Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, τίποτα δεν μένει για πολύ κρυφό. Η Σοφία είναι μια νέα γυναίκα υιοθετημένη από την Κυριακή. Η καταγωγή της γίνεται συνεχώς αφορμή για συγκρούσεις μεταξύ τους, ενώ τα σχόλια και οι παρεμβάσεις του περίγυρου δυναμιτίζουν ακόμη περισσότερο την εύθραυστη ισορροπία τους. Την ώρα που η Κυριακή παλεύει κρυφά με τα ερωτήματα γύρω από τη διαχείριση της περιουσίας και της κληρονομιάς της, η Σοφία γνωρίζει τον έρωτα και πιστεύει πως επιτέλους βρήκε την ευτυχία. Όμως, οι αποκαλύψεις που θα ακολουθήσουν θα ανατρέψουν τα πάντα, οδηγώντας τις σε απρόβλεπτες και τραγικές εξελίξεις.
Οι «Χήνες», το βραβευμένο έργο της Στέλλας Ζαφειροπούλου (Βραβείο Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος 2017), παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή του ΠΛΥΦΑ. Μια ιστορία που τολμά να αγγίξει βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις για τη γονεϊκότητα, τη βιολογική συνέχεια, τον φόβο απέναντι στο ξένο και το διαφορετικό, τη δυσκολία ένταξής του στην κουλτούρα μας — αλλά και την αδηφάγα αγάπη για το χρήμα. Η δημιουργός, που ήταν πρόσφατα υποψήφια για το βραβείο «Κάρολος Κουν» Δραματουργίας Ελληνικού Έργου για το θεατρικό της «Φλάι» (2025, Θέατρο Olvio), αυτή τη φορά σκηνοθετεί η ίδια την παράσταση. Λίγο πριν από την πρεμιέρα, μας μιλάει για τα θέματα που πραγματεύεται το έργο της – και για μερικά ακόμα.
Πώς προέκυψε η ιδέα να γράψετε τις «Χήνες»; Εμπνευστήκατε την ιστορία από κάποιο αληθινό γεγονός;
«Καταρχάς οι “Χήνες” έχουν κάτι που με απασχολεί. Τον φόβο του ξένου. Η λέξη «ξένος» ακουμπά σε πολλές σημασίες. Με ενδιαφέρουν τα άλυτα των ανθρώπων. Νομίζω πως πρέπει να ειπώνονται ακόμα κι αν δεν έχουμε το σθένος να κόψουμε τους γόρδιους δεσμούς. Πηγή έμπνευσης του κειμένου ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου που μου εμπιστεύθηκε γεγονότα της δικής του ζωής. Μου μίλησε για όσα είχε βιώσει και αισθανθεί όταν ήταν στο ίδρυμα -ούσα παιδί γονιών που το είχαν εγκαταλείψει- μέχρι τη ζωή της με τους θετούς γονείς και τον φόβο της να πει στον περίγυρο από πού προέρχεται. Με έκανε να σκεφτώ πως αν εκείνη ζει στη χώρα μας ως Ελληνίδα είκοσι πέντε χρόνια και ακόμα νιώθει άβολα να αναφέρει την καταγωγή της, τότε κάτι έχουμε κάνει πολύ λάθος. Όχι μόνο ως λαός, αλλά και ως ατομικές συνειδήσεις. Και αυτή την αίσθηση ήθελα να τη μοιραστώ. Να την κάνω θέατρο, να την κάνω πολιτική πράξη».
«Πηγή έμπνευσης του κειμένου ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου που μου εμπιστεύθηκε γεγονότα της δικής του ζωής. Μου μίλησε για όσα είχε βιώσει και αισθανθεί όταν ήταν στο ίδρυμα -ούσα παιδί γονιών που το είχαν εγκαταλείψει- μέχρι τη ζωή της με τους θετούς γονείς και τον φόβο της να πει στον περίγυρο από πού προέρχεται».
