Nτανιέλ Ντελπές: μία γυναίκα στην κουζίνα του Ελυζέ

Nτανιέλ Ντελπές: μία γυναίκα στην κουζίνα του Ελυζέ

Η Ντανιέλ Ντελπές μιλάει για την "Υψηλή Μαγειρική" που προβάλεται από σήμερα στους κινηματογράφους.
27 Ιουνίου 2013 Χριστίνα Μπίθα


Η ταινία του Κριστιάν Βενσέν "Υψηλή Μαγειρική" ("Les saveurs du Palais"), εμπνευσμένη από τη θητεία της Ντανιέλ Ντελπές ως της μοναδικής γυναίκας σεφ που έχει μαγειρέψει για Γάλλο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αρχίζει κάπως ανορθόδοξα: Στην Ανταρκτική. Γι' αυτό και για άλλα πολλά μας μίλησε η ίδια η Ντελπές που επισκέφθηκε την Αθήνα τον περασμένο Νοέμβριο, ενώ η "Υψηλή Μαγειρική", που έκοψε πάνω από ένα εκατομμύριο εισιτήρια στη Γαλλία, θ' αρχίσει να προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 27/6. Μέχρι τότε, regalez-vous!

MC: Φαντάζομαι, έχετε γευτεί αρκετά φουά γκρα και τρούφες στη ζωή σας μέχρι τώρα.
DD: (Γέλια) όχι τόσα όσα νομίζετε! Βασικά, το αγαπημένο μου πιάτο είναι το γεμιστό λάχανο.
Άλλωστε, όπως φαίνεται και στην ταινία, το πρώτο πιάτο που έφτιαξα για τον Πρόεδρο Μιτεράν ήταν γεμιστό λάχανο με σολομό - φαίνεται δύσκολο, αλλά δεν είναι. Μάλιστα, φτιάχτηκε την τελευταία στιγμή γιατί ήμουν απροετοίμαστη, χρονικά.

MC: Είχατε δημιουργήσει στη γενέτειρά σας παλιότερα ένα φημισμένο φουά γκρα γουίκεντ. Πείτε μας λίγα περισσότερα γι αυτό.
DD: Ναι, το άρχισα γιατί εκείνη την εποχή ήμουν κλεισμένη σπίτι, με μικρά παιδιά κι ήθελα να διοχετεύσω κάπου τη δημιουργικότητα μου. Πήγε πολύ καλά, το σπίτι τα σαββατοκύριακα ήταν πάντα γεμάτο από κόσμο που δοκίμαζε πιάτα, συζητούσε, κοιμόταν εκεί. Το σταμάτησα γιατί η προετοιμασία που απαιτούνταν ήταν πολύ μεγάλη και δεν μου άφηνε χρόνο για ν' ασχοληθώ με άλλα σχέδια, όπως τη φάρμα που αγόρασα κάποια στιγμή στη Νέα Ζηλανδία για καλλιέργεια τρούφας.

MC: Θεωρείτε τον εαυτό σας επαγγελματία σεφ;
DD: Όχι. Δεν ξέρω να μαγειρεύω για εστιατόρια. Δεν με ενδιέφερε ποτέ, απλά μου αρέσει η καλή κουζίνα, με φρέσκα υλικά κι αυτό προσπαθώ να πετύχω όλη μου τη ζωή. Για μένα το μαγείρεμα είναι το διαβατήριο για άλλες συναρπαστικές περιπέτειες. Αποκαλώ την κουζίνα μου "κουζίνα των γυναικών": Αν κάποια από αυτές επηρεαστεί κι εμπνευστεί από μια συνταγή μου, θα είμαι ικανοποιημένη.

MC: Πως σας φαίνεται που μέχρι στιγμής είστε η μόνη γυναίκα που πάτησε το άβατο του Ελυζέ;
DD: Σίγουρα πολύ κολακευμένη. Είναι δύσκολο ν' αλλάξεις συνήθειες και προκαταλήψεις αιώνων.  Όμως, η μαγειρική των γυναικών είναι εδώ και δεν πρέπει πια να παρεξηγείται. Ξέρετε, μου έκανε εντύπωση χθες που πήγαμε να φάμε σ' ένα ελληνικό εστιατόριο και ρώτησα μια κυρία αν ήταν η μαγείρισσα κι εκείνη έδειξε να προσβλήθηκε. Αλλά το ίδιο, πάνω κάτω, συμβαίνει και στη Γαλλία. Οπότε ένας λόγος που χαίρομαι για τα πολλά εισιτήρια της ταινίας "Υψηλή Μαγειρική" είναι πως η "γυναικεία" κουζίνα κάπως απενοχοποιήθηκε.

