Ο καλός διαδηλωτής

Ο καλός διαδηλωτής

Ένας κάτοικος Νέας Υόρκης γράφει πώς έζησε τις καταλήψεις της Γουόλ Στριτ. Σίγουρα πολύ διαφορετικά απ' ό,τι εμείς του Συντάγματος.
23 Φεβρουαρίου 2012 Μιχάλης Σκαφίδας
Το 2012 θα είναι μια υπέροχη χρονιά», μου λέει γελώντας μια διαδηλώτρια στη Νέα Υόρκη. «Μια χρονιά γεμάτη αφύπνιση, φτώχεια και βελούδινη επανάσταση». Είναι Κυριακή μεσημέρι και ο ήλιος έχει δόντια. Οι βιτρίνες στους δρόμους είναι στολισμένες για τις γιορτές αλλά η γιορτινή ατμόσφαιρα είναι το τελευταίο πράγμα που συγκινεί τους βελούδινους διαδηλωτές, οι οποίοι κυκλοφορούν με πλακάτ που γράφουν «Είμαστε το 99%». Τη συνομιλήτριά μου τη λένε Κάθι. Έχει φυσικά σγουρά, μακριά, κόκκινα μαλλιά, φακίδες και τεράστιο χαμόγελο. Έχει επίσης μάστερ στην Κοινωνιολογία και χρέη σε πιστωτικές κάρτες. Όπως οι τέσσερις στις πέντε νεαρές μορφωμένες Αμερικανίδες με μεταπτυχιακό, η 28χρονη Κάθι δεν έχει βρει ακόμα δουλειά στον τομέα της και οι λογαριασμοί της πληρώνονται, όπως εξηγεί η ίδια, από «παροδικές αρπαχτές» -γκαρσόνα, μπαρτέντερ, μπέιμπι-σίτερ και τα ρέστα. Τώρα η Κάθι αυτοαποκαλείται «βελούδινη επαναστάτρια» -ο όρος «κλεμμένος» από την αναίμακτη εξέγερση των Τσεχοσλοβάκων το 1989, οι οποίοι πήραν τους δρόμους και χωρίς βία απαίτησαν το τέλος μιας ανεπιθύμητης κοινωνικής πραγματικότητας. Από την Τσεχία του Βάτσλαβ Χάβελ ως την Αμερική του Ομπάμα η μεγάλη μούσα των φιλελεύθερων -αλλαγή!- τριγυρίζει την υφήλιο σαν το φάντασμα της όπερας και πουθενά δεν στεριώνει. Γι' αυτό τους τελευταίους μήνες η Κάθι έγινε μόνιμη κατασκηνώτρια στο Ζουκότι Παρκ στη Γουόλ Στριτ, επίσημη έδρα του Occupy Wall Street (OWS) προτού η νεοϋορκέζικη αστυνομία, με εντολή του δεσπότη εκατομμυριούχου Νεοϋορκέζου δημάρχου Μπλούμπεργκ, εξωθήσει τους διαδηλωτές να πάρουν τα συμπράγκαλά τους -iPad, κομπιούτερ, καφετιέρες και τα ρέστα- και να εγκαταλείψουν το μικρό πάρκο στο όνομα, υποτίθεται, της δημόσιας τάξης. Αλλά αυτό, ο απολυταρχισμός των δημοτικών Αρχών της Νέας Υόρκης, είναι μια άλλη ιστορία. Το ζουμί της δικής μας ιστορίας είναι η βεβαιότητα της Κάθι και της μεγάλης παρέας της πως, είτε στο Ζουκότι Παρκ είτε κάπου αλλού πέρα από ωκεανούς και πάρκα, η δυτική οικουμένη βρίσκεται σε όρια ανακατάταξης και συναγερμού. Διόλου τυχαία, πέντε στα δέκα μπεστ-σέλερ στην Αμερική έχουν να κάνουν με την οικονομική κρίση, το Χόλιγουντ δίνει το παρόν με εμπορικά πετυχημένες ταινίες για το κραχ του 2008, όπως το Margin Call με την επίσημα διαζευγμένη Ντέμι Μουρ, και η Ελλάδα δεν είχε τόση δημοσιότητα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ούτε τις μέρες των Ολυμπιακών. «Δεν βλέπεις τι γίνεται στην Ελλάδα;» ρωτάει η Κάθι στην οποία δεν πρόλαβα ακόμα να πω ότι είμαι Αθηναίος. «Ο κόσμος ξεσηκώνεται και καλά κάνει γιατί αυτό δίνει και σ' εμάς κουράγιο που παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τα διεξαγόμενα στην Ευρώπη. