My broke Valentine: ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης

My broke Valentine: ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Στο κλίμα των ημερών, οι περισσότεροι συμφωνούμε ότι η ιστορία πρέπει να γραφτεί από την αρχή. Επί τη ευκαιρία ίσως χρειαστεί να βάλουμε στη λίστα του rewriting και ό,τι ξέραμε μέχρι σήμερα περί ρομάντζου.
07 Ιουνίου 2012 Αλίνα Χατζιδάκι. Εικονογράφηση: Laurina Paperina

Βέβαια ο αληθινός έρωτας εκκαθαριστικό δεν κοιτάει και όπως λένε οι Σαολίν μοναχοί και η Τζένιφερ Λόπεζ επίσης, τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία και τα καλύτερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν. Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε και βγάλαμε από τη μέση τον καπιταλιστικό δάκτυλο που δεν χωράει στην ανατομία των αισθημάτων, μια πρακτική, ίσως και πεζή ματιά στο πώς ακριβώς διαμορφώνεται το άθλημα του dating στις μέρες της μεγάλης κρίσης έχει το ενδιαφέρον της. Όπως όλες οι αχαρτογράφητες περιοχές άλλωστε.

 

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Όσοι βγήκαν ραντεβού, έκαναν σχέσεις, φλέρταραν και τους φλέρταραν και εν πάση περιπτώσει δεν είχαν την προσωπική ζωή ενός συνδετήρα τα τελευταία είκοσι χρόνια μάλλον ξέρουν ότι τα χρήματα ήταν ένα απαραίτητο εργαλείο της διαδικασίας. Όχι σκοπός (τουλάχιστον όχι για όλους) ή κριτήριο (παρομοίως) αλλά μέσο. Τα μπαρ, για παράδειγμα, όπου οι ενήλικες αστοί γνωρίζονται μεταξύ τους και ψυχαγωγούνται δεδομένου ότι δεν περιμένουν τη θεία από το Σικάγο να κυνηγήσει ταίρια για λογαριασμό τους, ως γνωστόν δεν δέχονται χειροποίητα καλάθια ή αυγά έναντι των μοχίτο που σερβίρουν. Ούτε τα βενζινάδικα, τα ανθοπωλεία, τα ρομαντικά ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, που μέχρι τώρα έπαιζαν το δικό τους, περιφερειακό ρόλο στις ιστορίες αγάπης, είναι πλέον φιλικά προς το χρήστη που έχει να διαλέξει μεταξύ του να εντυπωσιάσει το αντικείμενο του πόθου του ή να τακτοποιήσει τη δόση της κάρτας η οποία εκκρεμεί από τότε που στην Ελλάδα απαγορευόταν η εισαγωγή μπανάνας. Τώρα πρέπει να ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε ως κανόνες του dating –και όσοι παίζουν ακόμα το παιχνίδι, να βρουν καινούργιους.

 

Τέρμα λοιπόν στη γαλαντομία του επίδοξου εραστή, που ως τζέντλεμαν παλαιάς κοπής παράγγελνε το ένα ποτό μετά το άλλο, και όχι γιατί εξέλειψε η γαλαντομία ή το πρότυπο ξεπεράστηκε αλλά επειδή απλά τελείωσαν τα καύσιμα. Μαζί με αυτό, βέβαια, τέρμα ευτυχώς και οι επιδειξιομανείς μπαμπουίνοι που νόμιζαν ότι με το που μια γυναίκα έβλεπε το πανάκριβο αυτοκίνητό τους θα στόχευε υπνωτισμένη τον καβάλο τους, αλλά αυτό το καλό που έρχεται ως μπόνους μαζί με το ξεβόλεμα δεν είναι μεγάλη παρηγοριά αν είσαι μόνος ή μόνη εκεί έξω και δεν ξέρεις τι να περιμένεις.

 

