Τι έκανες στον πόλεμο μαμά;

Τι έκανες στον πόλεμο μαμά;

Οριάννα Φαλάτσι, Λι Μίλερ, Άννα Πολιτόφσκαγια. Ένα βιβλίο γίνεται αφορμή να θυμηθούμε τις γυναίκες ρεπόρτερ που απέδειξαν πως ο πόλεμος δεν είναι ανδρική υπόθεση και να αναρωτηθούμε αν αξίζει να πεθαίνεις για την δημοσιογραφία.
16 Δεκεμβρίου 2011 Μιχάλης Σκαφίδας
Λι Μίλερ
Η Λι Μίλερ στην μπανιέρα του Χίτλερ, μόλις τελείωσε ο πόλεμος.
1
2
3
4
5
Οι ωραίες ξανθές, πολυαγαπημένη μου Μάρθα, δουλεύουν μόνο από εξαναγκασμό και από ανάγκη». Η συμβουλή ήρθε από τον πατέρα της και η όμορφη Μάρθα κάπως κόμπιασε. Τι ανάγκη είχε αφού ο μπαμπάς είχε χρήμα και ο άνδρας που θα την έπαιρνε ακόμα περισσότερο; Στο Σεντ Λούις του Μισούρι, όπου είχε γεννηθεί η Μάρθα το 1909, ο κόσμος κυκλοφορούσε με άμαξες, οι γυναίκες που δούλευαν από χόμπι ήταν ανύπαρκτες και ο Β΄ Παγκόσμιος ήταν ακόμα άγραφη ιστορία. Αλλά η νεαρή Μάρθα είχε ανορθόδοξα πλάνα. Αργότερα το όνομά της θα καρφωνόταν σαν σαΐτα στην επικαιρότητα της υφηλίου: Μάρθα Γκέλχορν, η ατρόμητη πολεμική ανταποκρίτρια που έγινε τρίτη σύζυγος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1940, τη χρονιά που ξεκινούσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και η οποία αργότερα έγινε μυθιστοριογράφος και έγραφε ασταμάτητα ως τα 89 της που αυτοκτόνησε επειδή, ύστερα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο που την είχε σχεδόν τυφλώσει, δεν μπορούσε πια να γράψει. Η Γκέλχορν κάλυψε από τον ισπανικό εμφύλιο ως το Β΄ Παγκόσμιο με ένα ακούραστο κουράγιο που κούρασε μόνο τον Χέμινγουεϊ, ο οποίος την προτιμούσε στο σπίτι. Βεβαίως αυτό δεν τη σταμάτησε. Είχε πάει στην Ισπανία - χωρίς να μιλάει λέξη ισπανικά - για να καλύψει τον εμφύλιο με τα χρήματα που είχε βγάλει από ένα άρθρο της στη Vogue για τα μυστικά της ομορφιάς στη μέση ηλικία! Όπως το τοποθέτησε κάποτε η ίδια, «ήθελα να πάω παντού, ήθελα να τα δω όλα και ήθελα να τα περιγράψω με τον τρόπο μου».

Η Γκέλχορν έγινε το αρχέτυπο για πολλές που ακολούθησαν τα βήματά της στο τοπίο με τις νάρκες, ανάμεσά τους και η Λι Μίλερ, η θρυλική Αμερικανίδα καλλονή - μοντέλο και μούσα του Μαν Ρέι, η οποία ύστερα από αρκετά χρόνια στις πασαρέλες και στα σαλόνια των Παρισίων της δεκαετίας του '30 έγινε πολεμική ανταποκρίτρια για την αγγλική Vogue και φωτογραφήθηκε μέσα στην μπανιέρα του Χίτλερ λίγο μετά την αυτοκτονία του. Πριν από αυτές η ξακουστή Αμερικανίδα Σίγκριντ Σουλτς είχε ήδη ξεκινήσει ανταποκρίσεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αργότερα έγινε η πρώτη ξένη που πήρε συνέντευξη από τον Χίτλερ το 1927 - μεταμφιεσμένη σε άνδρα και με ανδρικό ψευδώνυμο, η Σουλτς δημοσίευσε πολλές αποκαλυπτικές ιστορίες για τον κύκλο των ναζί.


