Γιατί μας αρέσει να κάνουμε μνημόσυνο στο grunge;

Γιατί μας αρέσει να κάνουμε μνημόσυνο στο grunge;

Eίκοσι χρόνια μετά η Generation X βγάζει από τις ντουλάπες τα καρό πουκάμισα και αποτίει φόρο τιμής στο κίνημα του Σιάτλ και στον Κερτ Κομπέιν.
16 Δεκεμβρίου 2011 Μιχάλης Σκαφίδας
Οι επαναστάσεις ξεκινούν πάντα με στόχο μια φοβερή ανατροπή και καταλήγουν συνήθως στην αγκαλιά του εχθρού. Και ας μην πάμε στο απόμακρο 1789 όπου το Liberte, Egalite, Fraternite άλλαξε τα φώτα του κόσμου. Ας θυμηθούμε το πιο πρόσφατο 1989 που πέρασε στην ιστορία ως η χρονιά που το σήμα των McDonald's αντικατέστησε το σφυροδρέπανο στην Κόκκινη Πλατεία. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα οι Ρώσοι είναι αδύνατο πλέον να φανταστούν τη ζωή χωρίς Starbucks, Amazon και Microsoft. Και, βεβαίως, φαντάζομαι έχετε ακουστά πού εδρεύουν αυτές οι μεγάλες πολυεθνικές του καφέ, του ηλεκτρονικού shopping και των Windows: στο Σιάτλ, το οποίο απροπό γιορτάζει τα γενέθλια της δικής του επανάστασης φέτος, της οποίας θύτης και θύμα ήταν ο Κερτ Κoμπέιν, το υπέρλαμπρο αστέρι των Nirvana. Όλοι μεγαλώσαμε έκτοτε εκτός από τον Κερτ ο οποίος το 1994, στα 27 του, τίναξε με ρεβόλβερ τα μυαλά του στον αέρα περνώντας έτσι στην αιωνιότητα της Μέριλιν και του Τζιμ Μόρισον. Δεν ήταν μόνο η κοκαΐνη, το LSD, το αλκοόλ, η Κόρτνεϊ ή η φήμη. Ήταν η επανάσταση που άθελά του ξεκίνησε από τον ίδιο και που στο τέλος τον κατάπιε σαν μεζέ.

