The Iron Lady

The Iron Lady

Ήταν κόρη παντοπώλη και έγινε η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Βρετανίας. Η ιστορία της εξηγεί τι χρειάζεται μια κυρία για να γίνει σιδηρά.
29 Μαρτίου 2012 Λουκία Λυκίδη
.
Αποχαιρετώντας τα παιδιά της για το σχολείο το 1958
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
Στις 12 Οκτωβρίου 1984 το Συντηρητικό Κόμμα της Βρετανίας συνεδριάζει στο Brighton Grand Hotel του Λονδίνου όταν μια βόμβα εκρήγνυται καλύπτοντας το χώρο με ένα παχύ στρώμα σκόνης και κραυγές πανικού. Αυτό που ο πυροσβέστης Φρεντ Μπίσοπ δεν θα ξεχάσει ποτέ είναι το βλέμμα της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία στέκεται πίσω του καθώς εκείνος προσπαθεί να σβήσει τις φλόγες. Ψύχραιμο και ατάραχο. Σαν μόλις να είχε γυρίσει από το κομμωτήριο. Στη διάρκεια της πολιτικής καριέρας της ούτε τα εκρηκτικά του ΙΡΑ θα καταφέρουν να πτοήσουν τη Σιδηρά Κυρία αλλά ούτε οι απεργίες των ανθρακωρύχων ή η κοινωνική αναταραχή. Στη ζωή της Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξαν πολλές στιγμές που άνθρωποι ή γεγονότα δεν θα κατάφερναν να την κάνουν να χάσει τον παροιμιώδη αυτοέλεγχό της.

Τι είναι όμως αυτό που κάνει μια γυναίκα σιδερένια; Στην περίπτωση της Μάργκαρετ Ρόμπερτς, του κοριτσιού που γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου του 1925, είναι ο πατέρας της. Ένας ψηλός, γεροδεμένος άνδρας ο οποίος διατηρεί ένα παντοπωλείο κάτω από το σπίτι όπου μένουν, είναι πολύ δραστήριος και ενδιαφέρεται για τα κοινά. Η μικρή Μάργκαρετ τον θαυμάζει και μοιράζεται μαζί του το πάθος για τα βιβλία. Κάθε βδομάδα πηγαίνουν στη βιβλιοθήκη, δανείζονται δύο σοβαρά βιβλία για τους ίδιους και ένα μυθιστόρημα για τη μητέρα της. Η σκληρή δουλειά, το ενδιαφέρον για τα κοινά και η πεποίθηση πως η άποψή της είναι η σωστή είναι τα τρία πράγματα που θα της μάθει ο πατέρας της και θα σημαδέψουν την καριέρα και την προσωπική της πορεία. «Ποτέ μην κάνεις κάτι επειδή το κάνουν οι άλλοι», της λέει όταν του ζητάει να μάθει χορό. «Δες τι θέλεις εσύ να κάνεις και πείσε τους άλλους να κάνουν το δικό σου».

TΗΕ GROCER'S DAUGHTER
Η κοινωνική ζωή της οικογένειας Ρόμπερτς στρέφεται γύρω από την εκκλησία των Μεθοδιστών. Η Μάργκαρετ και η μεγάλη αδελφή της Μίριελ μεγαλώνουν με αυστηρότητα και πειθαρχία. Στο σχολείο δεν είναι δημοφιλής. Ούτε στην Οξφόρδη όπου φτάνει με υποτροφία το 1943 για να σπουδάσει Χημεία. Οι προσκλήσεις για πάρτι είναι σπάνιες. Δεν έχει πολλούς φίλους και για αγόρι ούτε λόγος. Είναι τώρα που η συμβουλή του πατέρα της να ακολουθεί το δικό της δρόμο αποδεικνύεται χρήσιμη. «Η ανακάλυψη πως όλοι οι trendy άνθρωποι ήταν εναντίον της απλώς της επιβεβαιώνει την άποψη ότι αυτή είναι σωστή και οι άλλοι λάθος», γράφει ο διάσημος Βρετανός βιογράφος Τζον Κάμπελ στο βιβλίο του Margaret Thatcher: From Grocer's Daughter to Iron Lady, ο οποίος ήταν και σύμβουλος της ταινίας Iron Lady (2011) με πρωταγωνίστρια την υποψήφια-φαβορί για τα φετινά Όσκαρ Μέριλ Στριπ.

