Η καλοσύνη του ξένου

Η καλοσύνη του ξένου

Ο Ρενάτο Τσανέλα ήρθε με φόρα για να αλλάξει ένα χορευτικό κατεστημένο.
16 Δεκεμβρίου 2011 Λασκαράκη Γαλάτεια
Οι νότες από το μεγαλειώδη ρυθμό του Μπολερό του Ραβέλ γεμίζουν τη μεγάλη αίθουσα χορού παρασύροντας μια σειρά από ανθρώπινα κύματα, χέρια που υψώνονται και αμέσως μετά καταδύονται πάλι συγχρονισμένα διατρέχοντας με ένταση τα ακούραστα, λυγερά σώματα των ανδρών και των γυναικών στα οποία ανήκουν. Ένας χορογράφος κινείται ανάμεσά τους με πατήματα αίλουρου και μάτια παντού, μετρώντας, διορθώνοντας, λέγοντας «μπράβο». Είναι οι πρώτοι χορευτές του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κι εκείνος ο νέος διευθυντής τους Ρενάτο Τσανέλα, που μόλις μετακόμισε από τη Βιέννη στην ταραγμένη Αθήνα. Ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα, διπλασιάζεται στους καθρέφτες, μικρές αστραπές ηλεκτρίζουν τα κύτταρα όσων από εμάς παρακολουθούν την πρόβα -ποιος μπορεί να μείνει απαθής ακούγοντας το Μπολερό; Οι ήχοι μπερδεύονται τώρα, από τη διπλανή πόρτα το πιάνο συνοδεύει τις χορεύτριες του Corps de Ballet σε ένα βαλς. Είναι Τετάρτη, τέλη Σεπτεμβρίου, και έξω έχει πάλι απεργία. Εδώ έχει μια μικρή κοσμογονία.

Ακόμα και αν κάποιος ξέρει ελάχιστα για χορό, καταλαβαίνει ότι όταν ο επί 10 χρόνια διευθυντής του Μπαλέτου της Κρατικής Όπερας της Βιέννης αναλαμβάνει τη θέση του διευθυντή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι καλά νέα. Με μια εντυπωσιακή πορεία σε μερικά από τα πιο καταξιωμένα χορευτικά ιδρύματα της Ευρώπης, αυτός ο γλυκομίλητος Ιταλός από τη Βερόνα που ανδρώθηκε επαγγελματικά στη Γερμανία μοιάζει μάλλον να γοητεύεται παρά να φοβάται την ελληνική ύφεση και τις συνέπειές της. «Με ενδιέφερε η πραγματικότητα αυτής της εταιρίας. Και είπα, γιατί όχι; Ας δοκιμάσω αυτή την περιπέτεια, έχω πια την ωριμότητα και το χρόνο να το κάνω».

Ο Ρενάτο Τσανέλα είναι ασυνήθιστα ψηλός για χορευτής (1,86), φοράει μαύρα όπως πάντα, είναι ακριβώς 50 αλλά δείχνει νεότερος. Μόλις έγινε για τέταρτη φορά πατέρας και η μερικών εβδομάδων μικρή στολίζει ήδη σε μια κορνίζα το γραφείο του. Η οικογένειά του ζει προς το παρόν ακόμα στη Βιέννη και, ναι, του λείπει πολύ, όμως εκείνος έχει τέσσερις παραγωγές να τρέξει, οι παραστάσεις του μπαλέτου διπλασιάστηκαν φέτος. Μένει στην Καλλιθέα για να είναι κοντά στο κτίριο της σχολής όπου γίνονται οι πρόβες. Ο Τσανέλα φυσικά δεν ήταν εντελώς ξένος εδώ: είχε χορογραφήσει το Invitation to Dance πέρυσι στο Μέγαρο Μουσικής και τη Μήδεια του Μίκη Θεοδωράκη το καλοκαίρι στη Σύρο, κράτησε επαφή με τους χορευτές, δήλωσε αμέσως συμμετοχή όταν προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τη θέση. Και σύντομα θα μας δώσει ένα πρώτο μικρό δείγμα του τι μπορεί να κάνει ως διευθυντής μπαλέτου της Λυρικής, με το Όλοι χορεύουν βαλς, που κάνει πρεμιέρα στις 27 Νοεμβρίου, ένα τρίπτυχο που χρησιμεύει σαν μίνι βιογραφικό του: Στράους και Μάλερ για το βιεννέζικο background του, η γνωστή χορογραφία του Empty Places από τα χρόνια της Στουτγκάρδης με μουσική Λόρι Άντερσον και Μπράιαν Ίνο και για το τέλος, θριαμβευτικός Ραβέλ. Το 2012 ακολουθούν Δον Κιχώτης, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Σπάρτακος στο Ηρώδειο και υπάρχει κι άλλο: ο Τσανέλα θα σκηνοθετήσει Φάουστ, την όπερα του Τσαρλς Γκουνό, στο Μέγαρο Μουσικής το Φεβρουάριο. Όταν τον ξαναβλέπω ένα μήνα μετά, την ημέρα της φωτογράφισης στο Ολύμπια, να διαβάζει νότες, να στήνει τους χορευτές, να τσεκάρει τις εικόνες στο λάπτοπ του Θανάση Κρίκη και να καθοδηγεί στη μητρική της γλώσσα τη Γερμανίδα Εύα, το μοντέλο από το εντιτόριαλ μόδας μας, για το πώς να κάνει ένα χορευτικό άλμα με τον Ίγκορ, καταλαβαίνω ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο-ορχήστρα. Και αν το καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα θα το κρίνει πολύ σύντομα το κοινό, το διοικητικό του χάρισμα έχει φανεί ήδη. Οι παραγωγές της επόμενης χρονιάς έχουν κλείσει, οι γραφειοκρατίες λύνονται και για πρώτη φορά η προπώληση των εισιτηρίων θα ξεκινάει μήνες πριν από κάθε παράσταση. «Είμαι καλός στην οργάνωση γιατί έρχομαι από ινστιτούτα με πολύ οργανωμένη δομή και μάνατζμεντ», μου εξηγεί χωρίς καμία έπαρση. «Όμως η πιο σημαντική δουλειά που έχω να κάνω εδώ είναι να βρούμε την ταυτότητά μας. Μια χορευτική σκηνή, όπως και μια ποδοσφαιρική ομάδα, πρέπει να έχει ξεκάθαρο προφίλ».

ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΘΝΙΚΟ ΜΠΑΛΕΤΟ
Έχει γραφτεί πολλές φορές, υπονοηθεί άλλες τόσες και συνοψίζεται στη φράση που ο ίδιος ο Τσανέλα φέρεται να είπε όταν συνάντησε τους χορευτές του: «You are the National Ballet of Greece and nobody knows you». Το μοναδικό κλασικό σχήμα χορού της χώρας, με ιστορία από το 1939 (ιδρύθηκε ταυτόχρονα με το Λυρικό Θίασο), με μια σχολή χορού να το ενισχύει, κατείχε ένα μάλλον δευτερεύοντα ρόλο στην καλλιτεχνική παραγωγή. Και σίγουρα όχι την αναγνωρισιμότητα που του άξιζε. Αν η ελληνική όπερα βγήκε από την αφάνεια και η εικόνα της ΕΛΣ αναβαθμίστηκε σημαντικά (η ανάσα που ξεκίνησε με τη σύντομη θητεία του Στέφανου Λαζαρίδη το 2006-2007 κατά κάποιον τρόπο συνεχίστηκε, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το μοντέρνο χαρακτήρα της προβολής των παραγωγών), δεν μπορείς να πεις ότι ισχύει το ίδιο και για το μπαλέτο της. Γιατί όμως στη χώρα όπου κάθε συνοικία έχει και από μια ομάδα σύγχρονου χορού παραμελήσαμε το επαγγελματικό μπαλέτο;

«Υπάρχει πολύ ταλέντο εδώ, κάποιοι από τους χορευτές μας δεν γνωρίζουν καν τις δυνατότητές τους. Δουλειά μου είναι να τους το βγάλω. Πρώτο μέλημα είναι να έχουμε γερές χορευτικές βάσεις, να πατάμε στη γη. Να δείξουμε στην κοινωνία τις δυνατότητές μας. Να μας αναγνωρίζουν γι' αυτό που είμαστε. Ο ένας στόχος μου λοιπόν είναι εσωτερικός: να κάνω το σχήμα δυνατό, έτοιμο για σκληρή δουλειά, γνωστό στην Ελλάδα. Ο δεύτερος είναι να γίνουμε το μπαλέτο μια μεγάλης πρωτεύουσας».

Παρόμοια καλές και φιλόδοξες προθέσεις είχαν βέβαια και οι προκάτοχοι του Τσανέλα. Η διάσημη Καναδή χορεύτρια Λιν Σίμουρ, που ήρθε το 2006 με μεγάλη όρεξη, παραιτήθηκε ύστερα από ένα μόλις χρόνο, ο Ρώσος κορυφαίος των Μπολσόι και του Βασιλικού Μπαλέτου Ίρεκ Μουχαμέντοβ έμεινε λίγο περισσότερο. Και οι δύο είχαν να αντιμετωπίσουν έναν από τους πιο δυσκίνητους πολιτιστικούς οργανισμούς, τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, τα χρέη, το συνδικαλισμό, τις απεργίες. Και από την άλλη ένα σύστημα που ακόμα δεν έχει εξασφαλίσει αξιοπρεπείς μισθούς για τους καλλιτέχνες.