A TIME TO FORGET

Σήμερα διλήμματα του τύπου ποιος πρέπει να πληρώσει στο πρώτο ραντεβού φαίνονται απείρως ανόητα. Όποιος μπορεί, είναι η απάντηση, που σε πρακτικό επίπεδο δουλεύει αλλά συμβολιστικά δεν είναι ό,τι πιο ευκολοχώνευτο για τα δύο φύλα που έμαθαν να αντιλαμβάνονται την αξία της γοητείας από κάτι τέτοιες λεπτομέρειες. Προ πενταετίας, το να δεχτεί ο συνοδός σου να πληρώσεις στην πρώτη σας έξοδο ήταν ένας πολύ καλός λόγος να εξετάσεις το ενδεχόμενο να είναι ένας loser με περικεφαλαία και όποια ισχυριστεί το αντίθετο τα συγχαρητήριά μου για την ακεραιότητα αλλά καλό θα ήταν να πάει να τσεκάρει τα ανδρογόνα της. Ένα ρομαντικό δείπνο με το λογαριασμό μοιρασμένο 50-50 επίσης ήταν μια κάποια ένδειξη ότι ο τύπος απέναντί σου ίσως και να μη βλέπει στο πρόσωπό σου τη γυναίκα της ζωής του για την οποία θα έκανε τα πάντα, ακόμα και τα πιο τρελά πράγματα, όπως π.χ. να πληρώσει τη σαλάτα της. Καλό, κακό, δεν έχει πια και τόση σημασία, αν και μερικοί βλέπουν την εξέλιξη μόνο θετικά. Η θεωρία ότι επιτέλους ήρθε η ώρα οι άνθρωποι να κοιταζόμαστε στα μάτια είναι ίσως η πιο αισιόδοξη στάση ζωής που μπορείς να ακολουθήσεις στις δύσκολες ώρες, η μεταφορά από τη θεωρία στην πράξη του αθάνατου παιχνιδιού της χαράς κι ας προτιμούν οι κυνικοί να λένε ότι αυτό θα πει να κάνεις την ανάγκη φιλοτιμία. Το να επανεκτιμήσουμε αξίες εκτός του εκκαθαριστικού δεν είναι καθόλου κακή ιδέα, αντίθετα είναι ένδειξη πολιτισμού. Το κακό είναι μόνο ότι ο πολιτισμός είναι ζήτημα εξέλιξης και προκύπτει με το μαλακό. Δεν είναι κάτι στο οποίο καταφεύγεις επειδή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς και επειδή αν συνέχιζες να κρίνεις βάσει εισοδήματος θα έπρεπε να πάρεις μια κούτα στον ώμο και να πας να ζήσεις μόνος στο πιο ψηλό βουνό.

 

ΤΙΜΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ Η ΑΓΑΠΗ

Άσχετα με τη φιλοσοφική τοποθέτηση καθενός στην κατάσταση που γνωρίζαμε ως κανόνες του παιχνιδιού, το γεγονός ότι όλα άλλαξαν παραμένει. Όπως επίσης και ότι δύο-τρεις γενιές που έμαθαν να πορεύονται στα αισθηματικά τους με έναν άλφα τρόπο, σήμερα δεν ξέρουν πώς ακριβώς θα κρατήσουν το κομμωτήριο ανοιχτό. Γιατί το να βγεις με τους όρους που έχεις συνηθίσει και όχι με μπάτζετ αντίστοιχο με τα κονδύλια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης για μπαλέτα του Καν Καν δεν υφίσταται ως πιθανότητα. Το να αντιληφθείς αν ο περί ου ο λόγος έχει οικονομική δυνατότητα να ζήσει οικογένεια κρίνοντας, π.χ., από τη δουλειά του ή το αυτοκίνητο ή το σπίτι του (ξέρω, σας σοκάρω) επίσης δεν παίζει, δεδομένου ότι είναι πολύ πιθανό την επαύριο να του έχει πάρει η τράπεζα και τις ζάντες. Τα ρομαντικά γουικέντ στο βουνό είναι λιγότερο ρομαντικά όταν το ξενοδοχείο έχει ένα μπάνιο για δύο ορόφους και ακόμα λιγότερο όταν έχεις φτάσει εκεί με το ΚΤΕΛ, με μια γιαγιά να ροχαλίζει μακαρίως στον ώμο σου, αφού το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου δεν γεμίζει με θετικές σκέψεις. Όσο για το ερώτημα αν είναι καλύτερα να βρίσκεστε στο σπίτι σου ή στο σπίτι του είναι για πολλούς πλέον τελείως ακαδημαϊκό, μια και το πιο πιθανό είναι να μένουν αμφότεροι με τη μαμά και τον μπαμπά τους, οπότε δεν είναι ούτε καλύτερο ούτε καν εφικτό να βρίσκονται γενικά.

 

Και αν οι σχέσεις είναι πια πρακτικά δύσκολες, η μετεξέλιξή τους δεν είναι γραμμένη με τα καλλιγραφικά της επιτυχίας. Οι μέχρι πρότινος καλοζωισμένοι ακόμα ελπίζουν σε ιδανικές συνθήκες (ιδιόκτητο σπίτι, εγγυημένο εισόδημα, οικιακή βοηθό, τη Μαίρη Πόπινς εσωτερική) για να κάνουν οικογένεια. Οι πιο πρόθυμοι να σκληραγωγηθούν είναι συνήθως εκείνοι που δεν έχουν πολλά να χάσουν, μόνο που στην παρούσα στιγμή είναι οι ίδιοι που σκέφτονται να μεταναστεύσουν για λόγους επιβίωσης, οπότε από άλλου είδους μακροχρόνιες δεσμεύσεις προτιμούν να πάνε για πουρνάρια.