Η δουλειά της στο εργαστήριο κάνει τον τρόπο ζωής της Μάργκαρετ ακόμα πιο μοναχικό. Μετατρέπει την έλλειψη κοινωνικότητας σε εργατοώρες. Στο τρίτο έτος του πανεπιστημίου η πιο ενεργή ενασχόλησή της με τα κοινά την κάνει περισσότερο κοινωνική. Συμμετέχει στην Oxford University Conservative Association, στο Methodist Study Group και πηγαίνει στα tea party των αδελφοτήτων. Οι χημικοί τύποι όλο και περισσότερο την κάνουν να ασφυκτιά. Η πολιτική φαίνεται να είναι η κλίση της. Μετά την αποφοίτησή της φεύγει για το Έσεξ προκειμένου να δουλέψει σε μια εταιρία ως χημικός. Τότε από έναν παλιό συμφοιτητή στην Οξφόρδη μαθαίνει πως η Ένωση Συντηρητικών στο Ντάρτφορντ ψάχνει υποψήφιους. Η Μάργκαρετ τους εντυπωσιάζει τόσο που της ζητούν αμέσως να θέσει υποψηφιότητα. Στις εκλογές του 1951 συγκεντρώνει πάνω της όλα τα φώτα των μίντια ως η πιο νεαρή και η μόνη γυναίκα υποψήφια. Σε ένα δείπνο γνωριμίας των υποψηφίων θα γνωρίσει και το μέλλοντα σύζυγό της Ντένις Θάτσερ. Είναι επιχειρηματίας -διατηρεί ένα εργοστάσιο χρωμάτων που έχει κληρονομήσει από τον παππού του- και είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Έχει ήδη ένα διαζύγιο αλλά θέλει να ξαναφτιάξει τη ζωή του. «Ήμουν σε διακοπές με φίλους όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα πως αυτή ήταν η μία», θα πει στο συγγραφέα Τζον Κάμπελ.

Το ζευγάρι παντρεύεται σχεδόν αμέσως και δύο χρόνια μετά τη γνωριμία τους, στις 13 Αυγούστου του 1953, αποκτούν δίδυμα. Τον Μαρκ και την Κάρολ. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο βρίσκει μια νοσοκόμα για τους πρώτους έξι μήνες και μια εσωτερική νταντά, την Μπάρμπαρα, ώστε να μπορέσει γρήγορα να ασχοληθεί ξανά με την πολιτική. Το ζευγάρι μένει σε ξεχωριστό διαμέρισμα δίπλα από τα δίδυμα και τις νταντάδες για να μη διακόπτουν τον ύπνο τους τη νύχτα αλλά και για να μην ενοχλούνται από φωνές και κλάματα την ημέρα.

ΝΤΑΟΥΝΙΝΓΚ ΣΤΡΙΤ ΝΟ 10
Όταν το 1959 εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής λείπει πολλές ώρες από το σπίτι. Δεν είναι εκεί ούτε τα απογεύματα και κάθε μέρα τηλεφωνεί στις 6 για να δει αν όλα πάνε καλά. Η Μάργκαρετ είναι εργασιομανής. Ξυπνάει πρώτη, ξαπλώνει τελευταία και κοιμάται τέσσερις ώρες τη μέρα. Από τις δώδεκα γυναίκες του κόμματος η Μάργκαρετ Θάτσερ είναι η νεότερη, η ομορφότερη και η πιο καλοντυμένη. Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της σήμα κατατεθέν της είναι η μαύρη Asprey τσάντα της -κάποτε είχε περιγράψει τις τσάντες της σαν το μόνο ασφαλές μέρος στην Ντάουνινγκ Στριτ-, οι camisoles μπλούζες της και οι πέρλες. Οι τελευταίες είναι δώρο από τον άνδρα της όταν γεννιούνται τα δίδυμα και πάρα τις επίμονες παροτρύνσεις από τους στιλίστες της δεν τις εγκαταλείπει ποτέ. Όταν γίνεται πρωθυπουργός είναι οι ίδιοι που τη συμβουλεύουν να σταματήσει να τις φοράει και αυτήν τη φορά τους ακούει.

