Η ανάλαφρη κουβέντα μεταξύ απλών γνωστών είναι ένα εργαλείο που βοηθά τους ανθρώπους να γνωριστούν καλύτερα, να κοινωνικοποιηθούν και σε έναν ιδανικό κόσμο με μοβ μονόκερους, χωρίς πολέμους και θερμίδες, να ψυχαγωγηθούν. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, όπως ξέρουμε όσες έχουμε υποστεί εξοργιστικά προσωπικές, ανάρμοστες ερωτήσεις στα καλά καθούμενα, δηλαδή όλες. Παρά το γεγονός ότι σχεδόν καθημερινά επιδιδόμαστε στο αναίμακτο κουβεντολόι, είτε με συναδέλφους που δεν είναι κολλητοί μας είτε με μια γνωστή που συναντάμε στο ασανσέρ ή στο κομμωτήριο ή στο… προσκύνημα μπροστά στο μηχάνημα αυτόματων συναλλαγών στην τράπεζα, είμαστε ελάχιστα προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Σαν να πρόκειται για ένα επικοινωνιακό Φαρ Ουέστ όπου ξαφνικά οι κανόνες καλής συμπεριφοράς παύουν να ισχύουν και ο καθένας μπορεί να ρωτήσει τον άλλον ό,τι του κατέβει, αρκεί να σωθεί από την αμηχανία της σιωπής.

Οχι τυχαία, θύματα (αλλά δυστυχώς και θύτες) αυτής της τεράστιας παρεξήγησης που θέλει την ψιλή κουβέντα να επιτρέπει προσωπικές ερωτήσεις και την ανομολόγητη αλλά προφανέστατη κριτική στις απαντήσεις είναι γυναίκες. Το μενού των αδιάκριτων ερωτήσεων είναι μάλλον συγκεκριμένο. «Είσαι με κάποιον αυτό το διάστημα;» (για όσεςδεν βρίσκονται σε επίσημη μακροχρόνια σχέση και οφείλουν να εκδίδουν δελτίο με τις εξελίξεις του υπαρξιακού αυτού δράματος). «Το πάτε σοβαρά;» (για όσες είναι μεν σε σχέση αλλά δεν έχει ανακοινωθεί με τελάλη γάμος, αρραβώνας, συγκατοίκηση). «Πότε λέτε για παιδάκι;» (για όσες παντρεύτηκαν αλλά δεν γέννησαν μέσα στους πρώτους δώδεκα μήνες). «Πότε λέτε για δεύτερο παιδάκι;» (για όσες έχουν ήδη ένα που είναι άνω των 2 ετών και ζητάει αδελφάκι, κρίμα είναι). «Θα θηλάσεις ή θα δώσεις σκόνη;» (για όσες πέρασαν όλες τις παραπάνω πίστες και ανάλογα με την απάντηση ή θα πάνε πίσω στην αφετηρία ή επιτέλους θα κερδίσουν την επιδοκιμασία της αναχρονιστικής κουτσομπόλας που προφανώς ρωτάει). Είναι σαφές ότι όλες αυτές οι απίστευτα προσωπικές ερωτήσεις που γίνονται έτσι ανέμελα ακολουθούν μια γραμμική κατεύθυνση προς το ιδανικό happy end, που, για όποιον δεν κατάλαβε, περιλαμβάνει υποχρεωτικά σύζυγο και τουλάχιστον δύο παιδιά (που θήλασαν). Τι κι αν έχουμε 2019 και ο Ελον Μασκ ετοιμάζεται να στείλει ανθρώπους στον Αρη; Υπάρχει ακόμα ένα κομμάτι της κοινωνίας που, είτε το παραδέχεται είτε όχι, ετεροπροσδιορίζει την επιτυχία μιας γυναίκας μέσω ενός άνδρα και μετρά την ευτυχία της σε συνάλλαγμα προσωπικής ζωής, και μάλιστα όσο πιο κοντά στο status quo γίνεται. Αυτό δείχνουν οι πολύ προσωπικές ερωτήσεις που γίνονται μεταξύ τυρού και αχλαδίου, σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, και θα συνεχίσουν να γίνονται αν όλες είμαστε πολύ ευγενικές για να πούμε «συγγνώμη, αλλά όχι, αυτή είναι μια συζήτηση που δεν θα κάνω μαζί σου».

Κανείς ημιάγνωστος δεν ρωτά έναν άνδρα πότε θα κάνει παιδί ή γιατί δεν κάνει ένα παιδί με τη φίλη του, πότε θα φάει κουφέτα στο γάμο του – όταν θέλουν να πιάσουν ψιλή κουβέντα, μιλάνε για τον καιρό, όχι για τις βαθύτερες επιδιώξεις της πολύ προσωπικής του ζωής. Οι γυναίκες είμαστε εκείνες που η κοινωνία βλέπει πρωτίστως ως συζύγους και μητέρες και έπειτα ως οτιδήποτε άλλο, π.χ. επαγγελματίες και ανθρώπους. Εξ ου και η κανονικοποιημένη αδιακρισία στο κουβεντολόι, όπου, ας μη γελιόμαστε, οι απαντήσεις στις ερωτήσεις κρίνονται διότι εξαρχής αυτή ήταν η ατζέντα.

