Ας φανταστούμε ότι έχουμε ένα σημαντικό ποσό στο πορτοφόλι μας –ας πούμε, 1.000 ευρώ– και, αντί να σκεφτούμε ποιες ανάγκες και επιθυμίες θέλουμε να ικανοποιήσουμε με αυτά τα χρήματα, να το ξοδέψουμε στα πρώτα (πιθανότατα άχρηστα) αντικείμενα που θα τραβήξουν το βλέμμα μας στη βιτρίνα.

Αυτά τα χρήματα είναι, στην πραγματικότητα, η προσοχή μας: ένα νόμισμα που, στην εποχή του TikTok και των YouTube Shorts, ανεβάζει διαρκώς την αξία του αλλά, αντί να επιλέγουμε προσεκτικά πού θα το διοχετεύσουμε, το σκορπίζουμε αλόγιστα σε διαδικτυακές πλατφόρμες. Για πολλούς από εμάς, το λεγόμενο doomscrolling γεμίζει τον χρόνο που θα μπορούσαμε εναλλακτικά να αφιερώσουμε στην ανάγνωση ενός εμπεριστατωμένου άρθρου, σε μια καλή ταινία ή σε μια βόλτα με φίλους. Αλλά ο λόγος που έχει γίνει τόσο ελκυστικό είναι γιατί αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της λεγόμενης οικονομίας της προσοχής.

Η προσοχή μας είναι ένα νόμισμα που, στην εποχή του TikTok και των YouTube Shorts, ανεβάζει διαρκώς την αξία του αλλά αντί να επιλέγουμε προσεκτικά πού θα το διοχετεύσουμε, το σκορπίζουμε αλόγιστα σε διαδικτυακές πλατφόρμες.

Με τον όρο «οικονομία της προσοχής» ήρθα σε επαφή σε ένα στρογγυλό τραπέζι στην 3η Διεθνή Συνάντηση για την Κινηματογραφική Εκπαίδευση του Φεστιβάλ Ολυμπίας 2025 («Σταγόνες στον ωκεανό – Αναζητώντας μια οικολογία της προσοχής στην εκπαίδευση»). Όπως εξηγεί σήμερα στο Marie Claire μια από τις συμμετέχουσες, η Ιουλία Μέρμηγκα, διδάκτωρ Πολιτισμικών και Κινηματογραφικών Σπουδών και διδάσκουσα στο ΕΚΠΑ, μακροχρόνια συνεργάτιδα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, αυτή η οικονομία, που «μετράει τα βλέμματά μας, τον χρόνο μας, τα κλικ και την αλληλεπίδρασή μας» και τα εξαργυρώνει, αναπτύχθηκε στο νέο ψηφιακό περιβάλλον όπως έχει διαμορφωθεί από «τις εφαρμογές, τα social media, τα κινητά τηλέφωνα, τις ειδοποιήσεις».

Ανάλογα με το πού διοχετεύουμε την προσοχή μας, είτε το κάνουμε λιγότερο είτε περισσότερο συνειδητά, οι εταιρείες εξορύσσουν από το τεράστιο ορυχείο του διαδικτύου τα προσωπικά μας δεδομένα (data mining) και συνθέτουν το αγοραστικό προφίλ μας, ώστε να κατευθύνουν πιο στοχευμένα τις διαφημίσεις.

Οι εταιρείες εξορύσσουν από το τεράστιο ορυχείο του διαδικτύου τα προσωπικά μας δεδομένα (data mining) και συνθέτουν το αγοραστικό προφίλ μας, ώστε να κατευθύνουν πιο στοχευμένα τις διαφημίσεις.

Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της διαδικασίας; Αρχικά μπορεί να ενδίδουμε σε αγορές που μας απομυζούν οικονομικά χωρίς να βελτιώνουν με κάποιον τρόπο τη ζωή μας. Ακόμα όμως και αν καταφέρνουμε να αντισταθούμε στο κάλεσμα ενός εντυπωσιακού προϊόντος που παρελαύνει από την οθόνη του κινητού μας, ίσως έχουμε πιάσει πολλές φορές τον εαυτό μας να χάνει την αίσθηση του χρόνου ενώ σκρολάρει ακατάπαυστα – αναμενόμενο, αφού το διαδικτυακό περιεχόμενο έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να προσφέρει περιστασιακά δόσεις ντοπαμίνης, της λεγόμενης «ορμόνης της επιβράβευσης», και να μη μας αφήνει να απομακρύνουμε το δάχτυλό μας από την οθόνη αφής. Έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μας μετατρέπει σε content junkies. Κι αυτός είναι ένας λόγος που ίσως καταλήγουμε, κάποιες νύχτες, να σηκώνουμε για λίγο το βλέμμα μας από το Instagram και να έχει πάει τρεις το πρωί. Ένας λόγος που «ζούμε στην κοινωνία της κόπωσης και του burnout» όπως σημειώνει η Δρ. Μέρμηγκα, και που ακόμα και πολλοί ενήλικες «υποφέρουμε από ΔΕΠΥ. Δυσκολευόμαστε –αυτό το λέω κι από τη δική μου εμπειρία– να διαβάσουμε ένα βιβλίο λογοτεχνίας, για να μη μιλήσω για επιστημονικά και φιλοσοφικά δοκίμια».

Art Dubai 2025. Photo by Cedric Ribeiro/Getty Images for Art Dubai

Η ιδέα της «οικονομίας της προσοχής» είχε προταθεί πολύ πριν να εμφανιστεί το Ίντερνετ: ήδη από το 1971 ο ψυχολόγος και οικονομολόγος Herbert A. Simon (σύμφωνα με ένα άρθρο του Forbes με τίτλο «Χαμένοι στο σκρολάρισμα: Το κρυφό κόστος της οικονομίας της προσοχής») αναφερόταν στη σχέση ανάμεσα στην υπερπροσφορά πληροφορίας και το έλλειμμα προσοχής, σχολιάζοντας ότι «ο πλούτος πληροφορίας δημιουργεί μια ένδεια προσοχής». Αργότερα, στα 90s, καθώς ο διαδικτυακός κόσμος άρχισε να κερδίζει έδαφος έναντι του φυσικού, ο συγγραφέας Michael Goldhaber υποστήριζε ότι «κατάκτηση της προσοχής σημαίνει κατάκτηση ενός είδους πλούτου με διάρκεια, που σε τοποθετεί σε πλεονεκτική θέση ώστε να μπορείς να κερδίσεις ό,τι προσφέρει αυτή η νέα οικονομία».

Ήδη από το 1971 ο ψυχολόγος και οικονομολόγος Herbert A. Simon αναφερόταν στη σχέση ανάμεσα στην υπερπροσφορά πληροφορίας και το έλλειμμα προσοχής, σχολιάζοντας ότι «ο πλούτος πληροφορίας δημιουργεί μια ένδεια προσοχής».

Σε αυτή τη νέα οικονομία, η ανάπτυξη ενός καινούριου προϊόντος, ή έστω η αναβάθμιση ενός υπάρχοντος, είναι απολύτως προαιρετική για την παραγωγή πλούτου.

Ας πάρουμε για παράδειγμα μια αμφιλεγόμενη διαφήμιση για jeans με τη Sydney Sweeney, που είχε κυκλοφορήσει το καλοκαίρι του 2025. Η αξία του brand εκτοξεύτηκε εν μία νυκτί στο χρηματιστήριο (σύμφωνα με εκτιμήσεις κατά 200 εκατομμύρια δολάρια), όχι επειδή αυξήθηκαν οι πωλήσεις των ρούχων ή μειώθηκε το κόστος παραγωγής τους, αλλά από την προσοχή που προσέλκυσε εκείνη η καμπάνια (είτε για τους «σωστούς» είτε για τους «λάθος» λόγους), όπως επισημαίνει ο Scott Galloway, καθηγητής Μάρκετινγκ στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Στερν (NYU Stern School of Business) του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Όταν μάλιστα ο Donald Trump ήρθε να υποστηρίξει εκείνη τη διαφήμιση στο προφίλ του στα social media, η αξία των μετοχών της εταιρείας αυξήθηκε κατά επιπλέον 20%.

