποτε έζησες με κάποιον δεν έχει πια και τόσο νόημα να το ψάξεις περαιτέρω εφόσον αυτό τελείωσε. Ίσως γιατί πραγματικά είναι άσκοπο το να προσπαθήσεις να επανενώσεις κάποιες παρελθοντικές ψηφίδες σε τέτοιο βαθμό ώστε να πηγαίνεις μαζί τους και σινεμά για να εξακολουθείς να έχεις χειροπιαστή απόδειξη της τότε ζωής σου. Γι' αυτό μπορεί να είχα κρατήσει κάποιες τυπικές σχέσεις, αλλά μέχρι εκεί. Μπορεί ασυνείδητα βέβαια και να περίμενα πως αυτό θα γίνει από μόνο του, πως όταν θα είχα επιτέλους προχωρήσει παρακάτω εκείνες θα έρχονταν και θα μου χτυπούσαν την πόρτα από μόνες τους. Μόνο όμως αφού πια (ή ακριβώς επειδή) απέκτησα ολόκληρη δική μου οικογένεια άρχισα να αναπολώ πραγματικά αυτό το παρελθόν. Με συγκεκριμένα παραδείγματα και ερωτήσεις και διλήμματα ικανά να βγάλουν νοκ άουτ και τον πιο στωικό ψυχαναλυτή. Όπως, ας πούμε, όταν ήμουν ζευγάρι με τον Άλκη έπαιζα συνέχεια σκραμπλ με τη μαμά του ενώ τον μπαμπά του, από ένα σημείο και μετά, τον αποκαλούσα με το παρατσούκλι με το οποίο είχε δικαίωμα να τον φωνάζει μόνο η οικογένειά του. Τι να κάνουν τώρα οι γονείς του; Αν τους ξαναδώ κάποια στιγμή, να προσφωνήσω άραγε τον μπαμπά του Πέτροβιτς όπως παλιά ή σκέτα κύριο Άρη; Γιατί δεν μείναμε φίλοι με τον Άλκη; Και πώς είναι δυνατόν ο Θοδωρής, με τον οποίο λέγαμε μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι θα κάνουμε πέντε παιδιά, να μη γνωρίζει ούτε καν εμφανισιακά την ενάμισι έτους κόρη μου; Σε τελική ανάλυση, γιατί δεν πάμε για ένα φαγητό; Αυτό ήταν; Όλα αυτά που ζήσαμε πάει, πέρασαν; Τι απέγινε όλο εκείνο το ανθρώπινο δράμα που έζησα κάποτε; Εκτός από κάτι ραβασάκια και το «τραγούδι μας», δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να μας θυμίζει τα παλιά; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει και κάτι άλλο ύστερα από αυτό; Αν όχι η φυσική παρουσία του άλλου, ξέρω γω, ένας τοίχος σχολίων όπου να πηγαίνεις κι εσύ και όλοι τους και να γράφετε όποτε σας έρθει κάτι για εσάς, όπως «ήταν ωραία που σε συνάντησα» ή «θέλεις να δώσουμε από τώρα ραντεβού σε δέκα χρόνια;» Μιλάω πάντα για μένα, βέβαια, που μόνο μια φορά πήγα σινεμά με πρώην «φιλικά» κι αυτό γιατί είχα απώτερα σχέδια στο μυαλό μου (επανένωση, δεν πέτυχε).

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ
Ή, πάλι, ίσως συμβαίνει και κάτι άλλο (που με συμφέρει περισσότερο). Όπως λέει και ο πρώτος νόμος της χημείας, «τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν δημιουργείται από το μηδέν, όλα αλλάζουν». Περίπου αυτό δηλαδή στο οποίο καταλήξαμε τελικά με τη φίλη μου (μια χαρά αποδείχτηκε γι' αυτήν τη συζήτηση). Μια σημαντική σχέση, δηλαδή, που υπήρχε και που πέρασε παραμένει οιονεί παρούσα, γιατί με τη σειρά της έπαιξε κάποιο βασικό ρόλο στη ζωή σου. Μαρκάρισε (όπως κάνουν τα σκυλιά) τη δική της χρονική περιοχή για πάντα. Σε έκανε ίσως πιο δυνατή, ίσως πιο ευάλωτη, πιο ευγνώμονα, πιο χαρούμενη, πάντως σίγουρα σου χάρισε κάτι λίγο από αυτό που τώρα είσαι, εδώ που έχεις φτάσει, μ' εκείνον που τελικά (;) έχεις φτάσει. Δεν είναι αλήθεια άλλωστε πως τα πάντα είναι αλληλένδετα;