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα συμβαίνει και εδώ σε άλλη κλίμακα: οι πολιτικοί -συντηρητικοί και φιλελεύθεροι- μας έχουν χαντακώσει. Η ιδέα της δημοκρατίας έχει πια τόσο πολύ ξεφύγει από την κλασική σημασία της, έχει τόσο εξευτελιστεί από εμάς τους σύγχρονους που είναι ντροπή και να την αναφέρουμε. Ποια δημοκρατία; Απλά ο κόσμος δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο με τις παρούσες προδιαγραφές. Βρισκόμαστε εκεί που βρέθηκαν οι Γάλλοι το 1789 ή οι Ρώσοι το 1989: το σύστημά μας έχει πασιφανώς αποτύχει. Με τη διαφορά πως δεν έχουμε κανένα εναλλακτικό σύστημα να ασπαστούμε. Αλλά μπορούμε να δεχόμαστε την εξακολούθηση ενός ανήθικου, παρακμιακού και αναποτελεσματικού οικονομικού συστήματος που ευνοεί τους κεφαλαιούχους εις βάρος όλων των άλλων; Θα πρέπει, λοιπόν, να εφεύρουμε ένα κοινωνικό σύστημα που να είναι πιο κοντά στη λογική. Και μέχρι να το εφεύρουμε θα διαδηλώνουμε».

ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Αν κρίνει κανείς από τη σταδιακή ενδυνάμωση των συστηματικών κινημάτων που φουντώνουν σε αρκετές δυτικές μεγαλουπόλεις, η άποψη της Κάθι δεν θεωρείται πλέον ακραία. Όπως το τοποθέτησε τις προάλλες μια άλλη διαδηλώτρια, «παρ' ότι είμαι βαθιά αντικαπιταλίστρια, αντιμετωπίζω το OWS σαν ένα κίνημα που δεν έχει να κάνει με τον καπιταλισμό ή τον αντικαπιταλισμό αλλά με το πώς μπορούμε να σκεφτούμε τη ζωή μας έξω από τον καπιταλισμό». Ειδικά στην Αμερική, η ελπίδα ότι μπορεί να υπάρχει ζωή πέρα από τον καπιταλισμό ακουγόταν κάποτε σαν ένας τρελός ισχυρισμός, σαν αυτόν που λέει ότι μπορεί να υπάρχει ζωή κάπου στο Σύμπαν πέρα από τη σφαίρα του καπιταλισμού που λέγεται Γη. Αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά στα χρονικά του μεταψυχροπολεμικού κόσμου που ο ισχυρισμός ότι ίσως μπορεί να υπάρξει καλύτερη ζωή πέρα από τον καπιταλισμό δεν αποτελεί πια επιστημονική φαντασία αλλά τολμηρή πιθανότητα σε μια εποχή που η «ελληνική κατάσταση», όπως αποκαλούν οι Αμερικανοί τις εξελίξεις στη μικρή χώρα με το μεγάλο χρέος, έχει εμπνεύσει μια νέα κινητικότητα. Σε μια συνέντευξη με τον Μπερνάρ Ανρί Λεβί, ο Γάλλος σταρ νεοφιλόσοφος και κλασικιστής -ο οποίος μιλάει άπταιστα αρχαία ελληνικά- μου είχε πει πως «η οικονομική κατάπτωση της Ελλάδας και η βία που θα ακολουθήσει θα οδηγήσουν τη Δύση σε ανακατατάξεις. Η Ελλάδα μας έδωσε κάποτε το καλύτερο στη φιλοσοφία, στην τέχνη, στη δημοκρατία. Τώρα η επικίνδυνα χρεοκοπημένη Ελλάδα θα μας δώσει το χειρότερο που θα οδηγήσει τον κόσμο σε μια περίοδο οδύνης η οποία θα αποβεί μοιραία όσο και απαραίτητη για να ξεφύγουμε από το παρόν αδιέξοδο που έχουν οδηγηθεί οι περισσότερες δυτικές κοινωνίες». Είχα θεωρήσει υπερβολικά τα λόγια του Λεβί. Αλλά να που η προφητεία του επαληθεύτηκε. Η Μέρκελ και ο Σαρκοζί