Θα μπορέσει ο Τσανέλα να πετύχει εκεί όπου απέτυχαν άλλοι και να μας παραδώσει το Εθνικό Μπαλέτο της Ελλάδας;

ΑLL THAT JAZZ
Μέχρι τα 17 του ο Ρενάτο Τσανέλα, γιος μιας αστικής ιταλικής οικογένειας του Βορρά, είχε πολύ συγκεκριμένα ενδιαφέροντα: το μπάσκετ, τα κορίτσια, το μέλλον του στο πανεπιστήμιο. Μέχρι που μια μέρα πήγε να δει την αδελφή του σε μια ιδιωτική σχολή χορού της Βερόνα. «Μόλις είδα το μπαλέτο είπα "τι ωραίο σπορ! Θέλω να γίνω καλός σε αυτό"». Ο πατέρας του δεν χάρηκε καθόλου (τον αποκλήρωσε) και οι δυο τους δεν συμφιλιώθηκαν παρά πολλά χρόνια αργότερα, όταν εκείνος είχε πια μόνιμη θέση ως χορογράφος. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στις Κάννες, το 1982, υπογράφει το πρώτο του συμβόλαιο στη Βασιλεία, μέχρι που το διάσημο Μπαλέτο της Στουτγκάρδης τον «κλείνει» το 1985. Είναι η περίοδος που ανθίζει χορευτικά, γεμίζει το βιογραφικό του, κάνει δικά του πράγματα. «Τους πήρε 4 χρόνια να με πείσουν να κάνω την πρώτη μου χορογραφία. Όταν μου πρότειναν να γίνω house choreographer, μιλάμε για μια θέση σε ένα από τα πλέον καθιερωμένα μπαλέτα της Ευρώπης τότε, που ονειρευόταν κάθε χορογράφος, και πάλι άργησα να δεχτώ γιατί ήθελα να χορεύω». Ύστερα έρχεται η μεγάλη πρόταση από τη Βιέννη. «Πήρα την πιο επώδυνη απόφαση της ζωής μου και σταμάτησα να χορεύω. Στο απόγειο της καριέρας μου, στα 33 μου χρόνια, ενώ ήμουν σε πολύ καλή κατάσταση, χωρίς τραυματισμούς και είχα αρκετά χορευτικά χρόνια μπροστά μου. Μου λείπει η σκηνή αλλά χαίρομαι που το έκανα».

Ρωτήστε τον αν το μπαλέτο έχει τίποτα καινούργιο να δώσει ως τέχνη και θα βρείτε ένα φανατικό οπαδό του κλασικού. «Το κλασικό μπαλέτο γίνεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, σε αυτό είμαι πολύ φονταμενταλιστής. Όπως η υψηλή ραπτική είναι μόνο υψηλή ραπτική. Και το μπαλέτο θα επιβιώνει γιατί πάντα υπάρχει το ακόμα καλύτερο επίπεδο να φτάσεις, πάντα υπάρχουν όρια να ξεπεράσεις. Και εξελίσσεται. Όταν η Σιλβί Γκιγιέμ άρχισε εκείνα τα τρομερά ανοίγματα, ήταν ανήκουστο για μια μπαλαρίνα από το Παρίσι να σηκώνει τα πόδια της τόσο ψηλά».
Φαν του μπαλέτου είναι και ο εδώ και 10 μήνες καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Μύρων Μιχαηλίδης: «Έχω μεγάλες προσδοκίες για το μπαλέτο», μου λέει, «πρέπει βέβαια να βασιστεί στο κλασικό ρεπερτόριο αλλά χωρίς να βγάζει κάτι τελειωμένο και παλιό». Είναι ικανοποιημένος γιατί μόλις έμαθε ότι το καλλιτεχνικό προσωπικό της Λυρικής τελικά εξαιρείται από το Ενιαίο Μισθολόγιο, «διαφορετικά, ένας πρώτος χορευτής θα έφτανε να αμείβεται λιγότερο από έναν ανειδίκευτο υπάλληλο του τεχνικού προσωπικού, καθώς στην Ελλάδα η μουσική παιδεία είναι αδιαβάθμητη». Και είναι περήφανος και για άλλα: για το χρέος που μειώθηκε, για το ότι «πρώτη φορά η Λυρική παρουσιάζει πρωτογενές πλεόνασμα».

