Oι μαγικές νύχτες του Maxim

Oι μαγικές νύχτες του Maxim's

Παλιό όσο και ο Πύργος του Άιφελ, το θρυλικό ρεστοράν παραμένει σύμβολο του παρισινού Joie de Vivre.
16 Ιανουαρίου 2012 Βιβή Μωραΐτου, Φωτο: Courtesy of Assouline Editions (assouline.com)
H Τζιν Σίμπεργκ στο Καλημέρα Θλίψη
1
2
3
4
5
6

Ο μετρ σπρώχνει ένα τρόλεϊ καλυμμένο με λευκό ύφασμα ως το τραπέζι του «βασιλιά του βαμβακιού» Μαρκ Φέιντεν. Τραβάει το κάλυμμα αποκαλύπτοντας το σπέσιαλ πιάτο: ένα σκανδαλωδώς προκλητικό κορίτσι που προκαλεί φρενήρεις πανηγυρισμούς σε ολόκληρη την αίθουσα. Ο κατενθουσιασμένος Τζέιμς Γκόρντον Μπένετ τζούνιορ, ιδιοκτήτης της New York Herald, σοκάρει ευχάριστα τους συνδαιτυμόνες του προσφέροντάς τους για επιδόρπιο μια δικής του έμπνευσης τούρτα: μια καλλονή καλυμμένη με σαντιγί. Και αυτή δεν είναι παρά μια μικρή - πλην πιπεράτη - γεύση από τα επικά πάρτι που εν έτει 1904 μπορούσαν να συμβαίνουν σε ένα και μόνο μέρος στον κόσμο: στο Maxim's.

ΣΑΛΟΝΙ ΠΑΣΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΩΝ
Στο παράλληλο σύμπαν του παρισινού ρεστοράν κάθε βραδιά ήταν και μια παράσταση σε απόλυτο Αρ Νουβό ντεκόρ, η οποία δεν άνοιγε αυλαία πριν τελειώσουν τα θέατρα, δηλαδή μετά τα μεσάνυχτα. Ως τις δέκα το κατάστημα σέρβιρε κανονικούς ανθρώπους και ευκατάστατους επαρχιώτες που εξορμούσαν στην πρωτεύουσα. Όμως μετά τα μεσάνυχτα που κατέφταναν οι θαμώνες η ατμόσφαιρα άλλαζε άρδην. Οι Τζέιμς Γκόρντον Μπένετ και Μαρκ Φέιντεν συγχρωτίζονταν με τους Ρότσιλντ, τον Προυστ, τον Οράς Φιναλί (διευθυντή της Banque de Paris et des Pays - Bas) και αποκλειστικά με ωραίες κυρίες. «Γύρω στη μία το πρωί η εικόνα γεμίζει από ένα ευχάριστο πλήθος με μαύρα κοστούμια και "όμορφες, ευυπόληπτες κυρίες" που επιδεικνύουν γενικώς το πλούσιο μπούστο τους στολισμένες με αστραφτερά κοσμήματα. Πολλοί περιποιημένοι νεαροί στέκονται ή αφήνουν τα πόδια τους να κρέμονται από τα σκαμπό του μπαρ. Στα τραπέζια καλαθάκια με τηγανητές πατάτες (σπεσιαλιτέ του καταστήματος), ελαφρές και ντελικάτες σαν τη μουσελίνα. Στο πίσω μέρος, το δείπνο σερβίρεται σε μικρά τραπέζια. Ένας παιχνιδιάρικος χώρος με τσιγγάνικη ορχήστρα όπου στιλάτες γυναίκες συναντούν συχνά στρατιές συναρπαστικών καβαλιέρων. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα οι ενθουσιώδεις νεαροί μετακινούν τα τραπέζια και ελαφρώς ζαλισμένα ζευγάρια αρχίζουν να χορεύουν βαλς με μια μανία καθοδηγούμενη από το πανηγύρι των εξίσου εορταστικών Τσιγγάνων. Στο μενού δεν περιλαμβάνονται αριθμοί. Οι τιμές είναι για μεγάλα πορτοφόλια». Η κριτική που δημοσίευσε το 1905 ο Guide des plaisirs à Paris (Οδηγός αναψυχής στο Παρίσι) για το πολυτελές ρεστοράν της οδού Ρουαγιάλ 3 φωτογραφίζει το joie de vivre μιας εποχής όπου το ένδυμα ήταν κώδικας - καθρέφτης κοινωνικού στάτους. Και στο Maxim's το ένδυμα ήταν απαρέγκλιτα βραδινό. Η αχαλίνωτη διασκέδαση ήταν ένα μόνο από τα συστατικά που μαγνήτιζαν τις σαρωτικές περσόνες και τα πρόσωπα ισχύος τα οποία τροφοδότησαν χαρακτήρες του Προυστ και πρωταγωνιστούν σε μυθιστορήματα της Κολέτ. Αλλά τι εκτόξευσε το μικρό εστιατόριο του πρώην σερβιτόρου Μαξίμ Γκεγιάρ σε πριβέ φαν παρκ της υψηλής κοινωνίας από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα; Η πίστη του ιδρυτή του Maxim's στο ίδιο του το ρεστοράν ήταν αυτό που προδιέγραψε την αστραφτερή πορεία.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ
Στις 23 Απριλίου του 1893, με τον πυρετό της Μπελ Επόκ να καίει τις ακόλαστες νύχτες του Παρισιού, το μπαρ Maxim's & George's ανοίγει για πρώτη φορά τις πόρτες του στο ισόγειο της πάλαι ποτέ κατοικίας του περίφημου Καζανόβα, δούκα του Ρισελιέ. Το μέρος δεν είναι άγνωστο στους Παριζιάνους, αλλά λίγες κιόλας εβδομάδες μετά τα εγκαίνια, απογοητευμένος, ο συνεταίρος του Μαξίμ Γκεγιάρ αποχωρεί θεωρώντας ότι το μαγαζί δεν έχει καμία τύχη. Ο ήδη χρεωμένος Μαξίμ δεν το βάζει κάτω και αρχίζει να σερβίρει και φαγητό.