Επιστρέφοντας στο κείμενό σας σχεδόν εννέα χρόνια μετά τη συγγραφή του, νιώσατε την ανάγκη να κάνετε κάποιες τροποποιήσεις, υπό το φως των εξελίξεων στην κοινωνία μας μέσα στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε;
«Όχι. Είναι μερικά θέματα που παραμένουν διαχρονικά, δυστυχώς. Είμαστε προγραμματισμένοι να μαθαίνουμε είτε διδασκόμενοι είτε βιώνοντας τα πράγματα. Είμαστε όντα χωρίς ηθική. Ζούμε στο μεταίχμιο της λογικής με την τρέλα. Ξεκινάμε πολέμους ενώ θεωρητικά γνωρίζουμε το κόστος, πληγώνουμε ο ένας τον άλλον ενώ ξέρουμε τι σημαίνει πόνος. Μόνο αν νιώσουμε στο πετσί μας αυτό που προκαλούμε δεν το επαναλαμβάνουμε. Και πάλι, η κοινωνία που έχουμε φτιάξει κάνει κύκλους και εκεί που λέμε πως εκσυγχρονιστήκαμε, πως τώρα αλλάξαμε μυαλά και αντιλήψεις, χρειάζεται απλά μια αφορμή για να ξεχάσουμε και να κάνουμε πάλι τα ίδια. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το μόνο που μπορούμε να ευχόμαστε είναι αυτή η επανάληψη να γίνεται όσο το δυνατόν πιο αργά ή να μη μας πέσει στο κεφάλι».

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποιες, ίσως, οι προκλήσεις που ενέχει το φετινό ανέβασμα του έργου στη θεατρική σκηνή του ΠΛΥΦΑ;
«Η σκηνή όπου είμαστε έχει έναν υπέροχο τοίχο. Μόλις τον είδα είπα πως εδώ πρέπει να είναι το σπίτι της Κυριακής. Για μένα λειτουργεί ως σύμβολο. Σύμβολο τσιγκουνιάς, ένα σπίτι παρατημένο με υγρασία, αλλά και σύμβολο διάβρωσης μιας μικρής κοινωνίας που έχει μάθει να ψιθυρίζει και να ορίζει ζωές. Παρόλο λοιπόν που ο χώρος είναι βιομηχανικός και εμείς τοποθετούμε τη συνθήκη μας σε μια απομακρυσμένη περιοχή της επαρχίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, προσπαθήσαμε με την πολύτιμη βοήθεια του Ντέιβιντ (Νεγρίν) να ενσωματώσουμε μέρη του κτιρίου που ταίριαζαν σε αυτό που είχαμε φανταστεί και να κρύψουμε άλλα που ενδεχομένως θα φαίνονταν ξένα. Και αυτό το πάντρεμα είχε ενδιαφέρον».
«Η κοινωνία που έχουμε φτιάξει κάνει κύκλους και εκεί που λέμε πως εκσυγχρονιστήκαμε, πως τώρα αλλάξαμε μυαλά και αντιλήψεις, χρειάζεται απλά μια αφορμή για να ξεχάσουμε και να κάνουμε πάλι τα ίδια. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το μόνο που μπορούμε να ευχόμαστε είναι αυτή η επανάληψη να γίνεται όσο το δυνατόν πιο αργά ή να μη μας πέσει στο κεφάλι».