Προτού ξεσπάσουν οι πόλεμοι, την εποχή που οι κυρίες κυκλοφορούσαν με κρινολίνα και βικτωριανές αντιλήψεις, οι επικίνδυνες αποστολές των γυναικών επικεντρώνονταν σε άλλου είδους περιπέτειες. Η Νέλι Μπλάι υπήρξε η πιο γνωστή Αμερικανίδα χρονικογράφος που στα τέλη του 19ου αιώνα, επηρεασμένη από το μυθιστόρημα Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες του Βερν, ακολούθησε τα χνάρια του Φιλέας Φογκ καταγράφοντας εντυπώσεις από μέρη τόσο εξωτικά και απροσπέλαστα στα οποία ίσως μόνο ο Δαρβίνος είχε πατήσει μέχρι τότε. Αλλά η Σίγκριντ, η Μάρθα, η Λι και λίγο νωρίτερα η Αμερικανίδα φωτογράφος και ρεπόρτερ Μάργκαρετ Μπερκ Γουάιτ έγιναν κάτι περισσότερο από ριψοκίνδυνες περιηγήτριες, εξελίχθηκαν σε ένα ανήκουστο είδος για τα προπολεμικά δεδομένα: πολεμικές ανταποκρίτριες.

Ο πόλεμος και το ποδόσφαιρο, φιλοσόφησε κάποτε ένας Άγγλος ιστορικός, είναι καθαρά ανδρικές υποθέσεις. Αργότερα μπορεί να δημιουργήθηκαν γυναικείες ποδοσφαιρικές ομάδες αλλά οι πολεμικές ανταποκρίτριες δεν έγιναν ποτέ κλαμπ, αντιθέτως παρέμειναν ένα τσούρμο εκκεντρικών ηρωίδων που μπήκαν στην αρένα της βίας και αρκετές φορές έκλεψαν την παράσταση από τους αρσενικούς ομολόγους τους. Η Κλερ Χόλινγουορθ, η κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη από την Γκέλχορν Αγγλίδα πολεμική ανταποκρίτρια, όργωσε την Ευρώπη και έφτασε ως την Ελλάδα της Κατοχής για να κάνει ανταποκρίσεις από την Αθήνα της πείνας. Ο πρώτος άνδρας της στο Λονδίνο τη χώρισε για παραμέληση συζυγικών υποχρεώσεων και η μάνα της την αποκλήρωσε από τη διαθήκη της επειδή, όπως εξήγησε στο συμβολαιογράφο, δεν θα άφηνε την περιουσία της σε μια τόσο ανεύθυνη κόρη η οποία έμενε σε ξενοδοχεία που ανατινάζονταν από τις βόμβες των εχθρών! Στα 99 της σήμερα, η Χόλινγουορθ ζει στην αγγλική κωμόπολη Λέστερ και έχει γράψει πέντε βιβλία με τις μνήμες της από τις εμπόλεμες ζώνες - Αραβίας και Βιετνάμ συμπεριλαμβανομένων. Έχει επιζήσει του Χίτλερ, δύο συζύγων και αμέτρητων κινδύνων. Άξιζε τον κόπο;


ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τον άξιζε τόσο όσο αξίζει και για έναν άνδρα να ρισκάρει μια ζωή στο κυνήγι της περιπέτειας. Σύμφωνα με την τετράγωνη λογική της επιστήμης, οι άνδρες αγαπούν να παίζουν στρατιωτάκια από μωρά λόγω τεστοστερόνης. Να όμως που η τεστοστερόνη καμιά φορά περισσεύει και στις γυναίκες. Καμιά φορά το πάθος για την αλήθεια, η περιέργεια για τα τεκταινόμενα και η ανάγκη για ολοκλήρωση μέσα από ασυμβίβαστη συμμετοχή στα δρώμενα οδηγούν μια γυναίκα σε ύψη τόλμης που αφήνει άναυδες τις υπόλοιπες και προκαλεί το ανδρικό κατεστημένο όσο η εσταυρωμένη Μαντόνα των '90s τον Πάπα της Ρώμης. Φέτος ξαναθυμόμαστε αυτές τις νεράιδες της τεστοστερόνης χάρη σε ένα βιβλίο - μαρτυρία που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αμερική με τίτλο ένα ρητορικό όσο και αναπάντητο ερώτημα: Αξίζει να πεθαίνεις για τη δημοσιογραφία;