Σύμφωνα με το μύθο, στις 21 Μαΐου η διαβόητη Ίρμα ντε Μοντινί - μία από τις διάσημες κοσμικές «ανδροφάγους» του Παρισιού - και ο ωραίος αριστοκράτης Αρνό ντε Κοντάντ, περαστικοί από την οδό Ρουαγιάλ, μαγνητίζονται από την ατμόσφαιρα του Maxim's (το δεύτερο συνθετικό είχε ήδη καταργηθεί). Η Ίρμα υπόσχεται στον Γκεγιάρ να εκτοξεύσει το μαγαζί του «όπως το φελλό της σαμπάνιας». Κυριολεκτεί. Το ζευγάρι διαδίδει τη διεύθυνση του Maxim's στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας και σε ελάχιστες εβδομάδες ο αριθμός 3 της οδού Ρουαγιάλ γίνεται το μόνιμο ραντεβού σύσσωμης της αριστοκρατίας και των ανφάν γκατέ, που νιώθουν να βρίσκονται στο σαλόνι τους. Το σέρβις είναι προσωπικό και η εκλεκτή πελατεία το εκτιμά. Οι επιθυμίες της ικανοποιούνται πριν εκφραστούν. Με τη φήμη του να προηγείται, το εστιατόριο - σχεδόν πριβέ κλαμπ - έγινε κοινό μυστικό στα σαλόνια όλης της Γηραιάς Ηπείρου. Τα πιο ισχυρά όπλα του Μαξίμ ήταν η εχεμύθεια, οι εταίρες και η, όπως έλεγε συχνά, «ποτέ άδεια αίθουσα... Ας υπάρχουν πάντα μερικές όμορφες, νεαρές ηθοποιοί σε κοινή θέα». Το 1906 η άφιξη της «θεϊκής» Σάρα Μπερνάρ πυροδοτεί μια παράδοση που θα έπαιρνε μυθικές διαστάσεις με ντίβες του σινεμά, της όπερας και του τζετ - σετ να δικαιούνται τραπέζι χωρίς ρεζερβέ.