Τα παιδιά μεγαλώνουν με τις νταντάδες τους και όπως το στερεότυπο το θέλει έχουν περισσότερα υλικά αγαθά απ' όσα πραγματικά χρειάζονται σε αντάλλαγμα του χρόνου που δεν περνούν με τη μητέρα τους. Η κόρη της Κάρολ κάποια στιγμή θα δηλώσει πως συχνά η μητέρα της πήγαινε να τη φωνάξει με το όνομα της γραμματέα της.

Η Μάργκαρετ θέλει τα παιδιά της να μεγαλώσουν διαφορετικά από εκείνη. Θέλει να απολαύσουν ό,τι αυτή στερήθηκε: τη διασκέδαση και μια χαλαρή ανατροφή. Το 1974 διεκδικεί την αρχηγία του κόμματός της από τον Έντουαρντ Χιθ. Όλοι πιστεύουν πως θα χάσει. Όμως έχουν υποτιμήσει αυτήν τη σίγουρη και αποφασιστική γυναίκα η οποία, αφού κερδίζει τελικά την αρχηγία, πέντε χρόνια αργότερα γίνεται η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός όχι μόνο στη Βρετανία αλλά σε όλη την Ευρώπη. Την ημέρα που φτάνει στην πρωθυπουργική κατοικία, στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, δεν παραλείπει στην ομιλία της να αναφερθεί στον πατέρα της, λέγοντας πως χρωστάει τα πάντα σε αυτόν. Έντεκα χρόνια αργότερα, εγκαταλείποντας το αξίωμά της νικημένη από τον Μάικλ Χέζελταϊν, θα αναφερθεί και πάλι στον πατέρα της -σε τηλεοπτική συνέντευξη αυτήν τη φορά- και θα επιτρέψει για πρώτη φορά στο κοινό να τη δει να κλαίει.

Το πολιτικό δόγμα της Θάτσερ περιλαμβάνει ιδιωτικοποιήσεις, σκληρή οικονομική πολιτική για τα χαμηλά εισοδήματα και μείωση της κρατικής παρέμβασης. Ο θατσερισμός προχωράει χέρι-χέρι με το γιαπισμό των αρχών της δεκαετίας του '80 και η Θάτσερ αισθάνεται ότι ήρθε στην Ντάουνινγκ Στριτ για να μείνει. Νιώθει τόσο άνετα που θα βγάλει τις καλές πορσελάνες της για να διακοσμήσει τον προθάλαμο του μεγάρου. Το πορτρέτο του Ουίνστον Τσόρτσιλ -είναι το είδωλό της- διακοσμεί το γραφείο της ενώ σε όλο το οίκημα βρίσκει κανείς έργα σύγχρονων Βρετανών καλλιτεχνών όπως του Χένρι Μουρ. Η Μάργκαρετ ανεβαίνει συχνά τη σκάλα -είναι η μοναδική γυμναστική της- μέχρι τον πάνω όροφο όπου βρίσκονται τα διαμερίσματά της για να φάει μια σαλάτα ή ένα σνακ με τον Ντένις ανάμεσα σε δύο σημαντικά ραντεβού. Καμιά φορά, όταν η προετοιμασία για κάποια κρίσιμη συνεδρίαση την κρατάει ξύπνια μέχρι αργά, πηγαίνει πάνω για να βάλει στο φούρνο μικροκυμάτων -μόλις έχουν κυκλοφορήσει οι πρώτοι- ένα κατεψυγμένο γεύμα.

