Εδώ και δεκαετίες επικρατεί η παραδοχή ότι οι Γαλλίδες είναι εκ φύσεως λεπτές, όμορφες, σικ, σέξι και τόσο τέλειες που ακόμα και τα παιδιά τους τα μαθαίνουν να βρίσκονται μονίμως σε λειτουργία σίγασης ώστε να μην ενοχλούν τους άλλους. Κυρίως οι Παριζιάνες, βασικοί φορείς της κομψότητας, της οποίας τα σκήπτρα κρατά παγκοσμίως η γαλλική πρωτεύουσα, θεωρούνται σικ και ουσιαστικά αγέραστες, αλλά η βασική τους υπερδύναμη είναι ότι δεν παχαίνουν. Ποτέ. Ακόμα κι αν ζουν σε μια χώρα της οποίας η κουζίνα είναι τόσο πλούσια σε λιπαρά που νομίζεις ότι παχαίνεις διαβάζοντας μόνο τις συνταγές. Οι υπόλοιπες γυναίκες του πλανήτη είμαστε καταδικασμένες να παρακολουθούμε με δέος το γενετικό θαύμα που συντελείται σε αυτό το μικρό κομμάτι της Ευρώπης προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουμε τις συνήθειές τους, μήπως και καταφέρουμε και εμείς κάποτε να αποκτήσουμε λίγη από τη χάρη που λογικά εκείνες διαθέτουν στο πολύ γενναιόδωρο DNA τους.

Στην επικράτηση του μύθου τής από τη φύση της αδύνατης Γαλλίδας συμβάλλουν ασφαλώς τα media, βιβλία όπως το best seller του 2004 «Γιατί οι Γαλλίδες δεν παχαίνουν», αλλά και γυναίκες όπως η Οντρέ Τοτού, η Μαριόν Κοτιγιάρ και η Μπριζίτ Μακρόν, η οποία στα 64 της πιθανότατα χωράει ακόμη με άνεση στα τζιν παντελόνια της εφηβείας της. Γενικά, τα βιβλία αυτοβοήθειας για τα μυστικά της γαλλικής σιλουέτας και γοητείας είναι πολλά και τα άρθρα στον Τύπο για το πώς να ντυθείτε/αδυνατίσετε/χτενιστείτε/υποκριθείτε ότι δεν υπάρχει εμμηνόπαυση σαν Γαλλίδα είναι αμέτρητα – τόσα πολλά που το «The Cut» δημοσίευσε μια χιουμοριστική, αλλά υπαρκτή λίστα με 97 πράγματα που μπορείς να κάνεις σαν Γαλλίδα, μεταξύ των οποίων το πώς να λούζεσαι, το πώς να μη λούζεσαι και πώς να κάνεις φόνο.

Η εικόνα της τελειότητας της Γαλλίδας είναι αναπόδραστη στην ποπ κουλτούρα και κατά κάποιον τρόπο αυτή η παγκόσμια εμμονή είναι εν μέρει δικαιολογημένη, καθώς η αβίαστη ομορφιά και ο κομψός μινιμαλισμός είναι πιο γοητευτικά από την ορατή υπερπροσπάθεια κάθε είδους. Αυτό που δεν δικαιολογείται απόλυτα είναι ότι παρόλη την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην αντίληψη της κοινωνίας περί ομορφιάς και προτύπων το αρχέτυπο της Παριζιάνας έχει μείνει ίδιο και απαράλλαχτο από την εποχή της νουβέλ βαγκ, ίσως και νωρίτερα, από τα χρόνια της χαμένης γενιάς το 1920. Είναι ωραία, μοιραία και οπωσδήποτε αδύνατη. Η εκ φύσεως λεπτή σιλουέτα που αποδίδεται στερεοτυπικά στις Γαλλίδες, όμως, είναι ένας πολύ καλά πλασαρισμένος μύθος. Σύμφωνα με όλο και περισσότερες σχετικές μαρτυρίες στα media, και δίαιτα κάνουν διαρκώς, και ζυγίζονται κάθε μέρα, και δεύτερη αιτία θανάτου στη Γαλλία στις ηλικίες 15-24 είναι οι διατροφικές διαταραχές. Λίγο μάρκετινγκ ποτέ δεν έβλαψε κανέναν, όταν όμως πρόκειται για το σώμα μας, τις τρελές προσδοκίες που μπορεί να έχουμε από αυτό και την εικόνα του εαυτού που προκύπτει όταν μας απογοητεύει τα πράγματα περιπλέκονται.

