Γυναίκες, το πλούσιο φύλο

Γυναίκες, το πλούσιο φύλο

Μια νέα θηλυκή μεσαία τάξη κερδίζει περισσότερα από τους άνδρες και αλλάζει τις σχέσεις και την οικονομία.
01 Αυγούστου 2012 Μιχάλης Σκαφίδας
Το εξώφυλλο του Τime με θέμα το καλοκαιρινό best seller της ρεπόρτερ Liza Mundy.
1
2
3
4
Οι γυναίκες είναι πια πλουσιότερες από τους άνδρες. Αν δεν το έχετε προσέξει, κοιτάξτε γύρω σας. Ίσως όχι στη γειτονιά, στο άμεσο περιβάλλον, στην πλατεία Συντάγματος όπου τα αγόρια της Βουλής προσπαθούν να αναστήσουν την ελληνική οικονομία που οι πολιτικοί άνδρες της Ελλάδας σταύρωσαν με το πάθος των Ιουδαίων. «Αν η Ελλάδα κυβερνιόταν από γυναίκες ίσως η οικονομία της να μην είχε ποτέ ναυαγήσει», πιθανολογεί η Κάρι, μια Αμερικανίδα φίλη και οικονομική αναλύτρια από το πανεπιστήμιο της πόλης της Νέας Υόρκης. Θεωρίες, θα μου πείτε. Αλλά οι γυναίκες, όπως υπενθυμίζει η Κάρι, είχαν πάντα αδυναμία στο νοικοκύρεμα –του σπιτιού και των εξόδων. Όσο τα αγόρια έτρεχαν να κυνηγήσουν το όνειρο, τη μόρφωση και το χρήμα, σε εποχές που οι γυναίκες ήταν καρφωμένες στο σαλόνι ή στην κουζίνα, εκείνες μάθαιναν να κάνουν κουμάντο στην ανδρική σπατάλη και στο χρήμα που πολλές φορές πήγαινε κρίμα. Τις έδερναν και τις χώριζαν γι’ αυτό οι αφέντες τους ή, σπανιότερα, τις άκουγαν και όλα πήγαιναν καλύτερα. Κάπως έτσι τα χρόνια κύλησαν και όταν μπήκε ο 20ός αιώνας οι γυναίκες άρχισαν να βγαίνουν από το καβούκι της ανισότητας επειδή τα αγόρια έπρεπε να πάνε να πολεμήσουν. Στο καλό! Ήταν ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους που η διασημότερη Αγγλίδα συγγραφέας της γενιάς της, η Βιρτζίνια Γoυλφ, το 1929 αναρωτήθηκε τι ήταν καλύτερο για μια γυναίκα αν έπρεπε να διαλέξει μόνο ένα: το δικαίωμα της ψήφου ή η οικονομική ανεξαρτησία; Από τα δύο, συμπέρανε η συγγραφέας της Κυρίας Νταλαγουέι, το χρήμα ήταν «απέραντα το πιο σημαντικό».

Το επιχείρημα της Γουλφ ήταν πως αν οι άνδρες μεσουράνησαν επί αιώνες στις επάλξεις της πολιτικής, της διανόησης και της μόρφωσης αυτό δεν συνέβη τόσο επειδή υπήρχε κάποιο κόλλημα με το γυναικείο μυαλό όσο επειδή οι γυναίκες δεν είχαν τη δυνατότητα να έχουν τα δικά τους χρήματα ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν γυναικεία κολέγια και να ζήσουν σε μια δικαιότερη πραγματικότητα, όπου ο Σέξπιρ και η ανδροπαρέα του δεν θα φιγουράριζαν και στις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Στην τρίτη χιλιετία, οι γυναίκες του δυτικού κόσμου μπορεί να ζουν σε μια άλλη –δικαιότερη;– πραγματικότητα αλλά ο προβληματισμός της Γουλφ παραμένει τόσο διαχρονικός όσο και η μνήμη της κυρίας Νταλαγουέι. Όπως επιχειρηματολογεί η Αμερικανίδα ρεπόρτερ Λίζα Μούντι στο καλοκαιρινό μπεστ-σέλερ της Το πλουσιότερο φύλο: πώς η νέα πλειοψηφία των θηλυκών breadwinners μεταμορφώνει το σεξ, την αγάπη και την οικογένεια, η Γουλφ ίσως και να είχε δίκιο: τελικά δεν ήταν η ψήφος ή η μόρφωση που θα χειραφετούσαν τη γυναίκα, ήταν το χρήμα και η οικονομική ανεξαρτησία που θα την οδηγούσαν στην κάλπη, στο Χάρβαρντ, στο Bundestag και στο Λευκό Οίκο. Μπορεί στη λίστα του Forbes με τους είκοσι πλουσιότερους ανθρώπους της χρονιάς στον πλανήτη να υπάρχουν μόνο δύο γυναίκες –στο Νο 11 η Αμερικανίδα Κρίστι Ουόλτον της Wall Mart και στο Νο 15 η Γαλλίδα Λίλιαν Μπετανκούρ της L’ Oréal– αλλά η Μούντι αναζητάει και αναλύει τον πλούτο των γυναικών πέρα από τις λίστες του Forbes, σε μια νέα μεσοαστική καθημερινότητα όπου οι γυναίκες μεσουρανούν ως breadwinners, δηλαδή ως «κουβαλητές» και «στηρίγματα οικογενειών».

ΕΝΑΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΑΠΟ ΠΤΥΧΙΟΥΧΕΣ
Σύμφωνα με μια πρόσφατη στατιστική που αναφέρει το Newsweek, το αμερικανικό περιοδικό που αναστήθηκε χάρη στη διαβολιά της εργασιομανούς Τίνα Μπράουν, «οι γυναίκες γέμισαν το 75% των 8 εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν από το 2000 (στην Αμερική)». Όπως συμπληρώνει η Μούντι, «στην Ιαπωνία και στη Βρετανία οι ανύπαντρες νέες γυναίκες κερδίζουν πλέον περισσότερα από τους συνομήλικους ανύπαντρους άνδρες. Στη Νότια Κορέα οι δείκτες απασχόλησης των γυναικών ηλικίας 20-30 χρόνων είναι υψηλότεροι από αυτούς των ανδρών... Και οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο ξεπερνούν τους άνδρες ακαδημαϊκά σε βαθμό που λίγοι αντιλαμβάνονται». Δεν είναι νέο ότι στα πανεπιστήμια της Αμερικής, της Αγγλίας, του Καναδά και πολλών άλλων χωρών οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα του φοιτητικού πληθυσμού. Όσο για τις επιδόσεις τους, η μελέτη της Μούντι μου κίνησε την περιέργεια. Ανοίγω το τεφτέρι με τη βαθμολογία των τελευταίων εφτά ετών στο πανεπιστήμιο της πόλης της Νέας Υόρκης όπου διδάσκω Συγκριτική Λογοτεχνία και Δημιουργική Γραφή. Τα τέσσερα στα έξι Α που έχω δώσει, παρατηρώ, πήγαν σε κορίτσια. Σύμπτωση; Θα μου πείτε, λογοτεχνία! Αλλά ακόμα και αν η σοφία του Όμηρου, του Σέξπιρ και της Γουλφ θεωρείται περιττή στις μέρες του facebook, οι γυναίκες διαπρέπουν εξίσου στα οικονομικά, στα νομικά, στην ιατρική, στις επιστήμες. Αλλιώς η 43χρονη Σέριλ Σάντμπεργκ δεν θα ήταν η CEO του facebook, μία από τις ισχυρότερες business women σε μία από τις ισχυρότερες εταιρίες στον πλανήτη. Σε μια πρόσφατη ομιλία της η Σάντμπεργκ παραπονέθηκε πως οι γυναίκες αποτελούν μόνο το 13% των κυβερνήσεων στον κόσμο. Αυτό, όμως, αλλάζει. Και αλλάζει επειδή, όπως εξηγεί η Μούντι, η άνοδος των γυναικών ξεκινάει από τα χαμηλά, τη μεσαία τάξη όπου οι γυναίκες breadwinners διαμορφώνουν τη ροή, τις αξίες και τις προτεραιότητες μιας νέας κοινωνίας.