Γραμμένο από την Άννα Πολιτκόφσκαγια, είναι μια ανθολογία από κείμενα, μαρτυρίες και ρεπορτάζ της διάσημης Ρωσίδας ρεπόρτερ η οποία δολοφονήθηκε το 2006, στα 48 της, στο ασανσέρ της πολυκατοικίας όπου έμενε με την κόρη της στη Μόσχα. Ήταν 7 Οκτωβρίου, ημέρα που ο Πούτιν γιόρταζε τα γενέθλιά του. Η Πολιτκόφσκαγια, που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη από Ρώσους γονείς αλλά μεγάλωσε και σπούδασε στη Μόσχα, ήταν μια διανοούμενη ρεπόρτερ αλλιώτικη από τις άλλες. Ευρύτερα γνωστή ως «Οριάνα Φαλάτσι της Ρωσίας», έζησε στην κόψη της μετακομμουνιστικής Ρωσίας όπου η δημοκρατία και η διαφθορά αποτελούν ένα αλλόκοτο όσο και αδιάσπαστο ντουέτο. Η καριέρα της ήταν ένας αγώνας ανώμαλου δρόμου εντελώς ασυνήθιστος για μια γυναίκα σε μια στερημένη χώρα όπου ανάμεσα στον καημό της πολιτικής παρακμής και στην ξεχασιά της Prada οι περισσότερες μεσοαστές προτίμησαν το δεύτερο.


Η Πολιτκόφσκαγια, ωστόσο, ήταν μια μεσοαστή με άλλες ανησυχίες: πάλεψε με αντιξοότητες ανιχνεύοντας μυστικά και ξεσκεπάζοντας ψέματα με το πείσμα του Χριστού και τη μεθοδικότητα του Τζέιμς Μποντ - διόλου τυχαία, πέρα από Φαλάτσι της Ρωσίας, οι λιγότερο εγγράμματοι Ρώσοι τη θυμούνται σήμερα απλά ως μια ηρωίδα - μάρτυρα. Από τον πόλεμο στην Τσετσενία, τον οποίο κάλυψε χαρακτηρίζοντάς τον ως γενοκτονία, μέχρι την παρακμιακή Μόσχα του Πούτιν και της μαφίας, η Πολιτκόφσκαγια δεν οπισθοχώρησε ποτέ από την αποκάλυψη της αλήθειας παρά τις απειλές που δέχτηκε από τους μπράβους της εξουσίας οι οποίοι στο τέλος την εξολόθρευσαν. Όπως παρατηρεί ένας κριτικός, το βιβλίο της είναι «για γερά στομάχια». Σε ένα από τα πολλά περιστατικά που περιγράφει η Πολιτκόφσκαγια, μια νεαρή από την Τσετσενία ξύνει τα μυαλά του πατέρα της «από τον τοίχο σε μια σακούλα για να μπορέσει να τα θάψει». Οι ανταποκρίσεις της από την Τσετσενία ξεκινούν με μια λακωνική προειδοποίηση: «Αυτές είναι φρικτές ιστορίες».