Άρα η απάντηση στο πού πήγε η αλλοτινή αγάπη (μπορεί να) είναι πως, πολύ απλά, αυτή εξελίχθηκε σε κάτι άλλο. Ότι δεν χάθηκε απαραίτητα μόνο και μόνο επειδή δεν κάνουμε πια και τόση ή καθόλου παρέα. Δεν χάθηκαν αυτά τα τρία, πέντε, δέκα χρόνια συνύπαρξης επειδή οι ζωές μας χωρίστηκαν γιατί ερωτευτήκαμε άλλους στο μεταξύ. Ίσως μερικές φορές περισσότερο από το έμψυχο υλικό να μετράει το άψυχο, σε αυτή την περίπτωση οι ωραίες αναμνήσεις, το σκραμπλ που άφησες για πάντα στη μαμά του Άλκη για να 'χει να παίζει (με άλλη). Όλο αυτό το, μοναδικό στο είδος του κάθε φορά, δέσιμο που βιώσαμε με τον κάποτε άνδρα της ζωής μας έχει τώρα μετουσιωθεί, χωρίς καμία επιπλέον εξωτερική βοήθεια, σε κάτι άλλο που πάντα θα υπάρχει. Κάτι που θα κουβαλάς μέσα σου είτε το θέλεις στην τελική είτε όχι. Είναι κάπως σαν όταν κάνεις ανακύκλωση: βάζεις στην άκρη ο, τι δεν χρησιμοποιείς πια κι αυτό με τη σειρά του επαναχρησιμοποιείται σε άλλη μορφή, πολλές φορές ακόμα πιο χρήσιμη από την αρχική.

ΧΩΡΙΣ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ
Για να το πάμε ακόμα πιο πέρα, θυμήθηκα αυτό το υπαρξιακό debate με αφορμή μια διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής της διάσημης καθηγήτριας - ψυχαναλύτριας Τζούλια Κρίστεβα με θέμα το μητρικό πάθος. Για τους ψυχαναλυτές, το μωρό βγαίνει στον κόσμο όταν το ίδιο αισθανθεί πως έχει αυτονομία. Υπάρχει δηλαδή μια συγκεκριμένη θέληση στον ψυχισμό του που το εξωθεί να «ελευθερωθεί». Είμαι ελεύθερος σημαίνει έχω το κουράγιο να πάω πιο πέρα, να αφήσω αυτό που έζησα, να φύγω από εδώ, το τάδε σημείο (τον τάδε άνθρωπο), και να πάω κάπου αλλού, σε κάποιο άλλο σημείο.

Οπότε το γεγονός ότι πριν από λίγο καιρό που έγινα 40 οι δύο Πρώην μου (και πάντα) Αγαπημένοι εξαφανίστηκαν από προσώπου γης, για πρώτη φορά ύστερα από αρκετά χρόνια μιας τυποποιημένης, έστω, αλλά σημαντικής για μένα εθιμοτυπίας, λέω να το αποδώσω - λίγο αυθαίρετα - εκτός από τη χημεία και στην ψυχανάλυση. Θέλω να πιστεύω πως δεν εξαφανίστηκαν επειδή με ξέχασαν αλλά, πρώτον, ότι η αγάπη είναι πάντα εκεί άσχετα με το αν σηκώσεις ή όχι το ακουστικό και, δεύτερον, επειδή θεώρησαν πως έγινα επιτέλους μεγάλη γυναίκα, πως δεν έχω πλέον ανάγκη ούτε καν αυτό το ετήσιο τηλεφώνημα - κι έτσι με άφησαν πια ελεύθερη να πάω μόνη μου προς τα μπροστά. Είναι κι αυτό μια μορφή ενηλικίωσης.