Πώς συνδέεται ο τίτλος του έργου με το περιεχόμενό του; Υπάρχει κάποια σύνδεση με τα «Παγώνια» ή, απλά, βρίσκετε στα πτηνά καλλιτεχνική έμπνευση;
«Οι χήνες είναι αποδημητικά πουλιά. Αλλάζουν τόπους όπως και η Σοφία. Επίσης σε μεγάλο ποσοστό δεν μπορούν να κάνουν απογόνους όπως η θετή μάνα της, Κυριακή. Υπάρχουν κι άλλες συνδέσεις, αλλά προτιμώ να τις ανακαλύψετε μόνοι σας όταν δείτε την παράσταση. Νομίζω πως όλα τα έργα μου συνδέονται μεταξύ τους. Αλλά τα “Φλάι”, “Παγώνια” και “Χήνες” ίσως να είναι πιο εξαρτημένα το ένα από το άλλο. Δεν έχει να κάνει μόνο με την ύπαρξη ή μη φτερών. Αλλά και με τα βαρίδια που κρατούν τα φτερά στη γη. Με την ανθρώπινη αδυναμία ή, στην περίπτωση των “Παγωνιών”, τον αριβισμό. Και στις τρεις περιπτώσεις κάτι κρατά πίσω τους ήρωές μου. Μπορεί αυτό το κάτι να είναι κάθε φορά διαφορετικό, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια.
»Ίσως, αν αναζητήσω έναν ψυχαναλυτικό αυτοπροσδιορισμό, τα φτερά (και όχι τα πτηνά) να είναι για μένα το trigger. Ίσως το προφανές να είναι πως δεν θεώρησα ποτέ τα πόδια μου το δυνατό μου σημείο. Ίσως πάλι να είναι κάτι άλλο, πιο βαθύ. Αλλά αυτό ας το αναλύσουν άλλοι».

Ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής επαρχίας την ανέδειξαν, για εσάς, σε ιδανική τοποθεσία για την ιστορία σας;
«Η επαρχία μπορεί να σε καταστρέψει. Χρειάζεται δύναμη για να ανταπεξέλθεις. Να κάνεις αυτό που εσύ επιθυμείς χωρίς να σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Με ενδιαφέρουν οι κλειστές κοινωνίες, ο εγκλωβισμός που σε κάνουν νιώθεις. Υπάρχουν άνθρωποι έξυπνοι που έβαλαν μπροστά το τι θα πει κόσμος, αντί να φροντίσουν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Γυναίκες που δεν έζησαν τίποτε άλλο πέρα από το χωριό, που δεν γνώρισαν άλλον άντρα πέρα από τον άντρα τους, που ενώ υπήρξαν σε αυτόν τον κόσμο δεν τον γνώρισαν ποτέ. Δεν αντιλήφθηκαν τι δώρο τους χαρίστηκε με την ύπαρξη, τι προοπτικές θα μπορούσαν να έχουν. Είμαι παιδί της επαρχίας και πνιγόμουν. Τη γνωρίζω. Θέλω να μιλήσω για αυτή την πνιγμονή που μπορεί να σε καταστρέψει. Για το κουτσομπολιό, τους ψιθύρους, τις κλειστές κουρτίνες. Για την παραίνεση να πάρεις το “καλό παιδί”, το τακτοποιημένο.
»Στις μικρές κοινωνίες είναι μεγαλύτερη η αδυναμία να δεχθούν το διαφορετικό, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να βλέπουν πέρα από το σύνηθες. Οτιδήποτε πέρα από αυτό τους φοβίζει, γιατί δεν το ξέρουν.
«Στις μικρές κοινωνίες είναι μεγαλύτερη η αδυναμία να δεχθούν το διαφορετικό, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να βλέπουν πέρα από το σύνηθες. Οτιδήποτε πέρα από αυτό τους φοβίζει, γιατί δεν το ξέρουν».
»Υπάρχουν φράσεις που πυροδοτούν το μυαλό μου. “Εμείς έτσι τα βρήκαμε”, ”τι θα πει η γειτονιά”, “τα εν οίκω μη εν δήμω”.
»Είναι και η θρησκοληψία και ό,τι κρύβεται πίσω από εκείνη. Περιβάλλονται από τόσο φως, αλλά προτιμούν να ζουν στο σκοτάδι. Υπάρχει ακόμα κόσμος που πάει στην εκκλησία το πρωί και σταυροκοπιέται δέκα φορές τη μέρα, θεωρώντας ότι το κακό ξεπλένεται με μετάνοιες.