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σερφάροντας στο ίντερνετ διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι επινοούν διάφορους τρόπους για να αντιμετωπίσουν τα εμπόδια που βάζει η οικονομική κρίση στο στίβο της προσωπικής ζωής. Δυστυχώς δεν είναι όλοι ιδιαίτερα ευφάνταστοι. Σε κάποια ανδρικά sites και σελίδες, λόγου χάρη, το σύνθημα είναι «κατάκτησέ την με την ευαισθησία σου», ενώ δεν λείπουν και οι πιο πρακτικές συμβουλές για ραντεβού στα χρόνια της έλλειψης μετρητών. Μία από αυτές πρότεινε ρομαντικές βόλτες στο πάρκο με μια ζεστή σοκολάτα στο χέρι, που δεν κοστίζει τίποτα, ειδικά αν φέρεις το ρόφημά σου από το σπίτι, όπως σας ορκίζομαι ότι έγραφε ο απελπισμένος συντάκτης απευθυνόμενος σε ενήλικες και όχι στο κοινό του Μπομπ Σφουγγαράκη. Στο απέναντι στρατόπεδο, οι κυρίες ψάχνουν τρόπους να διακρίνουν πότε ο σύντροφός τους εφαρμόζει αναγκαία οικονομική πολιτική λιτότητας ή είναι απλώς σπαγκοραμμένος. Υπήρξαν και κάποιες πιο αποφασιστικές, σύντροφοι ή πρώην σύντροφοι ανδρών που κάποτε είχαν τον τρόπο τους, οι οποίες μέσα από ένα blog δημιούργησαν μια ομάδα και στις επίσημες συναντήσεις τους έπιναν κοκτέιλ ανταλλάσσοντας τραυματικές εμπειρίες (απέλυσαν την οικιακή βοηθό, αναγκάστηκαν να ασχολούνται με τα παιδιά τους, στερήθηκαν τον προσωπικό τους γυμναστή, ο άνδρας τους είχε κατάθλιψη και τους χαλούσε τη διάθεση). Μετά τις ανακάλυψαν οι NY Times, τις έκραξε όποιος είχε πληκτρολόγιο και blog και η ομάδα καταργήθηκε σε μια σπάνια περίπτωση όπου η λογική υπερισχύει της ακραίας ανοησίας.

 

ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Οι θεωρητικοί του όσο πιο παλιά τόσο πιο καλά είναι βέβαιοι πως το αληθινό αίσθημα δεν χάνεται ποτέ, όχι πάντως από έλλειψη μετρητών. Σε αυτόν το βαθμό πιθανότατα έχουν δίκιο αλλά όταν μπαίνει στη μέση το επιχείρημα ότι γενιές και γενιές πριν από τη μεγάλη φούσκα ζούσαν και ερωτεύονταν, παρά την όποια στενότητα, άρα οι σημερινοί ενδιαφερόμενοι είναι απλά κακομαθημένοι που παραπονιούνται, πάνε περίπατο μερικές παράμετροι που έχουν τη σημασία τους. Όπως, για παράδειγμα, ότι μια γυναίκα που είχε περάσει Κατοχή ενδεχομένως να ενθουσιαζόταν με την προοπτική μιας πάστας ως απαύγασμα ραντεβού-εξτραβαγκάντζας, οι σημερινοί άνθρωποι όμως καλούνται να σβήσουν από το σκληρό τους αναμνήσεις πολυτέλειας που ανήκουν στο πολύ κοντινό παρελθόν. Πριν αρχίσουμε να ενθουσιαζόμαστε με μικρές απολαύσεις, πρέπει να σταματήσουμε να νοσταλγούμε αυτά που ανέκαθεν θεωρούσαμε αυτονόητα και παράλληλα να κλείσουμε τα μάτια στα πρότυπα του Κυρίου Τέλειου που συνεχίζουν ακάθεκτα, κρίση-ξεκρίση. Γιατί η γυναίκα του ’50 μπορεί να ανέβαινε με χαρά στην καρότσα του γείτονα για μια εκδρομή στη θάλασσα αλλά κανείς δεν της είχε τηγανίσει προηγουμένως τα εγκεφαλικά κύτταρα προβάλλοντας επί δέκα χρόνια το Sex and the City όπου κάθε μέτριο θηλυκό δικαιούται έναν Mr Big και ακριβό διαμέρισμα.

 

Η αληθινή ιστορία φυσικά είναι πιο βαθιά και πιο στενόχωρη. Μιλάει για την απογοήτευση και την ακύρωση που νιώθει κανείς, ανήμποροι όλοι να αντλήσουμε επιβεβαίωση από εκεί που κάποτε την είχαμε σίγουρη. Οι κανόνες όμως άλλαξαν και τα δάκρυα πάνω από το γάλα που χύθηκε δεν ωφέλησαν ποτέ κανένα. Μέχρι να βρεθούν οι καινούργιοι, θα κάνουμε ό,τι κάναμε πάντα και θα προχωρήσουμε στα τυφλά γενικά και ειδικά στις απαιτήσεις μας από τη ρομαντική ζωή μας. Σε δύο χρόνια από τώρα βάζω στοίχημα ότι θα είμαστε όλοι σοφότεροι.