Τα κορίτσια που δραπέτευσαν από τον ISIS

Τα κορίτσια που δραπέτευσαν από τον ISIS

25 Νοεμβρίου 2016 Λουκία Λυκίδη

Στα τέλη του Οκτώβρη, δύο κούρδισσες Γιαζίντι, η Nadia Murad και η Lamiya Aji Bashar μοιράστηκαν το βραβείο Ζαχάροφ, ένα από τα σημαντικότερα παγκοσμίως σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πρώτη έγινε διεθνώς γνωστή όταν κατάφερε να δραπετεύσει από τα χέρια των μαχητών του Isis αφού πρώτα έζησε την κόλαση των αγοραπωλησιών στα σκλαβοπάζαρα και των βιασμών μαζί με εκατοντάδες άλλες συμπατριώτισσες της ακόμη και ανήλικα κορίτσια.

 Η Nadia Murad μίλησε στον ΟΗΕ αλλά και διεθνή μίντια και έγινε η φώνη όλων των γυναικών Γιαζίντι που είτε παραμένουν αιχμάλωτες του Ισλαμικού Κράτους, είτε προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές που άφησε η αιχμαλωσία τους έχοντας καταφύγει σε camp στο Ιράκ ή σε ένα ειδικό πρόγραμμα για τα θύματα που πραγματοποιείται στην Γερμανία. Κάποια άλλα κορίτσια ακολούθησαν έναν διαφορετικό δρόμο, αυτόν της δυναμικής αντεπίθεσης, που τις έκανε να στρατευθούν στην οργάνωση Sun Ladies που έχει την βάση της στο όρος Σινζάρ στο Βόρειο Ιράκ και εκεί εκπαιδεύονται στα όπλα για να μπουν στην μάχη εναντίον του ISIS.

Πρόσφατα τα δεινά της μειονότητας των Γιαζίντι ήρθαν και  πάλι στο φως της δημοσιότητας όταν η δικηγόρος της Nadia Murad, η διάσημη Αμάλ Κλούνει μίλησε στον ΟΗΕ κατηγορώντας τον ότι δεν κατάφερε να κάνει τίποτα για να αποτρέψει την γενοκτονία των Γιαζίντι, ούτε να βοηθήσει τα θύματα της. «Ντρέπομαι που σαν υποστηρίκτρια του έργου των Ηνωμένων Εθνών βλέπω πως τα κράτη μέλη δεν καταφέρνουν να τιμωρήσουν τη γενοκτονία. Ντρέπομαι που δεν αποδίδεται δικαιοσύνη και δεν υποβάλλεται ούτε καν ένα παράπονο για το θέμα. Ντρέπομαι που το σώμα γυναικών όπως η Νάντια πωλείται και χρησιμοποιείται σαν μέσο πίεσης στον πόλεμο».

Εκατοντάδες κορίτσια και γυναίκες συχνά μαζί με τα ανήλικα παιδιά τους πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν σαν σκλάβες τον Αύγουστο του 2014 όταν ο ISIS εισέβαλλε στην περιοχή που ζει η θρησκευτική μειονότητα των Κούρδων Γιαζίντι στο Βόρειο Ιράκ και λεηλάτησε τα χωριά τους. Σκότωσαν τους ενήλικους άνδρες, στρατολόγησαν τα μικρά αγόρια και έπιασαν αιχμάλωτες γυναίκες και κορίτσια για να τις πουλήσουν σαν σκλάβες. Ένα από τα κορίτσια που έζησαν την τρομακτική εμπειρία των αγοραπωλησιών, της κακοποίησης και των βιασμών από τον ISIS μίλησε στην γερμανίδα δημοσιογράφο Andrea Hoffmann. Μαζί υπογράφουν το βιβλίο με τίτλο The Girl who escaped ISIS που κυκλοφόρησε πρόσφατα. H γερμανίδα δημοσιογράφος μίλησε στο ελληνικό Marie Claire και το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο Marie Claire Νοεμβρίου.