δεν υπολόγισαν την οργή της Πυθίας όταν μαγείρευαν τη «διάσωση» του ελληνικού Τιτανικού (διασώστε το σκαρί, ποιος νοιάζεται για τους επιβάτες;). Τώρα τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης τρίζουν και αν η Ιταλία είναι επίσης έτοιμη για τον πάτο, τότε, well, όπως λένε στις χαρούμενες οπερέτες, «άσπρο πάτο». Το πάθημα της Ελλάδας έχει γίνει το σύνθημα του αμερικανικού 99%, όπως αποκαλούν οι διαδηλωτές του OWS την πλειοψηφία ενός λαού που δεν κυβερνάται πια από τους άρχοντες του Λευκού Οίκου αλλά από τους μεγαλοαπατεώνες της Γουόλ Στριτ -το περίφημο 1% που κατά καιρούς έχει ελεεινολογηθεί δεόντως από το popular culture. Οι μεγαλοκαρχαρίες που ακόμα τσεπώνουν τα μεγάλα bonus, αυτοί που ο Τομ Γουλφ κάποτε σκιαγράφησε με κέφι ως masters of the universe στο καλτ μυθιστόρημά του Bonfire of the Vanities, δεν θαμπώνουν πια με τα λούσα τους, απλά προκαλούν και εξαγριώνουν. Τα κέφια των '80s, που γράφτηκε το Bonfire, ανήκουν οριστικά στην εποχή της περεστρόικα. Κανείς δεν γελάει πια με την κλασική ατάκα του Ρέιγκαν Greed is good (η απληστία είναι καλή). Αν τον είχαν μπροστά τους οι σημερινοί νεαροί Αμερικανοί ίσως τον έφτυναν. «Η λέξη που μας χαρακτηρίζει και μας καταδυναστεύει είναι ελληνική: πλεονεξία», παρατηρεί ένας Νεοϋορκέζος φίλος προγραμματιστής κομπιούτερ, ο οποίος πέρασε ένα ολόκληρο γουικέντ βοηθώντας τους διαδηλωτές να εγκαταστήσουν τα κομπιούτερ τους στο Ζουκότι Παρκ. «Η πλεονεξία αναρριχήθηκε σε πλανητική και ειδικά αμερικανική αξία, γι' αυτό βρεθήκαμε στο κενό». Στο κενό δεν ξεκινούν οι επαναστάσεις; Κάπως έτσι δεν αλλάζει πορεία η ιστορία; «Όχι», με διορθώνει η Κάθι. «Αυτήν τη στιγμή η ιστορία δεν αλλάζει, βουλιάζει».

ΣΤΟΝ ΠΑΤΟ
Έχουμε ξαναβρεθεί στα στενά της βουλιαγμένης ιστορίας. Απλά ήμαστε αγέννητοι τις προηγούμενες φορές που η πλεονεξία καπάκωσε την ιστορία και οι πολιτισμοί γονάτισαν. Αν πάρει κανείς σοβαρά τη μαρξιστική άποψη πως η ιστορία δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αλυσίδα κοινωνικοοικονομικών κρίσεων, η τωρινή πλανητική κρίση είναι ένας ακόμα κρίκος σε αυτό το βαρύ περιδέραιο. Η παρούσα οικονομική και κοινωνική αναταραχή, από την Αίγυπτο και την Ευρώπη ως την Αμερική και την Ασία, θυμίζει αυτό που οι ιστορικοί έχουν κατά καιρούς περιγράψει ως «ιστορικό συγχρονισμό». Η πιο πρόσφατη αξιομνημόνευτη έξαρση ιστορικού συγχρονισμού (με την εξαίρεση της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ) είναι οι επαναστάσεις του περίφημου 1848 που άλλαξαν την πορεία της Ευρώπης. Από το Παρίσι και το Μιλάνο ως τη Βενετία, τη Βιέννη, τη Βουδαπέστη και το Βερολίνο, η Ευρώπη συγκλονίστηκε από τις κοινωνικές αναταραχές του 1848 που προέκυψαν από προβλήματα ανάλογα με τα σημερινά: κοινωνική ανισότητα, αυξανόμενη οικονομική ανέχεια, καταπίεση των χαμηλότερων τάξεων να αποδεχτούν το καθεστώς