Όταν αλλάζουν οι προτεραιότητες και οι στόχοι των γυναικών, αυτομάτως αλλάζει βεβαίως και ο τρόπος ζωής των ανδρών. Οι πάλαι ποτέ φεμινίστριες ονειρεύτηκαν κάποτε τον πιθανό ευνουχισμό των ανδρών ως αποτέλεσμα της γυναικείας ανεξαρτησίας. Ως γνωστόν οι ακραίες φεμινιστικές φαντασιώσεις πέρασαν στο χρονοντούλαπο των απραγματοποίητων σεναρίων παρέα με τη σοσιαλιστική θεωρία του Μαρξ. Διότι καμία γυναίκα στη μετά το Sex and the City εποχή –αλλά και πριν φαντάζομαι– δεν επιθυμεί τον άνδρα ευνουχισμένο. Αλλιώς τι θα ήταν η ζωή χωρίς τον άνδρα που τα έχει όλα στη θέση τους; «Δεν με ενδιαφέρει αν φέρνω εγώ τα περισσότερα χρήματα στο πορτοφόλι της οικογένειας», ομολογεί μια 32χρονη Νεοϋορκέζα διαφημίστρια. «Οk, βγάζω τα διπλά από τον άνδρα μου αλλά ζούμε καλά και η κόρη μας είναι εξασφαλισμένη. Αυτό που θα με ενοχλούσε περισσότερο αν έλειπε από τον άνδρα μου είναι η διάθεση για σεξ, που δεν μας λείπει. Αυτό μας τονώνει και μας κρατάει ικανοποιημένους. Αν δουλεύω περισσότερο, τότε φροντίζει αυτός το σπίτι και το παιδί. Τολμώ να σας πω πως είμαστε ευτυχισμένοι». Αυτό το νέο πρότυπο «ευτυχίας» έχει αρχίσει να γίνεται γνώριμο σε πολλά μέρη του κόσμου όπου οι παντρεμένες «κουβαλητές» φέρνουν το μεγαλύτερο μισθό στο σπίτι. Σε πολλά μέρη του κόσμου –και η Ελλάδα είναι ένα από αυτά, σύμφωνα με τα στοιχεία της Μούντι– πολλές γυναίκες παντρεύονται πλέον άνδρες με χαμηλότερη μόρφωση και λιγότερα εισοδήματα από τις ίδιες. Αυτό το ανερχόμενο κοινωνικό φαινόμενο οι φίλοι μας οι Αμερικανοί το αποκαλούν marrying down και είναι το αντίθετο του marrying up, που μέχρι πρόσφατα ήταν στόχος ζωής πολλών έξυπνων κοριτσιών σε μια κοινωνική δομή που ποιος άλλος μπόρεσε ποτέ να σκιαγραφήσει καλύτερα από την Τζέιν Όστεν;

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΕΧΕΙ
Όπως χαριτολογεί η Μούντι, μια φορά κι έναν καιρό ο γάμος –και όχι μόνο στην Αγγλία– ήταν ένα σενάριο ζωής που για τις γυναίκες ξεκινούσε στην πρώτη νιότη όπως περίπου στα μυθιστορήματα της Τζέιν Όστεν. Σήμερα που το χρήμα διανέμεται αλλιώς, αντιστρέψτε τους ρόλους: η Ελίζαμπεθ Μπένετ του Περηφάνια και προκατάληψη αποφοιτά από την Οξφόρδη, διαπρέπει ως CEO στο Λονδίνο, παντρεύεται το χρεοκοπημένο κ. Ντάρσι –επειδή τον αγαπάει κι ας έχει ρυτίδες–, ο οποίος αναλαμβάνει τις περισσότερες υποχρεώσεις του σπιτιού των 5 εκατ. λιρών που εκείνη αγόρασε. Τέλεια ανατροπή σεναρίου; Όσο παραμυθένιες είναι οι ιστορίες της Όστεν άλλο τόσο ονειρικές είναι και οι μεταμοντέρνες παραλλαγές τους. Διότι ο κ. Ντάρσι αισθάνεται μειονεκτικά που η Ελίζαμπεθ ξέρει και κερδίζει περισσότερα από αυτόν. Και στο τέλος χωρίζουν (και η Ελίζαμπεθ του πληρώνει βαρβάτη διατροφή διότι πάντα θα τον αγαπάει όπως η μακαρίτισσα η Γουίτνι το σωματοφύλακά της). Να κάτι που δεν θα μελετούσε ποτέ η Όστεν: διαζύγιο! Δεν είναι μυστικό πως ένα ποσοστό των σημερινών διαζυγίων στην Αμερική και στην Ευρώπη οφείλεται στην ισχυρότερη οικονομική παρουσία της συζύγου που δημιουργεί κύματα ανασφάλειας και μειονεκτικότητας στο σύζυγο. Η Μούντι αναφέρει ένα κάπως λαμπερό παράδειγμα –για να μην ξεχνιόμαστε– από το ελκυστικότερο παραμύθι της δικής μας εποχής: σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε πέρυσι, επιβεβαιώνεται πως οι γυναίκες ηθοποιοί που κερδίζουν Όσκαρ α΄ γυναικείου ρόλου έχουν υψηλό ρίσκο διαζυγίου, ενώ οι άνδρες ομόλογοί τους δεν έχουν. Κακομοίρα Σάντρα Μπούλοκ! Ανάμεσα σε ένα φτωχότερο μουρντάρη άνδρα και στο θείο Όσκαρ, η Σάντρα θα έπρεπε να είχε από μόνη της διαλέξει αυτομάτως το δεύτερο και να είχε ζητήσει το διαζύγιο πρώτη. Να ποιος είναι ο μεγαλύτερος φίλος και εχθρός της γυναίκας που τροφοδότησε όλες τις ιστορίες της Όστεν: συναίσθημα!