Ο Εζέν Κορνίς, ένας εκ των δύο συνεταίρων - κληρονόμων της επιχείρησης από το 1895 που ο ιδρυτής του θρυλικού ρεστοράν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, επίσης αντιλαμβάνεται νωρίς ότι οι εταίρες είναι το διαβατήριό του για την επιτυχία. Οι πλούσιοι και ισχυροί ονειρεύονταν να κλείσουν τη βραδιά τους στην αγκαλιά κάποιας από τις ιστορικές κοκότες που είχαν το Maxim's δεύτερο σπίτι τους και διαγωνίζονταν ποια θα εμφανιστεί με το ακριβότερο κόσμημα - τρόπαιο. Με επικεφαλής τον αρχιτέκτονα Λουί Μαρνέ και τη συνεργασία καλλιτεχνών της Σχολής του Νανσί, το 1899 η αστική έπαυλη του 1777 μεταμορφώνεται στο ζωντανό μουσείο της Αρ Νουβό που είναι μέχρι σήμερα. Ο Κορνίς ήταν επίσης ο εμπνευστής του δείπνου μετά μουσικής. Ξεκινάει από ένα πιάνο και στη συνέχεια εγκαθιστά και ορχήστρα.

Το είδος των ανθρώπων που περνούν τα βράδια τους στο Maxim's διατηρεί το deluxe lifestyle του ο, τι κι αν συμβαίνει στον έξω κόσμο. Βασιλείς όπως ο Γεώργιος της Ελλάδας, ο Λεοπόλδος του Βελγίου, ο Μανουέλ της Πορτογαλίας, ο Όσκαρ της Σουηδίας, πρίγκιπες, ευγενείς και μαχαραγιάδες, μεγαλοεπιχειρηματίες και πολιτικοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες και ιερά τέρατα γιορτάζουν με κάθε αφορμή.

Ακόμα κι όταν τα σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μαζεύονταν, ο ουρανός πάνω από το Maxim's έμενε καθαρός. Τους δούκες από τις σάλες του ρεστοράν εκτόπισαν ηρωικοί αερομάχοι και υψηλόβαθμοι αξιωματικοί υποταγμένοι στη γοητεία μιας μυστηριώδους Ολλανδής χορεύτριας που δεν ήταν άλλη από την κατάσκοπο Μάτα Χάρι undercover.

Οι αλλαγές των εποχών έφερναν κλυδωνισμούς και επηρέαζαν την είσπραξη αλλά η ατμόσφαιρα ασφάλειας και η διακριτικότητα έμεναν σταθερές αξίες και μετά την τρικυμία του μεγάλου κραχ του 1929. Εδώ η Σανέλ επιλέγει σταθερά το τραπέζι Νο 5 και η Γκάρμπο βγάζει τα μαύρα γυαλιά της. Η ξενοιασιά του Μεσοπολέμου έμελλε να συνθλίβει κάτω από την μπότα του Γερμανού κατακτητή που, διεκδικώντας το δικό του μερίδιο από το «χαρούμενο Παρίσι», κατάφερε να σκορπίσει την παρέα του Maxim's.