»Στις κλειστές κοινωνίες υπάρχει μεγαλύτερη υποκρισία, γιατί οι επιθυμίες συνυπάρχουν με τον καταναγκασμό και τον φόβο. Στα χωριά όλοι μαζί χαίρονται και όλοι μαζί λυπούνται. Δημόσια. Ιδιωτικά, στο σπίτι τους, ίσως τα πράγματα να είναι αλλιώς.
»Δεν τα βάζω με την επαρχία. Θέλω να γίνει ξεκάθαρο αυτό. Τα βάζω με εκείνη τη μικρή μερίδα “ντόπιων” που άφησαν τη ζωή να τους προσπεράσει, που τελμάτωσαν, που θα μπορούσαν να ήταν καλύτεροι αλλά πνίγηκαν σε λιμνάζοντα νερά».
«Δεν τα βάζω με την επαρχία. Θέλω να γίνει ξεκάθαρο αυτό. Τα βάζω με εκείνη τη μικρή μερίδα “ντόπιων” που άφησαν τη ζωή να τους προσπεράσει, που τελμάτωσαν, που θα μπορούσαν να ήταν καλύτεροι αλλά πνίγηκαν σε λιμνάζοντα νερά».
Με το αγκάθι ακόμα της ιδρυματοποίησης των παιδιών και των διαπιστωμένων συνεπειών της στην ανάπτυξή τους, θα μπορούσαν οι «Χήνες» να συμβάλουν στον σχετικό δημόσιο διάλογο;
«Ναι, θα μπορούσαν. Το έργο εκκινεί από πραγματικά γεγονότα. Μιλά για τις συνέπειες της ιδρυματοποίησης, της εγκατάλειψης. Η Σοφία δεν είχε φάει παγωτό μέχρι τα πέντε της, που υιοθετήθηκε. Το έργο μιλά όμως και για το ένστικτο της επιβίωσης. Στην ψυχολογία το λένε αδιαφοροποίητη φιλικότητα (εκδήλωση κοινωνικής φιλικότητας προς άγνωστα πρόσωπα). Η Σοφια πιάνει το χέρι του άντρα που ήρθε στο ίδρυμα να διαλέξει ένα παιδί. Σκληρή λέξη το διαλέγω. Και επειδή πρέπει να επιβιώσει δεν περιμένει να τη διαλέξουν γιατί αυτό μπορεί να μη συμβεί ποτέ. Αλλά κάνει την κίνηση, εκείνη. “Άρπαξες το χέρι του Θανάση και τον κοίταξες με αυτά τα μάτια…” λέει η μάνα στη Σοφία. “Εμείς δε σε διαλέξαμε. Το άλλο κορίτσι είχαμε πει θα πάρουμε”. Και όλο αυτό φέρνει βίαια ξεσπάσματα στη Σοφία. Δεν μπορεί να το διαχειριστεί. Υπάρχουν νευροψυχολογικές μελέτες που αναφέρουν πως περιοχές του εγκεφάλου υφίστανται αρνητικές συνέπειες από την εμπειρία της πρώιμης αποστέρησης σε ιδρύματα, με αντίκτυπο στην κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη των ιδρυματοποιημένων παιδιών. Παρότι κάποια από αυτά υιοθετούνται, ορισμένες από αυτές τις δυσκολίες επιμένουν και στην ενήλικη ζωή. Ένα παιδί στο ίδρυμα, ακριβώς επειδή δεν έχει τη φροντίδα που θα έπρεπε, μαθαίνει να καταπιέζει την ανάγκη του για συναισθηματική ασφάλεια. Και αυτό το κάνει να εκδηλώνει μοτίβα απρόβλεπτης και ασταθούς συμπεριφοράς».