Θα μου πείτε τι επανάσταση ήταν αυτή; Την είπαν grunge: ένα μουσικό και αισθητικό κίνημα που ξεκίνησε στο Σιάτλ από τα παιδιά της γενιάς Χ στις αρχές της δεκαετίας του '90 και ήταν ένα συνονθύλευμα από προηγούμενες εξάρσεις, επιρροές και ροκάδικες αυθάδειες. Αν η δεκαετία του '60 ήταν η αρχή των Beatles, των Rolling Stones και της έρπουσας κυριαρχίας της ντόπας, των λουλουδιών και των μακρυμάλληδων, η δεκαετία του '90 ήταν η εποχή που οι τακτοποιημένοι τέως μακρυμάλληδες ροκάδες, καπνιστές της ελευθερίας και φαν των Stones αποκτούσαν εξουσία, ένας από αυτούς μάλιστα το 1992 θα έφτανε - κουρεμένος - στο Λευκό Οίκο για να γίνει ο Έλβις της πολιτικής. Η Αμερική της πρώιμης περιόδου του Κλίντον ήταν η εύφορη κοιλάδα των BoBos, όπως αργότερα ονομάστηκαν οι μπουρζουά μποέμ που δεν έκαναν ρούπι χωρίς μετοχές, λάπτοπ και χάρτινο ποτηράκι Starbucks. Και ήταν οι καθησυχασμένοι BoBos που μέσα στην πλήξη του καθησυχασμού και του latte πεθύμησαν τη γεύση αυτού που στα χρόνια του Όσκαρ Ουάιλντ και στην πόλη του Μικ Τζάγκερ το είπαν decadence. Αν το swinging London, όμως, ήταν πια εξίσου ρετρό με τη λίμπιντο του Ντόριαν Γκρέι, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού οι οπαδοί του δεύτερου Έλβις αναζητούσαν έναν Μικ Τζάγκερ στα μέτρα της εποχής του Μπιλ Κλίντον: σέξι, φρέσκο, επαρχιώτη και πάνω απ' όλα Αμερικανό. Αρκετά με τη βρετανική προφορά, dudes! Δώστε στους BoBos ντόπιο, καυτό, νέο αίμα.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΣΤΟ ΠΟΣΤΕΡ
Έτσι ο Κομπέιν έγινε το πρόσωπο και η φωνή του grunge: ήταν νόστιμος, ξανθός, γαλανομάτης, στιχουργός και μουσικός και περίπου με αυτήν τη σειρά τον χειροκρότησαν και τον άφησαν να παίξει. Η ιδέα του all American boy είναι βαθιά ριζωμένη - σχεδόν σαν ερωτική επιθυμία - στα φυλλοκάρδια του μέσου Αμερικανού. Ο Κομπέιν έγινε είδωλο της χώρας του ως the all rock American boy που ξεπέρασε τους προηγούμενους ακριβώς επειδή του έλειπαν το γλυκανάλατο σεξαπίλ του Τομ Κρουζ και το προκάτ προφίλ του Χόλιγουντ. Του ανήκαν όλα τα όμορφα κλισέ - γλυκός επαναστάτης, δημιουργικός ταραξίας, πληγωμένος αστέρας, ασύδοτος προβοκάτορας - που κρύβονται πίσω από την αλήθεια μιας ταραγμένης προσωπικότητας εθισμένης στα ναρκωτικά και υποταγμένης στη θηριωδία μιας αχόρταγης μουσικής βιομηχανίας. Τον είπαν Μεσσία, όπως είχαν πει κάποτε τον Μόρισον - μια προγενέστερη ενσάρκωση του είδους - , ο οποίος ήταν κι αυτός 27 όταν τα τίναξε από overdose το 1971. Ο κόσμος αγαπάει τους παραλληλισμούς. Οι γυναίκες ερωτεύονται ονειροπαρμένους ροκάδες και οι άνδρες τους ζηλεύουν. Οι Αμερικανοί προσκύνησαν τον Κομπέιν ως Χριστό της ροκ. Τα φαντάστηκαν όλα πάνω του: την επιφοίτηση, το πάθος, τη φλόγα, την ταραχή. Το λουκ επιβεβαίωνε την προφητεία - κάπως έτσι δεν έμοιαζε και ο σέξι Χριστός του Τζεφιρέλι; Ακόμα και η Κόρτνεϊ Λαβ εισήλθε στην grungy παράσταση ως η πόρνη της σόου μπιζ που συγχωρέθηκε όπως η Μαγδαληνή πρώτα από τον ίδιο τον Μεσσία και αργότερα από εκείνους που την κατηγόρησαν ανοιχτά για το θάνατό του. Ο σταυρός του Κομπέιν ήταν η σωτηρία του Σιάτλ. Σύμφωνοι, τι έχει να φοβηθεί μια πόλη όταν ο Μπιλ Γκέιτς είναι ο πρώτος πολίτης της; Αλλά η πόλη ενισχύθηκε διπλά. Microsoft + Nirvana = η αρχή και το τέλος του σύγχρονου κόσμου!