Γι’ αυτό ολοένα και περισσότερο πολλές πετυχημένες γυναίκες στην Ευρώπη και στην Αμερική ζουν μόνες τους και επιλέγουν να υιοθετήσουν παιδιά και να τα μεγαλώσουν ως single mothers –όπως έκανε, αμέσως μετά το διαζύγιο, η Μπούλοκ. Η μποέμικη ζωή των οικονομικά ανεξάρτητων γυναικών που κάποτε ακουγόταν ως εκκεντρικό σενάριο σήμερα εξελίσσεται σε καθιερωμένο πρότυπο μιας νέας πραγματικότητας. Στην εύπορη Σουηδία, όπου οι γυναίκες –όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες– κερδίζουν όσα και οι άνδρες, σε αντίθεση με την οπισθοδρομική Αμερική όπου σε πολλές εταιρίες οι γυναικείοι μισθοί αντιστοιχούν στο 77% των ανδρικών, περισσότερες από τις μισές γέννες γίνονται πλέον από γυναίκες που προτιμούν να παραμείνουν ανύπαντρες –με ή χωρίς σύντροφο. Το singlehood ξαφνικά αναδύεται ως προτέρημα της οικονομικής ανεξαρτησίας των γυναικών. Όπως παρατηρεί η Μούντι, «είναι αλήθεια πως μια νέα γενιά (οικονομικά ανεξάρτητων) γυναικών θα συμπεριφέρεται περισσότερο ανδρικά στο σεξουαλικό τομέα, με πολλούς ερωτικούς παρτενέρ και με τις περισσότερες από αυτές τις γυναίκες να καθυστερούν τη δέσμευση με έναν άνδρα. Οι γυναίκες θα γίνουν σεξουαλικά πιο σίγουρες. Θα χρησιμοποιούν τους οικονομικούς πόρους τους για να βρίσκουν άνδρες που είναι καλοί στο σεξ αλλά που επίσης –εξίσου σημαντικό– είναι καλοί στο να πλένουν πιάτα... Ακόμα πιο σημαντικό, οι γυναίκες είναι λιγότερο πιθανό να αντιμετωπίζουν την μποέμικη ζωή ως αποτυχημένη και πιο πιθανό να βρίσκουν ευχαρίστηση και εκπλήρωση σε μια ζωή που δεν συμπεριλαμβάνει το γάμο. Ακόμα και αν κάνουν σχέσεις, οι νέες γυναίκες θα θέλουν να διατηρούν χώρο για τον εαυτό τους και χρόνο για τις φίλες τους. Η υπερβολική προσκόλληση ενός boyfriend πάνω τους θα είναι το τέλος της σχέσης».

Κανείς δεν ξέρει πώς θα τα άκουγε όλα αυτά η Τζέιν Όστεν αν επέστρεφε για μία ώρα στον πλανήτη. Μπορεί και να χαιρόταν, ίσως και όχι. Πιο χαμένη, όμως, από την Ελίζαμπεθ Μπένετ είναι η Κάρι του Sex and the City που δεν έχει το άλλοθι της βικτωριανής αφέλειας. Δέκα χρόνια αργότερα, ξαφνικά η Κάρι φαντάζει πιο αρχαία από την Ελίζαμπεθ. Διότι αν και είχε την ευκαιρία να διαπρέψει ως μεταμοντέρνα ηρωίδα, πήγε στο λάθος μέρος: στην εκκλησία με νυφικό για χάρη ενός κατώτερου άνδρα. Έτσι καταποντίστηκε ο θρύλος της στο box office και στα μάτια μας. Και αν το 2000 φαντάζει αρχαίο, για όλα φταίνε το θηλυκό δολάριο και –αν εξακολουθήσει να υπάρχει– το θηλυκό ευρώ. Η Γουλφ τελικά τα είδε καθαρότερα από τον Μαρξ. Το χρήμα δεν είναι πάντα κακό, ειδικά αν το χειρίζεται το πιο ευαίσθητο φύλο.