Έχετε πει ότι γράφετε για τους ανθρώπους στο περιθώριο. Τα υιοθετημένα παιδιά ανήκουν, κατά κάποιον τρόπο, κι αυτά στο περιθώριο – αν όχι για θεσμικούς λόγους, εξαιτίας, ας πούμε, κοινωνικών στερεοτύπων που επιβιώνουν μέχρι σήμερα;
«Όντως, μπορεί ο νόμος να μην τα διαχωρίζει όμως η περιθωριοποίηση μπορεί να εμφανιστεί έμμεσα. Η υπερβολική έμφαση στο αίμα και στη βιολογική συνέχεια ή η αντίληψη ότι το υιοθετημένο παιδί δεν είναι ακριβώς δικό σου παιδί το διαφοροποιούν συμβολικά. Και αυτό μπορεί να επιφέρει κοινωνική πίεση. Να νιώθεις ότι πρέπει να δικαιολογείς συνεχώς την ταυτότητά σου ή να την αποκρύπτεις, από όσους δεν ξέρουν. Αυτά τα στερεότυπα δεν εκφράζονται πάντα ανοιχτά, αλλά λειτουργούν υπόγεια, με ερωτήσεις, αθώα σχόλια και βλέμματα. Αυτά τα βρίσκεις στις “Χήνες”. Το περιθώριο πολλές φορές δεν είναι τόσο ορατό όσο συμβολικό και το αίσθημα διαφορετικότητας επιβάλλεται από τον τρόπο που η κοινωνία ορίζει την κανονική οικογένεια. Παρόλο που έχουν γίνει κινήσεις από την Πολιτεία για να αλλάξει αυτό, η κοινωνία αντιμετωπίζει τη βιολογική οικογένεια σαν “κανονικότητα” και θεωρεί παρέκκλιση κάθε άλλη μορφή της. Οπότε ναι, τα υιοθετημένα παιδιά ανήκουν κατά κάποιον τρόπο στο περιθώριο και η περιθωριοποίηση τους έχει ένα βάθος κοινωνικό, συμβολικό και πολιτισμικό».
«Παρόλο που έχουν γίνει κινήσεις από την Πολιτεία για να αλλάξει αυτό, η κοινωνία αντιμετωπίζει τη βιολογική οικογένεια σαν “κανονικότητα” και θεωρεί παρέκκλιση κάθε άλλη μορφή της. Οπότε ναι, τα υιοθετημένα παιδιά ανήκουν κατά κάποιον τρόπο στο περιθώριο και η περιθωριοποίηση τους έχει ένα βάθος κοινωνικό, συμβολικό και πολιτισμικό».
Γιατί αποφασίσατε αυτή τη φορά να σκηνοθετήσετε εσείς το κείμενό σας; Τι κερδίζετε και τι χάνετε όταν έχετε τον έλεγχο του υλικού σας και από σκηνοθετικής άποψης;
«Σκέφτηκα πως θα με βοηθούσε να μάθω το θέατρο από όλες του τις πλευρές. Και αυτό είναι σίγουρα μεγάλο κέρδος. Ένα άλλο στοιχείο που με ενδιαφέρει είναι η ελευθερία που μου δίνει η σκηνοθεσία. Μπορώ να χρησιμοποιώ επιτέλους την εισαγωγή των έργων μου που θεωρώ πολύ σημαντική και να τονίζω σημεία που αναδεικνύουν το κάτω κείμενο, χωρίς να χρειάζεται να πείσω τον εκάστοτε σκηνοθέτη για αυτό. Από την άλλη, χάνω τη διαφορετική ανάγνωση του έργου μου. Την έκπληξη. Την ανάδειξη πλευρών που δεν έχω φανταστεί. Βέβαια ευτύχησα να έχω συνεργάτες που ο καθένας από την πλευρά του είναι για μένα το τρίτο μάτι. Αυτό δηλαδή που χάνω έχοντας τον πλήρη έλεγχο του υλικού μου, χωρίς την απαραίτητη απόσταση, το καλύπτουν εν μέρει οι δημιουργικοί άνθρωποι που έχω δίπλα μου. Η σκηνοθεσία είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Θέλει αντοχές και σωστή διαχείριση του υλικού σου. Αλλά έτσι συμβαίνει πάντα και στη ζωή και στις δουλειές. Κάθε επιλογή έχει μια ανταπόδοση αλλά και ένα κόστος».