Οι ΝΤΙΒΕΣ ΠΡΟΗΓΟΥΝΤΑΙ
«Το 1946 το Maxim's ανοίγει ξανά με τον ίδιο σεφ που είχε από το 1920, τον Λουί Μπαρτ και η παρισινή ελίτ συνέρρευσε για το νέο όπενινγκ που κράτησε τρεις ημέρες στη διάρκεια των οποίων το ρεστοράν ήταν συνέχεια γεμάτο. Υποδέχεται για μία ακόμα φορά νέου είδους πελατεία καθώς η κοινωνία έχει αλλάξει μετά τον πόλεμο. Πολλοί είναι Αμερικανοί που επιβάλλουν παντού τους δικούς τους κώδικες, τρόπο ζωής και πρότυπα», γράφει ο Ζαν - Πασκάλ Ες στην έκδοση Maxim's (Assouline). «Η πελατεία εξελίχθηκε περιλαμβάνοντας τη νέα γενιά ηθοποιών, χρηματιστών, δημοσιογράφων και πολιτικών φλεγόμενων από φιλοδοξία. Ανάμεσά τους η διάσημη αρθρογράφος Έλσα Μάξγουελ, συχνά μαζί με τον Όρσον Γουέλς». Οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας βρίσκονταν εκεί ο Γιουλ Μπρίνερ, ο Τσάπλιν, ο Γκάρι Κούπερ, η Άβα Γκάρντνερ, η κληρονόμος Μπάρμπαρα Χάτον που ήταν τότε σύζυγος του Κάρι Γκραντ, ο Χίτσκοκ, η Γκρέις Κέλι, ο Σινάτρα, η Ρίτα Χέιγουορθ. Αλλά το πρωτόκολλο στο Maxim's εξακολουθούσε να είναι αυστηρό και η «Γκίλντα» ανήκει στους αστέρες που είχαν δεχτεί την ευγενική άρνηση του προσωπικού να τους βρουν αιφνιδίως τραπέζι. Στην πορεία η διεύθυνση αποφάσισε να επιτρέπει σε μία και μόνο αυθεντική σελέμπριτι τη βραδιά να παραβεί τους κανόνες. Κι έτσι η ξυπόλυτη Μπε - Μπε προξένησε σκάνδαλο, η Ντίτριχ δείπνησε με παντελόνι, ο Νταλί αγκαλιά με το κουνέλι του, ενώ στα '70s επετράπη η είσοδος στον Νουρέγιεφ με ζιβάγκο και στα '80s στον Τζάγκερ με σνίκερ.

Από το 1958 η Κάλλας έτρωγε στο Maxim's τουλάχιστον μία φορά το μήνα το «δικό» της στέικ ο πουάβρ, απαιτώντας πάντα το «κόκκινο» τραπέζι, εκείνο του Δούκα του Γουίνδσορ. Στο διπλανό μπορεί να έτρωγε η μέλλουσα βασίλισσα της Δανίας Μαργαρίτα, ο Αλί Χαν, η Ρόουζ Κένεντι ή ο Γιούρι Γκαγκάριν. Στο ρεστοράν που συνδέθηκε με το ειδύλλιο της La Callas με τον Ωνάση, λίγα χρόνια αργότερα ο μεγιστάνας θα συνόδευε την Τζάκι. Συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, τo Μάρτιο του 1984 η Χριστίνα Ωνάση θα χορέψει ξυπόλυτη στο μεγαλειώδες γαμήλιο πάρτι της με τον Τιερί Ρουσέλ. Η κληρονόμος ανήκε στο νέο αίμα που είχε προσελκύσει στο εστιατόριό του ο από το 1981 ιδιοκτήτης της επιχείρησης και αειθαλής θαμώνας Πιερ Καρντέν.

«Είχα την αφέλεια να σκεφτώ ότι το είχα αγοράσει, μόνο που δεν αγοράζεις ένα μέρος όπως το Maxim's. Σε ζυγίζει, σε μετράει και σε διαλέγει αυτό», σημειώνει ο Καρντέν στον πρόλογο του Maxim's. Η Μαργκό Χεμινγουέι, ο Τζάγκερ, η Καρολίνα του Μονακό, η Νταϊάνα Ρος και ο Τραβόλτα συγκαταλέγονταν στους μόνιμους θαμώνες της νέας εποχής. Η ελίτ που δηλώνει σήμερα πίστη στο Maxim's καλύπτει πολλά πεδία. Στην «πινακοθήκη» βλέπει κανείς από τη Στέλα ΜακΚάρτνεϊ, τον Μαρκ Τζέικομπς και την Κάιλι Μινόγκ μέχρι τους Τζίλμπερτ & Τζορτζ. Την ίδια στιγμή διοργανώνονται φιλανθρωπικά γκαλά από πριγκίπισσες με τα συνθετικά φον Τουρν ουντ Τάξις στον τίτλο τους ενώ ψιθυρίζεται ότι το Maxim's «μετράει και ζυγίζει» υποψήφιους αναζητώντας το μελλοντικό ιδιοκτήτη του.