MC: Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν μάθατε πως σας επέλεξαν για προσωπική σεφ του  Φρανσουά Μιτεράν;
DD: Ήταν μια μεγάλη έκπληξη, δεν είχα ποτέ φανταστεί τον εαυτό μου σε τέτοια θέση αφού δεν ήταν σχετική με τον τομέα μου. Εγώ έμενα στην επαρχία, ζούσα ήσυχα, αυτή η δουλειά ήταν στο Παρίσι, γενικά δεν ήταν καθόλου η ζωή που ήξερα, καταλαβαίνετε. Μου το πρότειναν, λοιπόν, και στην αρχή ήμουν κουλ, όταν γύρισα όμως σπίτι είπα στον εαυτό μου "είναι αδύνατο να το κάνω αυτό, δεν μπορώ, δεν το ξέρω". Τελικά, το ήξερα.

MC: Ποια είναι η καλύτερη και ποια η πιο δυσάρεστη ανάμνηση από αυτήν την εμπειρία;
DD: Δεν θυμάμαι κάτι άσχημο. Στην ταινία υπάρχει μεν αυτό το στοιχείο της αντιπαράθεσης με τους άλλους μάγειρες του προεδρικού μεγάρου, αλλά, ειλικρινά, δεν είχα καταλάβει πως ήμουν στο μάτι του κυκλώνα, με προστάτευε ο Μιτεράν. Επιπλέον, ήμουν καβαλημένη συνέχεια πάνω στο όνειρό μου - είμαι εδώ, στο Ελυζέ και μαγειρεύω για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καταλαβαίνετε. Όταν ονειρευόμαστε είμαστε εκ των πραγμάτων σ' έναν άλλο κόσμο. Το ίδιο και η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Ορτάνς, που την υποδύεται τόσο καλά η Κατρίν Φο. Βρίσκεται τελείως στον κόσμο της και βγαίνει από ' κει μόνο και μόνο για τα απαραίτητα.

MC: Άρα η αντιπαλότητα δεν ήταν ο λόγος για τον οποίο φύγατε μετά από δυο χρόνια εκεί;
DD: Όχι, καθόλου, ο λόγος της παραίτησης μου ήταν πως, για μένα, αυτή η περιπέτεια είχε πια τελειώσει, ό,τι είχα να δώσω το είχα δώσει και με το παραπάνω. Κι έφυγα χωρίς να έχω άλλη πρόταση. Οπότε η επόμενη μέρα με βρήκε χωρίς δουλειά, είχα χωρίσει κιόλας...μέχρι που μου ήρθε η πρόταση από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να διδάξω σε μια σχολή μαγειρικής. Αυτό το πηγαινέλα διήρκεσε συνολικά πέντε χρόνια. Δούλευα τρεις μήνες, επέστρεφα άλλους δύο στα παιδιά μου που πια ήταν στην εφηβεία κι ούτω καθεξής. Κι όταν ένιωσα πως μου τελείωσε κι αυτό, επέστρεψα.  

MC: Τώρα με τι ασχολείστε;
DD: Μένω πάντα στο σπίτι μου, στο Περιγκόρ και δίνω μαθήματα μαγειρικής κατ' οίκον.

MC: Για επίλογο, μας λέτε πως προέκυψε εκείνη η δουλειά στην Ανταρκτική;      
DD: Ήταν μετά το Ελυζέ. Ήμουν σχεδόν εξήντα τότε, ένιωθα γρια. Έψαχνα για μια δουλειά όσο πιο μακρινή και περιπετειώδη γινόταν, για να δοκιμάσω εκ νέου τα όρια μου. Και όταν είδα αυτήν την αγγελία, πως ζητούν ένα σεφ για μια επιστημονική αποστολή σ' ένα σταθμό εκεί, είπα "αυτό είναι". Στην αρχή βέβαια μου είπαν ότι δεν παίρνουν γυναίκες - παρόλο που η αγγελία δεν έγραφε το απαιτούμενο φύλο -, ότι βασικά ψάχνουν για έναν εικοσιπεντάχρονο άντρα και ότι, έτσι κι αλλιώς, στην ηλικία μου, δεν είχα καμιά απολύτως ελπίδα, γιατί το ανώτατο ηλικιακό όριο για τέτοιου είδους αποστολές είναι τα τριάντα. Αλλά τελικά με την επιμονή μου, κι αφού πέρασε πρώτα ένας ολόκληρος χρόνος - ήταν πολλοί οι υποψήφιοι γιατί ο μισθός ήταν εξαιρετικός -,  προσέλαβαν, αντί για έναν εικοσιπεντάχρονο άντρα, μια εξηντάχρονη γυναίκα!