«Ευτύχησα να έχω συνεργάτες που ο καθένας από την πλευρά του είναι για μένα το τρίτο μάτι. Αυτό δηλαδή που χάνω έχοντας τον πλήρη έλεγχο του υλικού μου, χωρίς την απαραίτητη απόσταση, το καλύπτουν εν μέρει οι δημιουργικοί άνθρωποι που έχω δίπλα μου».
«Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στη σκηνή, κρατώντας στο ένα χέρι το κείμενο και στο άλλο το μπαστούνι μου, κατάλαβα πως μπήκα εκεί που ανήκω», γράφετε σε μια συνέντευξή σας. Στο θέατρο νιώσατε εξαρχής πιο αποδεκτή από ό,τι στους δρόμους, και ως άτομο με αναπηρία; Τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε οι τέχνες να γίνουν ακόμα πιο συμπεριληπτικές στην πράξη;
«Στο θέατρο δεν ένιωσα αποδεκτή. Δεν έχω την ανάγκη να νιώσω αποδεκτή πουθενά. Κι αυτό γιατί αν είσαι κάπου και νιώθεις μια τέτοια ανάγκη, τότε σίγουρα δεν είναι κάπου που θα ήθελα να είμαι εγώ. Στο θέατρο ένιωσα απλά ότι υπάρχω. Μέσα σε μια προστατευμένη μήτρα, που εύχομαι να μη σπάσουν ποτέ τα νερά να βγω. Τα σημαντικά πράγματα έτσι προκύπτουν. Απλά. Σαν να συνέβαιναν από πάντα. Και η τέχνη είναι αυτό το σημαντικό συμβάν. Από μόνη της, είναι αμιγώς συμπεριληπτική. Το πρόβλημα είναι πως αρκετοί που ασχολούνται με αυτήν, από την πλευρά της Πολιτείας ή της ιδιωτικής παραγωγής, δεν έχουν ακόμα καταλάβει τι εκπροσωπούν. Και αυτό πρέπει να αλλάξει».

Ποιον ρόλο μπορεί να παίξει ένα σύγχρονο ελληνικό θεατρικό κείμενο, στην εποχή που το κοινό μοιράζεται ανάμεσα σε εκατοντάδες θεατρικές προτάσεις; Αισθάνεστε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς έχουν πλέον τον χώρο που τους αναλογεί, τόσο στη σκηνή όσο και στις προτιμήσεις του κοινού;
«Έχουμε σίγουρα περισσότερο χώρο, όχι γιατί μας τον έδωσαν αλλά γιατί τον διεκδικήσαμε. Μερικές φορές όμως νιώθω πως οι Έλληνες συγγραφείς είμαστε σαν ένα μικρό παιδί που φωνάζει “Μπαμπά, κοίτα!” και κάνει ό,τι μπορεί για να τραβήξει την προσοχή εκείνου του σημαντικού θεατή. Και αυτό ίσως να μας αποπροσανατολίζει. Ίσως πρέπει να γίνουμε πιο εσωστρεφείς με την τέχνη μας, πιο προσωπικοί, να εκφέρουμε τις λέξεις μας ψιθυριστά και όχι φωναχτά. Μερικές φορές η ησυχία έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Ακούγεσαι καλύτερα. Και τότε μπορείς να μιλήσεις για όλα όσα μας αφορούν και να εκφράσεις, μέσα από το έργο σου, εμπειρίες που το κοινό αναγνωρίζει ως δικές του. Αυτό είναι και το πλεονέκτημα του καλού ελληνικού κειμένου. Μίλα για κρίση, ταυτότητα, οικογένεια, φύλο και το κάνει με τον δικό μας τρόπο, δημιουργώντας άμεση ταύτιση. Και ο κόσμος ανταποδίδει όταν τον αγγίζεις. Κουβαλάμε ίδια βιώματα, ίδια συλλογικά τραύματα και είναι ευεργετικό όταν αυτά μπορούν να ειπωθούν στη γλώσσα μας. Γίνονται ευκολότερα οι συνδέσεις με την ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική συγκυρία του τόπου».
