«Θα έρθετε την Κυριακή να φάμε οικογενειακώς στο σπίτι;».Δεν το είχε δει να έρχεται.Και τώρα, τι δικαιολογία να πει; Το πρόγραμμα είναι ελεύθερο εκείνη τη μέρα, μόλις αυτό συζητούσαν.«Ε, ναι, βέβαια, αλλά όχι πολύ νωρίς», ήταν το καλύτερο deal που μπόρεσε να πετύχει. Στρες. Αδύνατον να αρνηθεί.Αναρωτιέται αν έχει πει ποτέ όχι στη μητέρα της. Σκέτο όχι. Οχι «όχι αλλά να, επειδή, μωρέ, δεν είμαι σίγουρη». Χωρίς περιστροφές. Οπως τα όχι που λέει απενοχοποιημένα η θυμωμένη Κριστίνα Απλγκεϊτ στο «Είσαι νεκρός για μένα».«Οχι, δεν θέλω αγκαλιά» στη συνάδελφό της, «Οχι, δεν θέλω να μου μαγειρέψετε» στη γειτόνισσα που επιμένει, «Οχι, δεν θέλω να κάνουμε έρωτα» στον τύπο που της μιλάει για την πεθαμένη γυναίκα του όταν βρίσκονται στο κρεβάτι.

Δεν μάθαμε ποτέ να λέμε όχι, δεν μας επιβράβευσαν ποτέ ως παιδιά για τα όχι μας (μόνο το αντίθετο συνέβαινε), δεν βρέθηκε κανείς να μας πει ότι αυτό που θα σε κάνει πιο δυνατή είναι το να λες όχι αντί για ένα ναι με μισή καρδιά.Και πιο περήφανη για τον εαυτό σου.Οι περισσότερες από εμάς συνήθως προτιμούν να αρέσουν και να ικανοποιούν αντί να έρχονται σε ρήξη.«The power of No» έγραφε με μεγάλα γράμματα το εξώφυλλο του περιοδικού Psychology Today και κάπως έτσι ο κόσμος ανακάλυψε το αντίδοτο της θετικής ψυχολογίας.«Το όχι είναι συγχρόνως το εργαλείο και το φράγμα με το οποίο εγκαθιστούμε την περίμετρο του εαυτού μας.Λέει “αυτός είμαι, αυτές είναι οι αξίες μου, αυτά μπορώ να κάνω και να μην κάνω, έτσι επιλέγω να δράσω”».

Το όχι έχει δύο φάσεις: η μία στρέφεται προς τα μέσα μας και η άλλη δημιουργεί όρια ανάμεσα σ’ εμάς και τους άλλους. Η πρώτη θα κάνει εμάς να σεβαστούμε τον εαυτό μας και τις επιθυμίες του και η δεύτερη θα το δείξει στους γύρω μας.Και οι δύο είναι θεμελιώδεις για να χτίσουμε σχέσεις εμπιστοσύνης.Οσο κι αν είναι ωραίο -από κοινωνική, συναισθηματική, ακόμη και επαγγελματική άποψη- το να είναι κανείς γενναιόδωρος και πρόθυμος, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, η ακεραιότητα είναι τόσο απαραίτητη όσο και η καλοσύνη στη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης.Και πρακτικά να το σκεφτούμε, κανείς δεν έγινε ποτέ διευθυντής επειδή ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές.Περισσότερη ανασφάλεια δείχνει ένας άνθρωπος που δέχεται να κάνει τα πάντα από κάποιον που έχει θέσει τα όριά του.

Το όχι δεν είναι για κανέναν ευχάριστο.Λέγεται δύσκολα γιατί κατά βάθος φοβόμαστε πώς θα εκληφθεί. Οι νευροεπιστήμες υποστηρίζουν τη θεωρία ότι το όχι καταγράφεται πιο σκληρά απ’ ό,τι θα ήθελε. Ο εγκέφαλος είναι καλωδιωμένος έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στην άρνηση πιο γρήγορα και πιο επίμονα απ’ ό,τι σ’ ένα θετικό ερέθισμα. Το όχι είναι πιο ισχυρό από το ναι. Η δύναμή του φαίνεται και από το γεγονός ότι έχουμε την τάση να βιώνουμε τα αρνητικά γεγονότα με περισσότερη ένταση απ’ ό,τι τα θετικά. Γι’ αυτό, το όχι μπορεί να πονέσει.Μπορεί να στενοχωρήσει τον άλλον και ως αντίκτυπο να θλίψει εμάς περισσότερο.Ισως όμως να έχει ακόμη μία διάσταση, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε σύγκρουση που θα κοστίσει. Και ποιος θέλει πόλεμο όταν μπορεί να έχει ειρήνη;