Όπως μου είπε η Ρωσίδα συγγραφέας Τατιάνα Τολστάγια σε μια παλιότερη συνέντευξη, «η Πολιτκόφσκαγια πήγε τόσο κόντρα στο κατεστημένο που εν μέρει προκάλεσε τη μοίρα της. Κανείς δεν μπορεί να πάει τόσο κόντρα στη ρωσική εξουσία. Στο τέλος θα αφανιστεί». Μια Ρωσίδα συνάδελφος που ζει στη Νέα Υόρκη μου είπε πως «κατά κάποιον τρόπο η δολοφονία της Πολιτκόφσκαγια δεν είναι ένα αίσχος μόνο για τη ρωσική εξουσία που τη σχεδίασε αλλά και για τα ρωσικά ΜΜΕ που σε μεγάλο βαθμό, όσο εκείνη ζούσε, της είχαν γυρίσει την πλάτη αντιμετωπίζοντάς τη σαν μια ακραία περίπτωση». Μέσα από τα κείμενά της η Πολιτκόφσκαγια είχε θίξει επανειλημμένα τη μεγάλη ανοχή των ΜΜΕ στην πολιτική παρακμή της Ρωσίας και χρησιμοποιούσε συχνά τη λέξη koverny, που σημαίνει «κλόουν», για να περιγράψει όχι μόνο τα πιόνια της ρωσικής πολιτικής αλλά και τη νέα γενιά Ρώσων δημοσιογράφων, «των οποίων η δουλειά είναι να κρατούν το κοινό ψυχαγωγημένο». Διαβάζοντας το Αξίζει να πεθαίνεις για τη δημοσιογραφία; αναρωτιέται κανείς αν στις μέρες του twitter και του Ρούπερτ Μέρντοκ οι kovernys αποτελούν αποκλειστικά ρωσικό φαινόμενο ή έχουν κατακλύσει την υφήλιο.


ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΠΑΝΩ
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η δολοφονία της Πολιτκόφσκαγια συνέβη μόλις τρεις εβδομάδες μετά το θάνατο της Οριάνα Φαλάτσι, στα 77 της χρόνια, στη Φλωρεντία. Οι δύο γυναίκες δεν γνωρίζονταν, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Φαλάτσι ήταν πρόδρομος για μαχητικές ρεπόρτερ όπως η Πολιτκόφσκαγια. Η δεκαετία του '70 ήταν η ηρωική περίοδος που ανέδειξε τη Φαλάτσι ως την ανεξαγόραστη ρεπόρτερ που ταπείνωσε τους πιο παρακμιακούς άνδρες της εξουσίας, από τον Κίσινγκερ και τον Καντάφι ως το σάχη της Περσίας και τους Έλληνες δικτάτορες, που η Φαλάτσι γνώρισε καλά χάρη στη σχέση της με το δολοφονημένο Αλέξανδρο Παναγούλη. Για την προ google εποχή η φωνή της Φαλάτσι ήταν η καμπάνα μιας σύγχρονης Κασσάνδρας που δεν σταματούσε μπροστά στις απειλές κανενός.

Ο Άγγλος αρθρογράφος και συγγραφέας Κρίστοφερ Χίτσενς δήλωσε πως μαζί της πέθανε μια εποχή ηρωικής δημοσιογραφίας η οποία δεν πρόκειται να επαναληφθεί στις μέρες που την ενημέρωση καθορίζουν πλέον οι δημόσιες σχέσεις. Κανείς, φερ' ειπείν, δεν τολμάει να απευθυνθεί σε ένα μονοκράτορα της τρίτης χιλιετίας όπως ο Πούτιν με τον τρόπο που απευθύνθηκε η Φαλάτσι στους δικτάτορες της δικής της εποχής: «Θα ήθελα να σας ρωτήσω: αν ήμουν Ιρανή και ζούσα εδώ και σκεφτόμουν όπως σκέφτομαι και έγραφα όπως γράφω θα με ρίχνατε στη φυλακή;» «Μάλλον», της απάντησε ο σάχης της Περσίας. Λίγα χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη με τον ανατροπέα του σάχη Αγιατολάχ Χομεϊνί, η Φαλάτσι, η οποία είχε υποχρεωθεί να εμφανιστεί μπροστά του με τσαντόρ, το έσκισε αποκαλώντας το «μεσαιωνικό κουρέλι». Αν ήταν Ιρανή θα είχε τουφεκιστεί αλλά μπροστά σε αυτήν τη σοκαριστική Ιταλίδα ο Χομεϊνί, όπως περιέγραψε αργότερα ο γιος του που ήταν παρών, έβαλε αμήχανος τα γέλια.