ΑΝΑΛΥΣΕ ΤΗΝ

Στις τρεις συνεχόμενες θητείες της η Θάτσερ θα εφαρμόσει την απόλυτα δεξιά πολιτική της. Στιγμές-σταθμοί είναι η βρετανική εισβολή στα Φόκλαντς, η αντιπαράθεσή της με την Ένωση των Ανθρακωρύχων στη μεγάλη απεργία τους το 1985 όπως επίσης ο αμφιλεγόμενος φόρος, γνωστός ως Poll Tax, που επιβάλλεται σε όλους τους φορολογούμενους ανεξαρτήτως εισοδήματος και προκαλεί τεράστια κοινωνική αναταραχή. Η τελευταία είναι και αυτή που το 1990 θα της στερήσει την εξουσία.

Όταν ως υπουργός Παιδείας το 1971 καταργεί το δωρεάν γάλα για τα παιδιά άνω των 7 ετών στα σχολεία ακούγεται το σύνθημα «Thatcher, Thatcher, Milk Snatcher» που θα γίνει το παρατσούκλι της. Ο συγγραφέας και πολιτικός αντίπαλός της Λίο Έιμπς έχει να πει πολλά γι' αυτό στο βιβλίο του Margaret Thatcher Beatrice's Daughter που αποτελεί μια ψυχαναλυτική βιογραφία της Θάτσερ. Ο Έιμπς τονίζει ότι η Θάτσερ δεν μιλούσε ποτέ για τη μητέρα της και δεν είχε καλή σχέση μαζί της. «Η μητέρα της Θάτσερ δεν ένιωσε ποτέ στοργή από τη δική της μητέρα και αυτό το μετέφερε στη Μάργκαρετ. Γιατί η Θάτσερ κατάργησε το δωρεάν γάλα στα σχολεία; Για να εκδικηθεί την αποξένωση που ένιωθε από το στήθος της μητέρας της. Γιατί απεχθάνεται το Κοινωνικό Κράτος; Γιατί της θυμίζει τη μητρική φροντίδα που δεν αισθάνθηκε ποτέ. Γιατί δεν μπορεί να είναι φίλη με τους συνεργάτες της; Γιατί η μητέρα της δεν της μιλούσε όταν την είχε στο στήθος. Γιατί είναι συνεχώς θυμωμένη; Γιατί έτσι αποκτά την αυτοεκτίμηση που δεν ένιωθε στην κούνια. Γιατί είναι τόσο ανυπόμονη; Γιατί ως μωρό δεν ήταν ποτέ σίγουρη αν το στήθος της μητέρας της θα επέστρεφε», γράφει ο Έιμπς.

«Βλέποντάς τη να εγκαταλείπει την Ντάουνινγκ Στριτ ήταν σαν να έβλεπες τη ζωή να φεύγει από μέσα της», αναφέρει η Λίντα Μακντούγκαλ, η δημοσιογράφος που μπήκε στο σπίτι των Θάτσερ λίγο πριν από το θάνατο του Ντένις το 2003 για να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ το οποίο ήταν αφιερωμένο σε αυτόν. «Χωρίς την πολιτική ήταν απλά μια θλιβερή ηλικιωμένη κυρία», θα πει η Μακντούγκαλ. Το προχωρημένο Αλτσχάιμερ που τα τελευταία χρόνια έχει καταβάλει τη Σιδηρά Κυρία (στοιχείο το οποίο επέλεξε να υπερτονίσει η ταινία της Φιλίντα Λόιντ και δέχτηκε κριτική γι' αυτό) δεν εμποδίζει την 86χρονη σήμερα Θάτσερ να παραμένει στο νου μας ως μια φιγούρα που όλοι θα θυμόμαστε με ταγέρ, πέρλες και τυφλό πείσμα.