MONO ΛEYKOI KYKNOI
Η μία πρόβα τελειώνει, οι χορεύτριες εξαφανίζονται στα αποδυτήρια και ύστερα από λίγο μπαινοβγαίνουν με τα λευκά μπουρνούζια τους στα ντους. Ο χώρος μυρίζει σαμπουάν και ιδρώτα. Περιμένοντας την επόμενη πρόβα, τα αγόρια τσιμπάνε ένα σάντουιτς ενώ κρατούν τα πόδια τους ζεστά με φουσκωτές μπότες που μοιάζουν με après ski. Γνωρίζω τον αεικίνητο και εξωστρεφή Ντανίλο Ζέκα που γεννήθηκε στα Τίρανα, χόρεψε στην Κρατική Όπερα Αλβανίας και στη Γενεύη, ήρθε στην Ελλάδα για μια συνεργασία με τον Χάρη Μανταφούνη το 1997 και τελικά έμεινε 14 χρόνια. Όλοι εδώ έχουν αξιοθαύμαστη πορεία. Ο ρομαντικός σκεπτικιστής Στράτος Παπανούσης (έλεγε ότι θα του λείψει το παλιό κτίριο της Λυρικής όταν μετακομίσει το 2015 στο Φάληρο) που το ελληνικό κοινό τον έχει δει σε πάμπολλες παραγωγές τα τελευταία 20 χρόνια. Ο τρυφερός Σέρβος Αλεξάντερ (Σάσα) Νέσκοφ με τα εκφραστικά μπλε μάτια που ήρθε πριν από 15 χρόνια από την Κρατική Όπερα Ουγγαρίας και έχει μια 7χρονη κόρη. Η ήρεμη δύναμη Ίγκορ Σιάτζκο από τη Λευκορωσία που έχει λάμψει στις σκηνές του Βορρά. Ο Γιώργος Βαρβαριώτης, απόφοιτος των Κίροφ της Αγίας Πετρούπολης και πρώτος χορευτής στη Λυρική από το 2001. Η φλογερή μπαλαρίνα με το έντονο ταμπεραμέντο Αιμιλία Γάσπαρη. Η έμπειρη Αλίνα Στεργιανού, με όλο το must ρεπερτόριο. Και βέβαια η ευγενής Μαρία Κουσουνή-Φίκα, που «ανακαλύφθηκε» κάποτε σε ένα διαγωνισμό ταλέντων στο Παρίσι από τον ίδιο τον Τσανέλα και έγινε σολίστ στην Κρατική Όπερα της Βιέννης και στο Μπαλέτο του Αμβούργου John Neumeier.

Κάποιες χορεύτριες είναι μητέρες. Η πραγματικότητα εδώ απέχει αρκετά από την ψυχωτική ατμόσφαιρα του Αρονόφσκι. «Αυτό που είδατε στο Μαύρο Κύκνο είναι αμερικανικό σύστημα, δεν υπάρχει στην Ευρώπη αυτός ο τύπος χορογράφου που ανεβοκατεβάζει τους χορευτές του. Εμείς έχουμε άλλους κανόνες. Πρέπει να προστατεύεις τους ανθρώπους σου. Στο χορό τελειώνεις την καριέρα σου τη στιγμή που οι υπόλοιποι άνθρωποι την απογειώνουν, στα 30 με 40. Συχνά έχεις περάσει τα νιάτα σου προσπαθώντας να γίνεις χορευτής και μετά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις τίποτα: οικογένεια, παιδιά, μόρφωση. Γι' αυτό πρέπει να υπάρχουν οι μεγάλοι οργανισμοί να σε υποστηρίξουν», λέει ο Ρενάτο και σκορπάει τη θετική του δύναμη μέχρι τους σκοτεινούς διαδρόμους των παρασκηνίων του Ολύμπια, που δεν ανακαινίστηκαν όπως το φουαγιέ. Ακόμα και όσοι από εμάς ανυπομονούμε να ανέβουμε τη σκάλα της νέας Λυρικής που σχεδίασε ο Ρένζο Πιάνο, ίσως το νοσταλγήσουμε. Λίγο. Αλλά το μέλλον είναι τρομερά κοντά πια, μόλις τρία χρόνια κοντά, απαιτητικό και υποσχόμενο, κάτι που έχεις να περιμένεις παρά το ζοφερό τοπίο της χώρας. «Το 2015 η ΕΛΣ θα στεγάζεται σε ένα νέο, μεγάλο κτίριο», αναφέρει κάποια στιγμή ο Τσανέλα. «Δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ τότε αλλά στόχος μου είναι να έχω προετοιμάσει το έδαφος γι' αυτό».