«Κουβαλάμε ίδια βιώματα, ίδια συλλογικά τραύματα και είναι ευεργετικό όταν αυτά μπορούν να ειπωθούν στη γλώσσα μας. Γίνονται ευκολότερα οι συνδέσεις με την ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική συγκυρία του τόπου».
Ως θεατρική συγγραφέας έχετε νιώσει ποτέ διακρίσεις λόγω για παράδειγμα του φύλου σας ή της αναπηρίας σας;
«Λόγω της αναπηρίας μου δεν έτυχε να νιώσω κάποια διάκριση ως θεατρική συγγραφέας και τώρα που το σκέφτομαι είναι αστείο λίγο αυτό. Θέλω να πω, αν σκεφτούμε πόσοι καλλιτέχνες είχαν μια αναπηρία ή κάτι διαφορετικό, που ήταν και το έναυσμα για να γίνουν αυτό που έγιναν, νομίζω πως η αναπηρία μου εντελεί λειτούργησε ευεργετικά. Χωρίς αυτήν θα έγραφα αλλιώς. Μπορεί και να μην έγραφα καθόλου. Χωρίς γενικά κάτι να σε απασχολεί, κάτι να θες να πεις, δεν υπάρχεις ως καλλιτέχνης, υπάρχεις ως κάτι άλλο. Όμως ως γυναίκα θεατρική συγγραφέας έχω νιώσει την υποτίμηση, συνειδητή ή μη, του φύλου μου σε αναφορές μεγάλων συγγραφέων. Αν ρωτήσετε κάποιον στη χώρα μας ποιους θεατρικούς συγγραφείς ξέρει ή ποιους προτιμά, η λίστα θα περιλαμβάνει μόνο άντρες ή εκείνοι θα είναι η πλειοψηφία. Αλλά αυτό δεν ξέρω αν συμβαίνει γιατί όντως υπάρχει διάκριση ή γιατί αργήσαμε πολύ να γράψουμε. Στη λογοτεχνία συναντάς περισσότερες γυναίκες, όμως το θέατρο μέχρι πριν λίγα χρόνια παρέμενε “αντρική υπόθεση”, αν εξαιρέσεις τη Λούλα Αναγνωστάκη και τη Μαρία Λαϊνά. Νομίζω πάντως πως τώρα τελευταία έχουν αρχίσει να αλλάζουν τα πράγματα με ενδιαφέρουσες γυναικείες φωνές».

Info
«Χήνες», από 11/02, κάθε Τέταρτη και Πέμπτη στις 21:00, ΠΛΥΦΑ, Κορυτσάς 39, Αθήνα. Προπώληση: www.ticketservices.gr
Ταυτότητα της παράστασης
Κείμενο/σκηνοθεσία: Στέλλα Ζαφειροπούλου Σκηνικά/κοστούμια: Ντέιβιντ Νεγρίν. Φωτισμοί: Στέβη Κουτσοθανάση. Φωτογραφίες: Νικόλας Γρηγορίου. Graphic Design: Aloha studio. Οργάνωση Παραγωγής: Άννα Παπαδάκου. Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Λύρας. Βοηθός σκηνογράφου: Ξένια Κούβελα. Εκτέλεση Παραγωγής: Break a Leg Athens