Το 1992 ήταν η χρονιά που η Μαντόνα έκανε το φοβερά άτοπο faut pas που το έλεγαν SEX, ένα άσχετο όσο και κακόγουστο λεύκωμα γυμνών φωτογραφιών με στόχο την ευάλωτη τσέπη μας που, ομολογώ, ξαφνικά ακόμα κι εγώ - που δεν είχα ούτε ένα ροκ άλμπουμ στη δισκοθήκη μου - στράφηκα με απόγνωση προς το Σιάτλ: σώσε μας, Μεσσία! Ήθελα να πάρω την επόμενη πτήση για το Σιάτλ. Ήμουν στο Μανχάταν όπου η Μαντόνα εξουσίαζε με το μαστίγιο της dominatrix της ποπ, όπως την αποκάλεσε η γνωστή Αμερικανίδα θεωρητικός Καμίλ Πάλια, η οποία τότε έγραφε στο συζητημένο μπεστ - σέλερ της Sexual Personae το σεξ είναι εξουσία... η φυσική μας κατάσταση είναι βασανιστήριο, η φύση δεν σέβεται την ανθρώπινη ταυτότητα. Βεβαίως, το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τους ήρωες της ποπ και της ροκ είναι η ακαδημαϊκή θεωρία. Άλλη είναι η δουλειά τους: να δημιουργούν πρότυπα και υπερβολές που κρατούν τους θεωρητικούς στα κάρβουνα. Όπως και η Μαντόνα, ο Κομπέιν έπλασε από το τίποτα το δικό του μύθο που αναδύθηκε ως μια εναλλακτική απάντηση στην άπληστη βιομηχανία της ποπ. Αν η σκόνη πρωτεΐνης ήταν το must της γυμνασμένης Μαντόνα, η ηρωίνη ήταν το βάλσαμο του αλαλιασμένου Κερτ - το περίφημο heroine chick που θα μεσουρανούσε στα εντιτόριαλ των περιοδικών μόδας λίγα χρόνια αργότερα ξεκίνησε από το Σιάτλ ως αντίδραση στο clean cut κατεστημένο των BoBos, που τότε τρέφονταν με Evian, πρωτεΐνη και στεγνό μαρούλι. Το δεύτερο άλμπουμ των Nirvana, Nevermind, ξεπούλαγε πια πιο γρήγορα από τα latte των Starbucks και το Dangerous του Μάικλ Τζάκσον.

Κάπως έτσι το 1992 βρήκε το Σιάτλ ως πρωτεύουσα του νέου κουλ στην αυτοκρατορία του Μπιλ Κλίντον. Το grunge look κατακτούσε την υφήλιο. Παραλίγο εκείνες τις μέρες να χάσουν τη δουλειά τους όλες οι κομμώτριες και οι μανικιουρίστες της πόλης. Όπως παρατήρησε τότε μία από αυτές, μέσα σε μια νύχτα όλοι και όλες στο Σιάτλ κυκλοφορούν με αχτένιστα μαλλιά και φρικτά νύχια. Ένας σχολιαστής πρόβλεψε κάπως βιαστικά πως η εποχή της παντοδυναμίας του Λος Άντζελες ως επίκεντρου του αμερικανικού κουλ έχει τελειώσει. Καλημέρα Σιάτλ. Ο Κομπέιν τραγουδούσε στα στάδια Smells Like Teen Spirit και οι κραυγές των εκστασιασμένων ακούγονταν ως την Ιαπωνία. Κατά ένα συνωμοτικό τρόπο, ένα χρόνο αργότερα το γλυκερό Άγρυπνος στο Σιάτλ με τον Τομ Χανκς και τη Μεγκ Ράιαν έγινε επίσης παγκόσμιο χιτ. Κάτι έτρεχε λοιπόν στο Σιάτλ. Δεν πήγα ποτέ, ώσπου να το ξανασκεφτώ το μπαλόνι είχε σκάσει και όλοι οι δρόμοι - αν το Μανχάταν δεν σου ήταν αρκετό - πάλι στο Λος Άντζελες οδηγούσαν. Αντιπάθησα από την αρχή το ύφος της αγύρτισσας προικοθήρας Μαγδαληνής με το ψευδώνυμο Love που παντρεύτηκε το Μεσσία και μας έγινε τσιμπούρι. Δεν με τράβηξε ποτέ η ψυχρή corporate nerd αισθητική - για να μη μιλήσω για το ξενέρωτο latte - των Starbucks, δεν συμφιλιώθηκα ποτέ με το κομπιούτερ μου. Θα πρέπει λοιπόν να ήμουν τρελός που ήθελα να πάω στο Σιάτλ.