Κάθε εποχή, βεβαίως, ενθαρρύνει τα δικά της ηρωικά πρότυπα. Μπορεί στις πιο χαλαρές μέρες της Αντζελίνα Τζολί η Φαλάτσι και η Πολιτκόφσκαγια να ακούγονται επικίνδυνα ηρωικές αλλά ανταποκρίτριες όπως η Νοτιοαφρικανή Λάρα Λόγκαν εξακολουθούν να αψηφούν το κατεστημένο των kovernys αντιμετωπίζοντας εφάμιλλους κινδύνους. Η Λόγκαν, που είναι ανταποκρίτρια και επικεφαλής του διεθνούς ειδησεογραφικού του αμερικανικού καναλιού CBS, έχει καλύψει πολλές διεθνείς κρίσεις. Στην πιο πρόσφατη αποστολή της στο Κάιρο τον περασμένο χειμώνα, λίγο μετά την πτώση του Μουμπάρακ, έπεσε θύμα απόπειρας βιασμού, όπως αποκάλυψε αργότερα η ίδια. «Με γλίτωσαν κάποιες γυναίκες και μερικοί Αιγύπτιοι φαντάροι που άκουσαν τις φωνές μου», διηγήθηκε η ίδια αργότερα. Η εμπειρία της Λόγκαν έφερε στην επικαιρότητα μια αλήθεια που κατά καιρούς έχει αποσιωπηθεί: ο συνηθέστερος κίνδυνος για τις σημερινές τολμηρές ανταποκρίτριες σε ζώνες κρίσης όπως η Ρουάντα, η Αγκόλα και το Σουδάν δεν είναι τόσο ο θάνατος όσο ο βιασμός, ειδικά από άνδρες με AIDS που συστηματικά στοχεύουν στην κακοποίηση ξένων γυναικών. Η υπόθεση Λόγκαν ενθάρρυνε άλλες γυναίκες ανταποκρίτριες που κατά καιρούς έχουν πέσει θύματα βιασμού να μιλήσουν ανοιχτά για τις τραυματικές εμπειρίες της δουλειάς τους. Όπως παρατήρησε πρόσφατα η Τζούντιθ Μάλοφ, μέλος του International News Safety Institute, «ευτυχώς η Λόγκαν κατάφερε να ξεφύγει από τους βιαστές της. Είχε το θάρρος να μιλήσει γι' αυτή την εμπειρία της και ελπίζω πως αυτό το επεισόδιο θα αφυπνίσει άνδρες και γυναίκες σε όλα τα ειδησεογραφικά γραφεία του πλανήτη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι διευθυντές των ειδησεογραφικών πρακτορείων θα πρέπει να σταματήσουν να στέλνουν γυναίκες ανταποκρίτριες σε εμπόλεμες ζώνες».

Πού σταματάει η λογική και πού ξεκινάει ο παραλογισμός για μια γυναίκα που προτιμάει την εμπόλεμη ζώνη από μια ζωή και καριέρα σε κλιματιζόμενο περιβάλλον; Οι παραπάνω κυρίες θα γελούσαν με μια τέτοια ερώτηση. Όχι επειδή υπήρξαν οι ίδιες φεμινίστριες αλλά επειδή εκείνες κατόρθωσαν το ακατόρθωτο όσο οι φεμινίστριες έγραφαν τις θεωρίες τους καθισμένες σε άνετες πολυθρόνες. Ίσως γι' αυτό το κίνημα του φεμινισμού μπορεί να πήγε περίπατο. Όμως ο ηρωισμός των γυναικών που το λέει η καρδούλα τους παραμένει τόσο ενεργός και ασυγκράτητος όσο και το πείσμα της μακαρίτισσας της Γκέλχορν, της οποίας οι ιστορίες παραμένουν θρύλοι. Όπως τότε που, μετά την απαγόρευση του Χέμινγουεϊ να τον ακολουθήσει στο Λονδίνο λίγο πριν την απόβαση στη Νορμανδία, εκείνη αποβιβάστηκε στις γαλλικές ακτές ντυμένη τραυματιοφορέας προκειμένου να κάνει την ανταπόκρισή της για το τότε δημοφιλές περιοδικό Collier's. Η λέξη απαγόρευση δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο της Μάρθας και τα μόνα νέα που έλαβε ο Χέμινγουεϊ από εκείνη μετά την ανταπόκρισή της από το Νταχάου ήταν η αίτηση του διαζυγίου. «I'm a free woman, darling», του έγραφε και τον ξεφορτώθηκε, καθώς είχε σοβαρότερα πράγματα να κάνει από το να ασχολείται με την κρεβατομουρμούρα του Έρνεστ.