που ευνοούσε την ολιγαρχία. Έτσι απλά για την ιστορία, στη Γαλλία του Μπαλζάκ, του Μποντλέρ και του Ζολά -αυτοί ήταν οι σταρ της Γαλλίας του 19ου αιώνα- το εκλογικό σώμα απαρτιζόταν μόνο από τους 170.000 πλουσιότερους άνδρες της χώρας, οι γυναίκες και οι μη πλούσιοι δεν είχαν δει από κοντά ποτέ την κάλπη. Εν ολίγοις, το 0,5% του γαλλικού πληθυσμού καθόριζε τη μοίρα των υπολοίπων. Υποτίθεται πως όλα αυτά άλλαξαν μετά τις επαναστάσεις και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ως το μονάκριβο πολιτικό σύστημα του δυτικού καπιταλισμού. Το μεγάλο ερώτημα του 2012, όμως, θυμίζει παλιές εποχές ανησυχίας: πώς λειτουργεί η δημοκρατία για το 99% του πληθυσμού που θέλει και το iPad αλλά και την ανεξαρτησία του από το σύστημα της έμμεσης ολιγαρχίας που έχουν στήσει οι καπετάνιοι των iPad, των facebook και όλων των περιζήτητων εργαλείων της ζωής που οι προηγούμενοι ονειρεύτηκαν κι εμείς αποκτήσαμε; Την επομένη του θανάτου του Στιβ Τζομπς οι επικήδειοι για λίγο έκλεψαν την παράσταση από τις διαδηλώσεις του OWS και το θρίλερ της Ελλάδας. Σε μέρες που ο Ομπάμα έχει τις δυσκολίες του, ο Τζομπς έγινε ο ήρωας της ημέρας. Παράλληλα, όμως, αρκετοί μας θύμισαν πως πέρα από φοβερός καινοτόμος ο Τζομπς υπήρξε επίσης ένας σκληρός άνθρωπος, μισαλλόδοξο αφεντικό, τσιγκούνης Κροίσος και διαβολικός επιχειρηματίας. Λοιπόν, iPad ή επανάσταση; Όπως το τοποθέτησε ένας Ελληνοαμερικανός σχολιαστής σε μια νεοϋορκέζικη διάλεξη, «για να μπορέσει ο σημερινός κόσμος να επαναστατήσει και να αλλάξει το κατεστημένο πρέπει να πει όχι σε πολλούς πειρασμούς τους οποίους έχει ήδη αποδεχτεί. Αυτό όμως είναι δύσκολο, γιατί κάτι τέτοιο σημαίνει πισωγύρισμα και όπως ξέρουμε το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να ανατραπεί είναι η ροή της ιστορίας. Πώς γυρίζει κανείς στην προ ίντερνετ εποχή; Πώς επιστρέφει μια χώρα όπως η Ελλάδα στην προ ευρώ εποχή; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι απλά τεχνικά, δεν έχουν να κάνουν μόνο με την οικονομική ή την τεχνολογική υφή των πραγμάτων. Έχουν να κάνουν κυρίως με την ψυχολογική δομή του κοινωνικού συστήματος».

Ο ΗΣΥΧΟΣ ΔΙΑΔΗΛΩΤΗΣ
Πώς μπορεί να αντισταθεί κανείς στα δύο μεγάλα επιτεύγματα του καπιταλισμού -βολή και ταχύτητα- που καθηλώνουν τον κόσμο της τρίτης χιλιετίας; Το ζητούμενο στα χρόνια της κρίσης δεν είναι η ανατροπή αλλά η εγκράτεια. Η σημερινή βελούδινη επανάσταση, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο, εκφράζεται κυρίως μέσω μιας αισθητικής και καταναλωτικής αναθεώρησης που αλλάζει τον τρόπο ζωής. Όπως το τοποθετεί μια Νεοϋορκέζα αναλύτρια, «η απόφαση και μόνο να μην ξοδεύω είναι μια γροθιά στο σύστημα. Ευτυχώς δεν ζούμε πια στην εποχή της λαιμητόμου. Ζούμε όμως σε μέρες γενικότερης αφύπνισης και μιας εξευγενισμένης εναντίωσης σε αυτό που μας καταδυναστεύει. Δεν ξοδεύω σημαίνει