Πέρσι το χειμώνα ταξίδεψα στο Ιράκ, σε ένα camp στο οποίο είχαν καταφύγει οικογένειες κούρδων Γιαζίντι που είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους για να σωθούν από τους τζιχαντιστές του ISIS. O πληθυσμός των Γιαζίντι στο Βόρειο Ιράκ συνυπήρχε με τους μουσουλμάνους μέχρι που το 2014 τζιχαντιστές του ISIS έκαναν έφοδο στα χωριά τους. Οι άνδρες θα στρατολογούνταν και οι γυναίκες θα γίνονταν σκλάβες των μαχητών. Εγώ βρισκόμουν εκεί για να μιλήσω με όσους κατάφεραν να γλιτώσουν και να καταγράψω τα όσα τους είχαν συμβεί. Εκεί έμαθα για τη Φαρίντα και τη συγκλονιστική ιστορία της. Μόλις είχε επιστρέψει από την πολύμηνη αιχμαλωσία της.

Η πρώτη επαφή μαζί της με ξάφνιασε. Περίμενα να δω ένα κορίτσι σε σοκ εκείνη όμως ήταν απολύτως φυσιολογική. Βγήκε από το κοντέινερ όπου ζούσε -μαζί με το θείο, τη θεία και τον αδελφό της-, μου συστήθηκε και με χαιρέτησε. Δίπλα της ήταν η στενή της φίλη Εβίν με την οποία βρίσκονταν συνεχώς μαζί στη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Όταν τα δύο κορίτσια άρχισαν να μου περιγράφουν την εμπειρία τους ήξερα ότι επρόκειτο για μια πολύ σημαντική ιστορία την οποία κάποιος έπρεπε να γράψει. Στην αρχή τους ήταν δύσκολο να  τη διηγηθούν αλλά γρήγορα πείστηκαν πως οι άνθρωποι έπρεπε να μάθουν.
Για πολλές μέρες τις συναντούσα στο κοντέινερ. Είχαν ελάχιστα πράγματα αφού εγκαταλείποντας τα χωριά τους τόσο γρήγορα και μέσα σε πανικό δεν είχαν πάρει μαζί τους σχεδόν τίποτα. Οι θείοι της Φαρίντα, παρ' όλα αυτά, είχαν προλάβει να πάρουν κάποιες φωτογραφίες. Ανάμεσα σε αυτές και οι φωτογραφίες της μητέρας της, των δύο μικρών αδελφών της και της καλύτερής της φίλης που αγνοούνταν. Η Φαρίντα έβρισκε παρηγοριά στο να τις βλέπει.

Κάθε μέρα μου έκαναν το τραπέζι. Είναι ριζωμένο στην κουλτούρα τους να περιποιούνται τους φιλοξενούμενούς τους. Ένιωθα πάρα πολύ άσχημα για όλη αυτή την περιποίηση γιατί ήξερα πόσο λίγα είχαν αυτοί οι άνθρωποι αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να φάω γιατί αλλιώς θα ήταν προσβολή. Η μαγειρική ήταν πολύ βασικό στοιχείο στην καθημερινότητά τους και αυτό που τους θύμιζε περισσότερο απ' όλα την προηγούμενη, φυσιολογική ζωή τους. Ακόμα και στις δύσκολες συνθήκες του camp είχαν φτιάξει μόνοι τους αυτοσχέδιους φούρνους από πηλό όπου έφτιαχναν το ψωμί τους.
Ένα πιάτο με μαγειρεμένο φαγητό πρωταγωνιστεί και σε ένα από τα πιο συγκινητικά σημεία του βιβλίου για την ιστορία της Φαρίντα. Καθώς μπαίνει στο δωμάτιο της αιχμαλωσίας της παρατηρεί ένα πιάτο στο πάτωμα του δωματίου. Η σκέψη της δραπετεύει στη γυναίκα που μαγείρεψε το φαγητό αυτό και μαζί στα στιγμιότυπα μιας κανονικής καθημερινότητας που τη μεταφέρουν στη δική της φυσιολογική καθημερινότητα πίσω στο πατρικό της.