Λίγο πιο εύκολο

«Το νόημα του όχι είναι να συνειδητοποιήσουμε τα όριά μας», λέει η ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέας Σάρι Γκίλμαν, και εξηγεί ότι πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον εσωτερικό μας κόσμο σαν μια πυξίδα που έχει μόνο δύο προσανατολισμούς, το ναι και το όχι.«Ολοι έχουμε μια ενστικτώδη σοφία που γνωρίζει τα προσωπικά μας όρια.Το πρόβλημα δημιουργείται όταν αγνοούμε ή διαφωνούμε με την εσωτερική φωνή και μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερικές συγκρούσεις, άγχος και σωματοποίηση της διαταραχής.Με εργαλεία όπως ο διαλογισμός και η συνειδητότητα μπορούμε να εξασκηθούμε στο να αφουγκραζόμαστε τα συναισθήματά μας τη στιγμή που εκδηλώνονται».

Ο σχηματισμός των ορίων θα πυροδοτήσει συναισθήματα και, το πιθανότερο, θα κάνει τους άλλους να αντιδράσουν.«Οι πρώτες καταστάσεις μπορεί να είναι άβολες ή επώδυνες, μακροχρόνια όμως τα όρια βοηθούν τις σχέσεις να γίνουν καλύτερες και πιο αληθινές.Αν εμείς δεν σεβαστούμε τα σύνορά μας, θα οδηγηθούμε σε απογοήτευση και θυμό στο πέρασμα του χρόνου.Οι άνθρωποι από τους οποίους θέλουμε να περιτριγυριζόμαστε είναι αυτοί που επίσης θα τα σέβονται, ακόμη κι αν αρχικά είχαν αντισταθεί».

Αν αυτό που ελπίζουμε να πετύχουμε λέγοντας ναι είναι να ευχαριστήσουμε τους άλλους, καλύτερα να ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας.Αν θέλουμε να είμαστε δοτικοί και συμπονετικοί, ας το κάνουμε πρώτα μ’ εμάς.Μας αξίζει να φερόμαστε στον εαυτό μας με την ίδια ευγένεια και καλοσύνη που προορίζουμε για τους γύρω μας.Μπορούμε να το πετύχουμε βάζοντας πρόγραμμα και ορίζοντας κάποιες ημερήσιες ή εβδομαδιαίες ρουτίνες που θα μας βοηθήσουν να χαλαρώσουμε, να φορτίσουμε μπαταρίες και να συνδεθούμε μ’ εμάς.Από ένα μπάνιο με άλατα μέχρι ένα καλό βιβλίο ή έναν περίπατο.

Η ιστορία του «ναι»

Το ναι είναι η κορυφή του παγόβουνου.Από κάτω κρύβεται η ανάγκη να αρέσουμε, να είμαστε αποδεκτοί, να ικανοποιούμε τους πάντες.Οι ειδικοί στην Αμερική, όπως ο κλινικός ψυχολόγος και ψυχαναλυτής Τζέι Ράιντ, αποκαλούν αυτοί την κατηγορία ανθρώπων «people pleasers».Εχουν ανάγκη να δείχνουν ευτυχισμένοι, ότι κρατούν τον έλεγχο της ζωής τους και ζουν στον πλανήτη happy.Μόνο έτσι μπορούν να συνδεθούν με τους άλλους.Μέσα τους όμως μπορεί να ζουν μία δεύτερη ζωή υποφέροντας από τη συναισθηματική καταπίεση.Κάτω από την εικόνα κρύβεται ένας άνθρωπος που φοβάται να πει τη δική του αλήθεια, που επιλέγει να μην ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες αλλά τις ανάγκες των άλλων.Αν έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στον φόβο της αντίδρασης και μια άβολη επιβίωση, οι περισσότεροι διαλέγουν το δεύτερο. Η απορία όμως είναι η εξής: ποιες εμπειρίες έκαναν αυτόν τον άνθρωπο να νιώθει ότι ο μόνος τρόπος να συνδεθεί με τους άλλους είναι να τους εξυπηρετεί;