Στην πραγματικότητα, οι Γαλλίδες είναι αδύνατες επειδή πολύ απλά προσέχουν να μην παχύνουν, όχι επειδή όταν ο Θεός μοίραζε καλούς μεταβολισμούς οι υπόλοιπες εθνικότητες κρατούσαμε ομπρέλα. Η κουλτούρα του φαγητού τους είναι πολύ μακριά από γρήγορες λύσεις και η απόλαυση είναι πάντα μέρος της ιεροτελεστίας. Παραδοσιακά τρώνε αργά, δεν καταβροχθίζουν φαγητά μπροστά από τον υπολογιστή τους και μπορεί να μη στερούνται τίποτα, αλλά οι μερίδες τους είναι πάντοτε ιδιαίτερα μικρές. Η καλλίγραμμη σιλουέτα τους διατηρείται επειδή μπορούν να φάνε ένα μακαρόν και όχι δώδεκα και έχουν την εγκράτεια να πίνουν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί το βράδυ και σε νεροπότηρο. Αν ένα βράδυ φάνε έξω, δεν θα καταπιεστούν, αλλά τις επόμενες τρεις ημέρες θα… επανορθώσουν και τα κρουασάν που νομίζουμε ότι έχουν μονίμως στο σπίτι είναι κυρίως για τους επισκέπτες. Επιπλέον, περπατούν πολύ και οι περισσότερες καπνίζουν – ως γνωστόν, η νικοτίνη περιορίζει την όρεξη. Α, και το 80% εξ αυτών, σύμφωνα με το κανάλι France24, κάνει κάποιου είδους δίαιτα, όπως ακριβώς και οι γυναίκες του υπόλοιπου πλανήτη – απλώς στην περίπτωσή τους πιάνει, γιατί το εννοούν.

Το πάχος είναι σε έναν βαθμό «δαιμονοποιημένο», όπως αναφέρουν Γαλλίδες οι οποίες δεν έχουν τον ιδανικό σωματότυπο, και αντιμετωπίζεται ως σημάδι αδυναμίας. Γενικά, η γαλλική νοοτροπία θέλει τις γυναίκες να προσέχουν τον εαυτό τους, αλλά αυτό δεν είναι εγγεγραμμένο στο DNA, αλλά στην κουλτούρα τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες κομψές εκπρόσωποι του είδους αποδίδουν την καλή τους εμφάνιση στις μαμάδες τους που τις μαθαίνουν από μικρές να φροντίζουν το σώμα τους. Η αντίθεση, π.χ., με την παραδοσιακή Ελληνίδα μάνα που το καλοκαίρι ταΐζει το παιδί της από το τάπερ την ώρα που εκείνο βρίσκεται μέχρι τη μέση μέσα στη θάλασσα (αληθινή ιστορία) εξηγεί πολλά και το γονίδιο δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο.

Το κυνήγι της τελειότητας όμως δεν κάνει καλό, σε όποια πλευρά της εξίσωσης κι αν βρίσκεσαι. Η κοινωνική πίεση για συμμόρφωση σε ένα τυραννικό αποδεκτό πρότυπο είναι βαριά σχεδόν για όλες τις γυναίκες, Γαλλίδες ή μη, που διαφορετικά έχουν να αντιμετωπίσουν την καθόλου ευχάριστη διαδικασία της απόρριψης σε πολλά επίπεδα. Επίσης, προτού σπεύσουμε να ζηλέψουμε την τύχη των Γαλλίδων, οι οποίες τουλάχιστον έχουν την αυτοσυγκράτηση να μην τρώνε ό,τι δεν είναι καρφωμένο στο πάτωμα, ας λάβουμε υπόψη ότι επιπλέον οφείλουν να παλεύουν με το θεαθήναι, ήτοι να παριστάνουν ότι όλα συμβαίνουν αβίαστα, εκείνες δεν κάνουν καμία προσπάθεια και απλώς ξυπνάνε και είναι 52 κιλά με κόκκινο κραγιόν. Η γαλλική γοητεία της μη προσπάθειας, του «έτσι ξύπνησα» ή αλλιώς του «je ne sais quoi», σύμφωνα με όλο και περισσότερες που αποκαλύπτουν την αλήθεια, είναι ένας μύθος. Οι τέλειες αφέλειες, το σωστό φουλάρι, το αόρατο μακιγιάζ και ο ιδανικός δείκτης μάζας σώματος δεν είναι τυχαία και είναι λάθος να πλασάρονται ως τέτοια διότι σε έναν λογικό κόσμο η επιτυχής προσπάθεια οφείλει να αναγνωρίζεται και όχι να αποκρύπτεται δημιουργώντας μη ρεαλιστικές προσδοκίες σε όλες μας.

Γιατί, τελικά, μαγικά κόλπα δεν υπάρχουν και αν μια λιγνή φιγούρα είναι το ζητούμενο, η μόνη επιλογή είναι να μην τρώμε κάθε μέρα σαν να πρόκειται να πέσουμε σε χειμερία νάρκη και όταν πλησιάζει το καλοκαίρι να ελπίζουμε σε θαύματα. Μέτρον άριστον, αυτό είναι γνωστό, αλλά ως θεωρία λιγότερο ελκυστική από το φαινόμενο μιας γυναίκας που κερδίζει σε όλα τα σημεία ματαιοδοξίας από απλή γεωγραφική εύνοια.