Μετά από μια αμφιλεγόμενη διαφήμιση για jeans με τη Sydney Sweeney, που είχε κυκλοφορήσει το καλοκαίρι του 2025, η αξία του brand εκτοξεύτηκε εν μία νυκτί στο χρηματιστήριο (σύμφωνα με εκτιμήσεις κατά 200 εκατομμύρια δολάρια), όχι επειδή αυξήθηκαν οι πωλήσεις των ρούχων ή μειώθηκε το κόστος παραγωγής τους, αλλά από την προσοχή που προσέλκυσε εκείνη η καμπάνια.

Και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, όπως γράφει η Kyla Scanlon, συγγραφέας του βιβλίου «In This Economy? How Money & Markets Really Work» («Πώς λειτουργούν τα χρήματα και η αγορά σε αυτή την οικονομία»), είχε αποδείξει πριν από έναν περίπου χρόνο ότι δεν διστάζει να παίξει με τους κανόνες της νέας οικονομίας: τον Ιανουάριο του 2025 είχε λανσάρει ένα memecoin (κρυπτονόμισμα βασισμένο σε διαδικτυακό meme), που απέφερε φυσικό πλούτο της τάξεως των 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

«Θεωρώ ότι εκείνη η στιγμή ήταν το τελευταίο βήμα της μετάβασής μας στην οικονομία της προσοχής» σχολιάζει η Scanlon. «Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, παρακάμπτοντας οποιονδήποτε παραδοσιακό μηχανισμό παραγωγής πλούτου, έβγαλε μέσα σε 36 ώρες περισσότερα χρήματα από όσα οι περισσότερες εταιρείες βγάζουν σε δεκαετίες». Αντί δηλαδή να παράγει κάποιο προϊόν, προσέλκυσε προσοχή και τη μετέτρεψε κατευθείαν σε πλούτο. (Και σε πολιτική δύναμη, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.)

Με τα νέα δεδομένα της αγοράς, το να μπεις, π.χ., σε ένα εργοστάσιο, να κατασκευάσεις κάτι και μετά να προσπαθήσεις να το πουλήσεις για να βιοποριστείς μοιάζει σχεδόν ξεπερασμένο. Πιο ρεαλιστικό ακούγεται το να μπεις στο κινητό σου και να προσπαθήσεις να κατασκευάσεις viral περιεχόμενο: να γίνεις influencer, ένα όνειρο που ενδεχομένως να μοιράζεται και το δικό μας παιδί. «Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον», λέει η Δρ. Μέρμηγκα. «Είναι ένας τρόπος επαγγελματικής αποκατάστασης για τη γενιά που πέρασε από την οικονομική κρίση στην πανδημία». Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως, οι νεότερες γενιές είναι λογικό να νιώθουν προδομένες από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς παραγωγής πλούτου και να αναζητούν εναλλακτικές. Σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, το 72,9% του πλούτου είναι στα χέρια ατόμων άνω των 55 ετών. Ή, σύμφωνα με στοιχεία της τράπεζας St. Louis Federal Reserve, οι Millennials και η Γενιά Ζ έχουν 71% λιγότερο πλούτο από όσο θα έπρεπε να έχουν σύμφωνα με την εκπροσώπησή τους στον γενικό πληθυσμό.

Το να μπεις, π.χ., σε ένα εργοστάσιο, να κατασκευάσεις κάτι και μετά να προσπαθήσεις να το πουλήσεις για να βιοποριστείς μοιάζει σχεδόν ξεπερασμένο. Πιο ρεαλιστικό ακούγεται το να μπεις στο κινητό σου και να προσπαθήσεις να κατασκευάσεις viral περιεχόμενο: να γίνεις influencer.

Ενώ όμως παρακολουθώ τον 10χρονο γιο μου, από την απόσταση που δημιουργεί μεταξύ μας το χάσμα των γενεών, να επαναλαμβάνει Italian brainrots, αυτά τα σύντομα και εντελώς ακατανόητα στους μεγάλους βιντεάκια με το γρήγορο μοντάζ αναρωτιέμαι, ως γνήσια Xennial μάνα, σε τι κόσμο τον έφερα;