Από παιδιά μαθαίνουμε τι πρέπει να έχουμε επιτύχει σε διάφορες ηλικίες και ό,τι παρεκκλίνει από το συνηθισμένο (νομίζουμε ότι) απαιτεί εξηγήσεις. Μια γυναίκα που δεν έχει σχέση αν και ενήλικη, δεν παντρεύεται αν και σε σχέση, δεν κάνει παιδί αν και παντρεμένη ή σε σχέση, δεν θηλάζει κ.ο.κ., μοιάζει να πρέπει να δικαιολογήσει τα κουτάκια που δεν τίκαρε. Και όλες αυτές οι ερωτήσεις, ακόμα κι αν είναι απόλυτα ευτυχισμένη με τις επιλογές της, θα την κάνουν να νιώσει λίγο αποτυχημένη και ότι ο χρόνος της τελειώνει, συναισθήματα δυσανάλογα βαριά για να τα προκαλέσει το γεγονός ότι σε έναν τυχαίο γάμο κάθισες δίπλα στη λάθος ξαδέλφη. Εν τω μεταξύ, εκτός από το προφανές σεξιστικό του ζητήματος, υπάρχει και ο παράγοντας της ενσυναίσθησης που, αν και ζωτικής σημασίας σε θέματα προσωπικά, στην παράλογη περίσταση της κάζουαλ ανάκρισης που αποκαλούμε κουβεντολόι απουσιάζει τελείως.

 

Μια γυναίκα που δεν έχει παιδιά μπορεί να το έχει επιλέξει, αλλά επίσης μπορεί να το θέλει όσο τίποτα στον κόσμο και να μην τα καταφέρνει. Κάποια που είναι μόνη μπορεί να μη θέλει να βρει ένα καλό παιδί να αποκατασταθεί, μπορεί και να μην έχει ξεπεράσει έναν εφιαλτικό χωρισμό. Γιατί να πρέπει να το μοιραστεί με τους περαστικούς; Οι φίλοι της ξέρουν τι ισχύει και πως αν θέλει να μιλήσει γι’ αυτό θα το κάνει – οι υπόλοιποι που ρωτούν είτε είναι απλά περίεργοι ή κάνουν χαζοκουβέντα με λάθος θεματολογία και ενδεχομένως δεν θέλουν να ακούσουν τις πραγματικές απαντήσεις στις απαράδεκτες ερωτήσεις τους.

Κανείς δεν θέλει απόλυτη ειλικρίνεια όταν ρωτά μια γυναίκα πότε επιτέλους θα κάνει παιδί, γιατί μάλλον δεν θέλει να ακούσει έτσι στα χαλαρά ότι αυτή η γυναίκα είχε έξι αποβολές και βρίσκεται στη δεύτερη εξωσωματική που θα είναι και η τελευταία. Οταν ρωτάει αν με τον φίλο της πάνε σοβαρά, δεν περιμένει να του απαντήσει ότι δεν ξέρει γιατί κανείς από τους δύο δεν είναι σίγουρος. Οι ερωτήσεις αυτές θέλουν μόνο καλά νέα και ευχάριστες απαντήσεις, οπότε ένα «θα δούμε» συνήθως καλύπτει όλα τα ενδεχόμενα, αλλά διαιωνίζει το κακό προηγούμενο της ανάλαφρης τάχα συζήτησης που πέφτει πολύ βαριά στις γυναίκες και τελικά τις κάνει να νιώθουν άσχημα. Διότι οι ερωτήσεις για παιδάκια είναι ταυτόχρονα ερωτήσεις για υπογονιμότητα, αποβολές και απογοήτευση.

Οι ερωτήσεις για σχέσεις, γάμους και τα συναφή είναι ταυτόχρονα ερωτήσεις για συμβατότητα ή όχι προσδοκιών και αισθημάτων. Εκείνοι που ρωτούν, ακόμα κι αν έχουν τις καλύτερες προθέσεις, είναι πια εποχή να το καταλάβουν και να σταματήσουν, αν το κίνητρο του στοιχειώδους πολιτισμού ότι δεν τους πέφτει λόγος δεν είναι αρκετό. Εκείνες που ερωτώνται, όλες δηλαδή, ας κόβουμε απλώς τη συζήτηση μαχαίρι. Η ζωή είναι αρκετά δύσκολη από μόνη της, ας μην την κάνουμε δυσκολότερη επειδή κάποιος δεν βρίσκει κάτι καλύτερο να συζητήσει για να περάσει η ώρα.