Η πιο έξυπνη πινελιά που έβαλε η σκηνοθέτης ‘Εμεραλντ Φένελ στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» είναι τα εισαγωγικά στον τίτλο, μια ομολογία αυτεπίγνωσης και ένα κλείσιμο του ματιού που ελπίζει να προλάβει οποιαδήποτε κατακραυγή για την υπερβολικά ελεύθερη ερμηνεία του κλασικού μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ από τη σκηνοθέτιδα που στην προηγούμενη ταινία της έβαλε τον πρωταγωνιστή να συνουσιάζεται με το μνήμα του νεκρού αντικειμένου του πόθου του. Δυστυχώς ή ευτυχώς, τέτοιες προβοκατόρικες στιγμές δεν υπάρχουν στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», όπου η πιο κραυγαλέα ή χυδαία πράξη περιορίζεται στο πέρασμα δαχτύλων μέσα από ωμούς κρόκους σπασμένων αυγών ως σεξουαλική κωδικοποίηση.
Σαν κινηματογραφική μεταφορά, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» έχουν ελάχιστη σχέση με το βιβλίο, οπότε αν είστε της Φιλοσοφικής, φιλήστε το πτυχίο σας και πάρτε τα χάπια σας πριν μπείτε στην αίθουσα. Καταρχάς, η Φένελ έχει ασχοληθεί μόνο με το πρώτο μισό της ιστορίας, όπως άλλωστε και οι περισσότερες ταινίες που προηγήθηκαν, με πρώτη εκείνη του 1939 με τον Λόρενς Ολίβιε και την Μερλ Όμπερον (μια ματιά στα παρασκήνια αυτής της παραγωγής αποδεικνύει πως όσους archival κορσέδες κι αν φορέσει στο press tour η κατά τα άλλα εκθαμβωτική Margot Robbie, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει μεγαλύτερη ντίβα από τον Ολίβιε, που αποκάλεσε τη συμπρωταγωνίστριά του “amateur little b*tch” στα γυρίσματα).

Σε μια απομονωμένη κατοικία στους βράχους του Γιορκσάιρ, ζει η Κάθι (η νεαρή Σάρλοτ Μέρινγκτον) με τον αλκοολικό, τζογαδόρο πατέρα της (Μάρτιν Κλούνς) και το υπηρετικό προσωπικό τους. Μια μέρα, επιστρέφοντας από τις δουλειές του σε άλλη πόλη, ο πατέρας φέρνει στο σπίτι ένα ταλαιπωρημένο αγόρι αγνώστου προελεύσεως (ο Όουεν Κούπερ της σειράς «Adolescence») που αποφάσισε να υιοθετήσει. Η Κάθι τον βαφτίζει Χίθκλιφ από τον νεκρό αδερφό της, όπως ανακοινώνει περιχαρής, γίνονται αχώριστοι και αναπτύσσουν ένα πολύ στενό δεσμό γιατί οι επιλογές ψυχαγωγίας και κοινωνικοποίησης στους αγγλικούς βάλτους ήταν περιορισμένες πριν από δύο αιώνες. Η αμοιβαία τους αφοσίωση δοκιμάζεται όταν μεγαλώνουν και η Κάθι (Margot Robbie) ζυγίζει από τη μία την ερωτική αφύπνιση που της έχει προκαλέσει ο Χίθκλιφ (Jacob Elordi) και από την άλλη το ταξικό χάσμα που τους χωρίζει και κάνει την πιο ασφαλή επιλογή να παντρευτεί τον πλούσιο γείτονα, Έντγκαρ (Σαζάντ Λατίφ). Το είπε και η Μεγκ Ράιαν στο «Όταν ο Χάρι Γνώρισε την Σάλι», εξηγώντας την επιλογή της Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο τέλος του «Καζαμπλάνκα»: οι γυναίκες είναι πολύ πρακτικές.
Ως κινηματογραφική μεταφορά, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» έχουν ελάχιστη σχέση με το βιβλίο, οπότε αν είστε της Φιλοσοφικής, φιλήστε το πτυχίο σας και πάρτε τα χάπια σας πριν μπείτε στην αίθουσα.
Σε αυτό το πρώτο μέρος, η ταινία αποδομεί με χιούμορ και ειρωνεία τις μεγαλοπρεπείς συμβάσεις του είδους, παρουσιάζοντας τις δραματικές εξάρσεις και τις κοινωνικές φιλοδοξίες της Κάθι με μια υπερβολή που υπονομεύει τη βαρύτητά τους. Έτσι, η όλη κατάσταση μοιάζει λιγότερο με τραγικό πεπρωμένο και περισσότερο με απολαυστικό μελόδραμα, που προσκαλεί το κοινό να γελάσει μαζί με την ταινία αντί να την προσεγγίσει με δέος. (Μια σκηνή είναι ακριβώς ίδια με εκείνη στο «Πιο Λαμπρό Αστέρι» όπου η Βουγιουκλάκη επιστρέφει, πετυχημένη πια, στην ψαραγορά και σέρνει την τουαλέτα της στη λάσπη, αλλά μάλλον πρόκειται για σύμπτωση.)