«Στον πυρήνα της ανάγκης να είμαστε αρεστοί βρίσκεται ο τρόπος που μας φρόντιζαν στα πρώτα μας χρόνια», λέει ο Τζέι Ράιντ.«Τα παιδιά γονέων που είναι υπερβολικά απορροφημένοι στον εαυτό τους εκπαιδεύονται μόνα τους στο να ικανοποιούν τους άλλους», προσθέτει.Σκεφτείτε μια μαμά που αρνείται να δει την κόρη της ως ένα ξεχωριστό ον που δικαιούται να έχει δική του άποψη. Παίρνει ως δεδομένο ότι η μικρή θέλει ό,τι και η ίδια και της το επιβάλει. Οταν το παιδί δεν μαζεύει το δωμάτιό του ή φοράει το απαγορευμένο σορτσάκι στο σχολείο, εκείνη το κατηγορεί ότι την απογοήτευσε.Ετσι η κόρη μαθαίνει ότι όταν είναι αυθόρμητη πληγώνει τους άλλους και ότι είναι υπεύθυνη για τα συναισθήματά τους.Κάθε φορά που θα κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που αναμένεται από εκείνη θα βιώνει τρόμο και ενοχές.

Η αυτοαναφορική στάση της μητέρας παίζει κυρίαρχο ρόλο στο πώς μεγαλώνει το παιδί.Στα πρώτα του χρόνια είναι ολοκληρωτικά εξαρτημένο από τους γονείς, πρακτικά και συναισθηματικά.Οταν τα παιδιά συμπεριφέρονται με τρόπους που δείχνουν να απειλούν την προθυμία του μεγάλου να τ’ αγαπάει και να τα προστατεύει, αναπτύσσουν τεχνικές που διασφαλίζουν και τους δύο.Η μικρή που πλήγωσε τη μαμά της με την ανυπακοή της λέει μέσα της «πρέπει πάντα να αφουγκράζομαι τα συναισθήματα των άλλων».Το πρόβλημα είναι ότι για να γίνει αυτό η κόρη πρέπει να θυσιάσει τη δική της άποψη.Μεγαλώνει πείθοντας τον εαυτό της ότι αυτά που σκέφτεται ή νιώθει μπορεί να κάνουν κακό στη σχέση της με τους γύρω της.

Λίγη σημασία έχει τι δεξιότητες θα αναπτύξει ένα παιδί για να αρέσει.Μπορεί να γίνει η καλύτερη μαθήτρια, μια ταλαντούχα μαγείρισσα, πρωταθλήτρια στα σπορ, κομψή δεσποινίς, πορνοστάρ ή δήμαρχος.Στη δική μου οικογένεια αρκούσε να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά για να είσαι μέλος του συστήματος.Ολες αυτές τις ιδιότητες βέβαια μπορεί κανείς να τις επιδιώξει από δική του επιθυμία.Σίγουρα όμως μπορεί και να το κάνει κινητοποιούμενος από την ανάγκη που είχε ως παιδί να ευχαριστεί τη μαμά.Σε αυτή την περίπτωση η εσωτερική σύγκρουση είναι έντονη, με αποτέλεσμα στην ενήλικη ζωή του να εμφανίζει φαινομενικά ανεξήγητες διαθέσεις, όπως μόνιμο άγχος, θυμό, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αυτοκαταστροφικές τάσεις και ψυχοσωματικές ασθένειες.Το πιθανότερο είναι ότι θα δημιουργεί και προβληματικές ερωτικές σχέσεις.Καταναλώνει πολλή ενέργεια για να συντηρήσει την εικόνα αυτού που φαντάζεται ο σύντροφός του, δεν συνδέεται μαζί του μέσα από την αλήθεια του αλλά μέσα από ένα προσωπείο και καταλήγει να τον μισεί, ή να τον απατά ή και τα δύο.

Η λύση μπορεί να έρθει μόνο με την αναγνώριση του μηχανισμού του προβλήματος, είτε την καταφέρουμε μόνοι μας είτε με τη βοήθεια ενός ψυχοθεραπευτή.Για να νιώσουμε την ελευθερία να είμαστε ο εαυτός μας πρέπει να βρεθούμε σε μια ασφαλή σχέση, είτε με τον θεραπευτή είτε με κάποιον άνθρωπο που εμπιστευόμαστε, και να αισθανθούμε ότι δεν χρειάζεται να παίξουμε ένα συγκεκριμένο ρόλο για να μας αγαπήσουν.Αρκεί να είμαστε ο εαυτός μας.