NEVER MIND
Μετά το '94 που έφυγε ο Κομπέιν για το άγνωστο νησί της Μέριλιν και του Μόρισον, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Αφού πένθησε τους μύθους του, το Σιάτλ ξαναβολεύτηκε στην εύρωστη ρουτίνα του. Το grunge πέρασε στο περιθώριο απ' όπου και ξεκίνησε ώσπου ξεχάστηκε σαν κουταμάρα της νιότης. Οι κομμώτριες ανάσαναν. Τα κλαμπ όπου κατά καιρούς έπαιξαν όλα τα συγκροτήματα που ξεπήδησαν μετά τους Nirvana έγιναν - μαντέψτε - Starbucks και γυμναστήρια. Σήμερα σε μέρη όπως το Seattle Center οι γυμναστές διδάσκουν punk rock yoga - γιόγκα με ρυθμό πανκ, όπως το τοποθετεί ένας δάσκαλος. Έτσι το Σιάτλ παρέμεινε γνωστό ως η πόλη στην οποία ο Γκέιτς είχε χτίσει την ακριβότερη βίλα της Αμερικής. Η πόλη που προτιμάει το Perrier από το προσέκο, το χάρτινο ποτηράκι από το φλιτζάνι, την ομπρέλα αντί για αντηλιακό, αφού στατιστικά οι έξι στις εφτά μέρες της εβδομάδας είναι βροχερές. Εν ολίγοις έγινε η πόλη που αγαπάει κανείς να μισεί επειδή όλα εκεί είναι τόσο καθαρά όσο και σε μια κλινική, σαν τη Seattle Grace, το σκηνικό όπου διαδραματίζεται εδώ και εφτά σεζόν η σειρά Grey's Anatomy.

Τι σχέση έχει, λοιπόν, το Σιάτλ του 1991 μ' εκείνο το 2011; Όση και το Παρίσι της Μαρίας Αντουανέτας με αυτό της Κάρλα Σαρκοζί. Όση και η παντοδύναμη Αμερική του Κλίντον με την καταρρακωμένη χώρα του Ομπάμα. Γι' αυτό υπάρχουν οι επέτειοι, άλλωστε, για να θυμόμαστε αυτό που ήμαστε κάποτε και δεν είμαστε πια. Γι' αυτό το Σιάτλ αποφάσισε να το ρίξει έξω φέτος και να γιορτάσει τα 20 χρόνια από τότε που έγινε - έστω και για λίγο - η πρωτεύουσα του κουλ. Μέσα από εκθέσεις, φιλμ και βιβλία, η grunge στιγμή του Σιάτλ μνημονεύεται ως ένα φαινόμενο που γοητεύει τη γενιά του facebook - μαμά, ήσουν κι εσύ εκεί; Όπως και με τη γενιά του Γούντστοκ (1969), η γενιά Χ και οι grungies χάθηκαν κάτω από τα πούπουλα και τις τσουκνίδες της ιστορίας. Η έκθεση Nirvana: Taking Punk to the Masses που παρουσιάζεται αυτήν τη σεζόν στο Σιάτλ στο μουσείο ΕΜΡ (Experience Music Project) είναι ίσως η πιο φιλόδοξη αναπαράσταση της εποχής εκείνης, η οποία εξιστορείται μέσα από φωτογραφίες και κειμήλια: το μπλουζάκι - άπλυτο φημολογείται, αλλιώς ποια η αξία του; - που φορούσε ο Κομπέιν στο βίντεο του Smells Like Teen Spirit, το συμβόλαιο των Nirvana για το πρώτο τους άλμπουμ, το αποτυχημένο Bleach, οι σπασμένες κιθάρες. Οι δημιουργοί της έκθεσης προφανώς δεν ήθελαν να γίνουν μακάβριοι γι' αυτό και το πιο σημαντικό ίσως ντοκουμέντο έμεινε εκτός. Στο σημείωμα που άφησε προτού αυτοκτονήσει ο Κομπέιν έγραφε: Δεν έχω αισθανθεί καμία συγκίνηση ακούγοντας ή δημιουργώντας μουσική εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Η πιο τυχερή της ιστορίας αυτής ήταν η γυναίκα που τη λένε Αγάπη, που βεβαίως δεν θα μπορούσε πια ούτε γι' αστείο να ζήσει στο Σιάτλ. Η Ms. Love με την προίκα του Μεσσία πήγε στο Μπέβερλι Χιλς και ρίζωσε ως ιμιτασιόν κυρία.