Μοντέρνες παρεμβάσεις όπως το αναχρονιστικό soundtrack με τραγούδια από την Charli xcx (δεν θα κάνει την Σοφία Κόπολα να χάσει τον ύπνο της, αλλά λειτουργεί) και η ξεκαρδιστική περίληψη του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» από την προστατευόμενη του Έντγκαρ, Ιζαμπέλα (Άλισον Όλιβερ, η MVP του καστ), φανερώνουν μια σατιρική διάθεση που εγκαταλείπεται απότομα όταν ο εξαφανισμένος Χίθκλιφ επιστρέφει μετά από χρόνια στη ζωή της Κάθι, πλούσιος και αποφασισμένος να την εκδικηθεί που τον πλήγωσε. Όμως η Φένελ έχει μετατρέψει την πλοκή σε κάτι εντελώς σχηματικό, σχεδόν σαν να θέλει να βγει από τη μέση έτσι ώστε να περάσει σε αυτό που την ενδιαφέρει πραγματικά: να βάλει τον Elordi και την Robbie να φιλιούνται παθιασμένα. Ξαφνικά, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της ζητούν να τα πάρουμε τοις μετρητοίς και να παρασυρθούμε από ένα θυελλώδες, επίμονο πάθος που συμβαίνει μέσα σε ένα αφόρητα τετριμμένο ερωτικό τρίγωνο. Οποιαδήποτε ανατρεπτική απόπειρα, σαν την εμφανή αναφορά στον κόκκινο ουρανό του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» ή τις υπόνοιες ότι όλη αυτή η αλλόκοτη παρέα θα συναγωνιζόταν το «Cruel Intentions», σαμποτάρεται από τις ξαφνικές ειλικρινείς, ασφαλείς προθέσεις της ταινίας.

Εξ’αρχής, η Φένελ, που βραβεύτηκε με Όσκαρ για το σενάριό της στο «Promising Young Woman», δήλωσε πως η εκδοχή της είναι αυτή που έπλασε στη φαντασία της όταν πρωτοδιάβασε το βιβλίο στα 14 της. Δεν είναι κακό να κάνεις Τέχνη για έφηβα κορίτσια (ο μεγαλύτερος συνήγορος υπεράσπισής τους, Harry Styles, έχει κάνει την καλύτερη τοποθέτηση σχετικά με αυτό) αλλά είναι άδικο να προδίδεις την προσοχή τους, αν και το πιθανότερο είναι πως αυτή η ταινία θα εκπληρώσει το σκοπό της μέσα από μια δίνη υπεραπλούστευσης και κοντινών πλάνων στα όμορφα πρόσωπα του κεντρικού ζευγαριού. Είναι, άλλωστε, μονταρισμένη με τέτοιο τρόπο που σερβίρει έτοιμα τα όποια TikTok edits και κατασκευασμένη στο συνήθη μαξιμαλιστικό βαθμό της Φένελ, όπου όλα είναι λίγο τερατώδη και εμφανώς ψεύτικα, σαν το δωμάτιο με τοίχους που μοιάζουν με ανθρώπινο δέρμα και σαν το κουκλόσπιτο της Ίζαμπελ που όντως μπορεί να υπάρχει στο μυαλό ενός κοριτσιού που δεν έχει ακόμα διαμορφώσει μια ορθή αντίληψη για τον έρωτα ή το καλό γούστο. Τα κοστούμια της Robbie κινούνται ανάμεσα σε Κοκκινοσκουφίτσα-core και διαφήμιση πολυτελούς ρολογιού. Εκείνη και ο Elordi είναι σχεδόν συνέχεια βρεγμένοι. Δεν τους λείπει εντελώς η χημεία, αλλά τους κρεμάει η απουσία οποιασδήποτε βαθύτερης προσωπικότητας, κυρίως στην περίπτωση του Χίθκλιφ ο οποίος, εφόσον στερείται του περίπλοκου λογοτεχνικού background του, καταλήγει να είναι απλώς… ψηλός.
Η Φένελ, που βραβεύτηκε με Όσκαρ για το σενάριό της στο «Promising Young Woman», δήλωσε πως η εκδοχή της είναι αυτή που έπλασε στη φαντασία της όταν πρωτοδιάβασε το βιβλίο στα 14 της.
Ωστόσο, αυτή η ανισόρροπη ταινία δεν είναι εντελώς αμελητέα σε μια εποχή όπου τα ρομαντικά δράματα εποχής συχνά ξεθωριάζουν πριν καν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Η εκδοχή της Φένελ λειτουργεί καλύτερα αν παραμερίσει κανείς τις συγκρίσεις και αφεθεί στην ορμή μιας εφηβικής εμμονής: εκείνης που μοιάζει ταυτόχρονα σκανδαλώδης, καταλυτική και, εκ των υστέρων, ελαφρώς αστεία.