δεν εγκρίνω. Η τσέπη μου έχει φωνή!» Το «δεν ξοδεύω, δεν εγκρίνω» αποτελεί πια τάση όχι μόνο για λαούς των οποίων η μεσαία τάξη δεν έχει πλέον για να ξοδέψει, όπως στην Ελλάδα, αλλά και για τους Αμερικανούς που ολοένα και περισσότερο αναρωτιούνται γιατί πρέπει κανείς να αλλάζει αυτοκίνητο κάθε χρόνο ή να αγοράζει καινούργια ρούχα όταν δεν έχει προλάβει να φορέσει τα περσινά; Μια ματιά στον τρόπο που ντύνονται οι μεσοαστοί στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στο Μανχάταν προδίδει τις διαθέσεις της εποχής. Αν εξαιρέσεις τα στέκια που κυκλοφορούν οι ολοένα και λιγότεροι νεόπλουτοι και τα fashion victims, το λαμέ των χρυσών ημερών της Ντονατέλα, που κάποτε μάγεψε τη μεσοαστική μπουρζουαζία, αποτελεί μουσειακή λάμψη. Το ακριβό και το φανταχτερό σημαίνουν ενοχή και γι' αυτό αποφεύγονται σε μέρες που κανείς δεν θέλει να δείχνει ένοχος έστω και αν ένοχος αισθάνεται. Τα SUV και τα κασμίρ πουλόβερ των 2.000 δολαρίων ανήκουν στις μέρες που ο Τομ Φορντ ήταν στ' αλήθεια πετυχημένος ντιζάινερ για τον Gucci. Εκείνες ήταν οι μέρες που ο Μπιλ Κλίντον αποχαιρετούσε την Αμερική αφήνοντας πίσω του οικονομικό πλεόνασμα! Σήμερα το έλλειμμα της Αμερικής αυξάνεται κατά μέσο όρο 3,5 δισ. δολάρια την ημέρα, κάτι που κάνει την ελληνική χρεοκοπία να φαντάζει σαν λογαριασμός εστιατορίου. Το μόνο καλό, όπως αστειεύεται μια Νεοϋορκέζα φίλη, είναι πως μέσα σε αυτό το κλίμα της οικονομικής ανέχειας τα πρώτα μεγάλα θύματα είναι οι πιο αντιπαθητικοί πρωταγωνιστές των δύο προηγούμενων δεκαετιών: ο κύριος και η κυρία Νεοπλουτίδου. «Είμαστε όλοι Έλληνες», σχολίασε προ καιρού ένας Αμερικανός συνάδελφος με βυρωνική διάθεση. «Χρεωμένοι, ταραγμένοι, θυμωμένοι». Ίσως να μην έχουν όλοι οι Αμερικανοί τόσο ρομαντικές διαθέσεις αλλά κανείς δεν έχει αυταπάτες για το αύριο. «Στις μέρες του μιλένιουμ μεσουρανούσε η αισιοδοξία πως ο κόσμος θα γίνεται ολοένα και πλουσιότερος, καλύτερος, γρηγορότερος», τονίζει μια Αμερικανίδα φίλη οικονομολόγος που γράφει βιβλίο για το χρηματιστηριακό κραχ του 2008 στη Γουόλ Στριτ. «Σήμερα βρισκόμαστε στην αντίθετη όχθη: κολυμπάμε σε έναν ωκεανό απαισιοδοξίας. Το μέλλον φαντάζει σαν μια μαύρη τρύπα. Αλλά και οι δύο αντιδράσεις είναι μονομερείς και υπερβολικές. Κάπου στη μέση υπάρχει η χρυσή τομή. Καμιά φορά πρέπει να γυρίσεις πίσω για να μπορέσεις να πας μπροστά. Και αυτό που συμβαίνει αυτήν τη στιγμή το βλέπω σαν ευκαιρία, όχι σαν απειλή. Φτωχότερη -μια χώρα ή μια γυναίκα- δεν σημαίνει απαραίτητα πιο δυστυχισμένη. Αυτή είναι η παράνοια της εποχής μας, να μετράμε την ευτυχία με το χρήμα. Γι' αυτό τώρα ίσως αναγκαστούμε να μπούμε σε μια πιο συνετή φάση. Αν συνειδητοποιήσουμε μια ώρα αρχύτερα πως η οικονομική ύφεση είναι μια ευκαιρία να συνέλθουμε και να περάσουμε καλύτερα με λιγότερα, ίσως το μέλλον να είναι όντως πιο ρόδινο απ' ό,τι νομίζουμε».