Σε όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει τι της συνέβαινε. Ζούσε μια φυσιολογική ζωή και ξαφνικά κάποιοι εγκληματίες περικύκλωσαν το χωριό της και την εκτόπισαν από την καθημερινότητά της, από μια ζωή ειρηνική και ήρεμη. Κάθε φορά που άρχιζε να μου μιλά δεν ήθελε κανείς από τους άνδρες της οικογένειας να είναι στο δωμάτιο. Ειδικά ο αδελφός της. Φυσικά όλοι γνώριζαν ότι μου έδινε αυτήν τη συνέντευξη, δεν ήθελε όμως κανείς τους να ακούσει τις ακριβείς λέξεις.
Ξεκίνησε να μου μιλάει για την περίοδο που ζούσε ειρηνικά στο χωριό της. Για τον κήπο με τις τριανταφυλλιές που είχε φυτέψει η μητέρα της και τις ώρες που περνούσε στην ταράτσα του σπιτιού της με τις φίλες της, μελετώντας μαθηματικά. Στην ίδια αυτή ταράτσα ήταν όταν είδε τους τζιχαντιστές του ISIS να πλησιάζουν. Η Φαρίντα δεν είχε μεγαλώσει με φόβο. Τα 19 χρόνια της ζωής της δεν είχε βιώσει κάτι δυσάρεστο αλλά οι γονείς και οι παππούδες της ήξεραν ότι υπήρχε πρόβλημα με τους μουσουλμάνους. Γι' αυτό ο πατέρας της είχε μάθει σε όλα τα μέλη της οικογένειας να χρησιμοποιούν όπλο. Και στη Φαρίντα.
Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας της η Φαρίντα πέρασε μήνες χωρίς να γνωρίζει αν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της ζουν ή πέθαναν. Πέρασε ατελείωτες μέρες σε θαλάμους  μαζί με άλλα κορίτσια περιμένοντας τους υποψήφιους αγοραστές της. Και αργότερα, φυλακισμένη σε άλλα δωμάτια, περίμενε τους ιδιοκτήτες της χωρίς να γνωρίζει τι της επιφυλάσσει η μοίρα. Ξυλοδαρμό, βιασμό, κακοποίηση; Όμως όσο και να περνούσε ο καιρός ποτέ δεν σταμάτησε να αντιστέκεται. Και όσο μεγαλύτερη γινόταν η βία κάθε φορά που αντιστεκόταν αυτή αντιστεκόταν και άλλο. Οι αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης, οι οποίες θα μπορούσαν να της στοιχίσουν τη ζωή, δεν την αποθάρρυναν και δεν την έκαναν να σταματήσει να προσπαθεί να ξεφύγει. Η θρησκευτική πίστη της -ήταν πολύ σημαντικό γι' αυτή να μην προδώσει τον Θεό της- αλλά και ένα ακατάπαυστο πείσμα την έκαναν να μη σταματά να αντιδρά με οποιοδήποτε κόστος. Σε όλη τη διάρκεια των συναντήσεών μας η Φαρίντα δεν χαμογελούσε ποτέ. Ήταν πάντα σοβαρή και με κοίταζε συνεχώς στα μάτια. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι είναι ένας πολύ δυνατός χαρακτήρας.


Τώρα πια η Φαρίντα ζει στη Γερμανία μαζί με άλλα κορίτσια Γιαζίντι. Εκεί έχουν βρει καταφύγιο χάρη σε ένα πρόγραμμα που τους προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη και τις βοηθά να ξεκινήσουν τη ζωή τους από την αρχή. Από τότε μέχρι σήμερα η Φαρίντα έχει περάσει από πολλές και διαφορετικές φάσεις. Στην αρχή ήταν αποπροσανατολισμένη. Στη συνέχεια ένιωσε ντροπή γι' αυτό που της είχε συμβεί. Όταν έφτασε στη Γερμανία πέρασε κατάθλιψη, δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν, δεν ήξερε πώς να συνεχίσει τη ζωή της. Τώρα είναι πολύ καλύτερα. Μιλάμε πολύ συχνά στο τηλέφωνο. Τώρα που βγήκε το βιβλίο είναι πολύ περήφανη και νιώθει ότι έκανε πολύ καλά που μίλησε.