«Τη δεκαετία του ’90 ο μέσος όρος διάρκειας ενός πλάνου στις αμερικανικές ταινίες [που φημίζονταν για το γρήγορο μοντάζ τους] ήταν 7 δευτερόλεπτα» είχε πει η Δρ. Μέρμηγκα στην 3η Διεθνή Συνάντηση για την Κινηματογραφική Εκπαίδευση του Φεστιβάλ Ολυμπίας 2025. «Σήμερα είναι 3,5 δευτερόλεπτα. Στο ψηφιακό περιεχόμενο που βλέπουμε στο TikTok είναι γύρω στα 2 δευτερόλεπτα». Ποιο είναι το επόμενο στάδιο; Στο κυνήγι των views να γίνει κανόνας η αστραπιαία εναλλαγή εικόνων;

Ο άνθρωπος είναι προσαρμοστικό ον, υπενθυμίζει η ειδικός. Μπορεί να προσαρμοστεί ακόμα και στις πολύ γρήγορες εναλλαγές ερεθισμάτων. Ειδικά τα μικρά παιδιά, των οποίων ο εγκέφαλος «καλωδιώνεται» διαφορετικά. Αλλάζει ο τρόπος αντίληψής τους. Ανεξάρτητα από τη γενιά στην οποία ανήκουμε, όμως, η Δρ. Μέρμηγκα θεωρεί σημαντική την εξοικείωσή μας και με πιο αργούς ρυθμούς. Αν η ντοπαμίνη είναι ένα φυσικό ναρκωτικό που μας κάνει επιρρεπείς στο doomscrolling, είναι σημαντικό να επιχειρήσουμε να ελέγξουμε τη χρήση του. Και να εκπαιδεύσουμε και τα παιδιά μας ώστε να κάνουν το ίδιο.

Αν η ντοπαμίνη είναι ένα φυσικό ναρκωτικό που μας κάνει επιρρεπείς στο doomscrolling, είναι σημαντικό να επιχειρήσουμε να ελέγξουμε τη χρήση του. Και να εκπαιδεύσουμε και τα παιδιά μας ώστε να κάνουν το ίδιο.

Να διεκδικήσουμε τη λεγόμενη «οικολογία της προσοχής», όπως παρακινεί η ειδικός. Να κρατήσουμε, όσο το δυνατόν, «λειτουργικό και υγιές» το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, φυσικό και ψηφιακό. Δεν χρειάζεται να απαρνηθούμε τα οφέλη των νέων τεχνολογιών.

Στο στρογγυλό τραπέζι στο Φεστιβάλ Ολυμπίας μια εκπαιδευτικός εξέφρασε τον προβληματισμό ότι αν προβάλει στους μαθητές της μια ταινία σε πιο αργούς ρυθμούς, θα βαρεθούν. Αλλά η Δρ. Μέρμηγκα θεωρεί τη βαρεμάρα σύμμαχό μας. Όταν δεν καταφεύγουμε στην «εύκολη λύση» του σκρολαρίσματος για να γεμίσουμε τον χρόνο μας, κάνουμε χώρο στη ζωή μας για ονειροπόληση και ουσιαστική ξεκούραση. Για να χαλαρώσουμε και να καλλιεργήσουμε τη δημιουργικότητά μας.

Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για ένα παιδί, όταν τού δίνουμε έτοιμο περιεχόμενο στο κινητό ή το τάμπλετ, «ακόμα και αν αυτό είναι ποιοτικό, δεν το αφήνουμε να φτιάξει μια ιστορία και να περισπαστεί από αυτήν». Εκτός από τη βαρεμάρα, λοιπόν, ας μη διστάσουμε να αγκαλιάσουμε και τον περισπασμό, ο οποίος «είναι ζευγάρι με την προσοχή», όπως επισημαίνει η ειδικός. Μπορεί, εκ πρώτης όψης, να φαίνεται ότι την υπονομεύει, αλλά στην πραγματικότητα τη διευκολύνει. Δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο.

Art Dubai 2025. Photo by Cedric Ribeiro/Getty Images for Art Dubai

Δραστηριότητες όπως η ονειροπόληση και η ξεκούραση μας επιτρέπουν να αναπληρώσουμε τις δεξαμενές της προσοχής μας, ιδιαίτερα όταν νιώθουμε ότι φλερτάρουμε με το burnout. Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε σε κάτι τέτοιες στιγμές είναι να μπούμε για ακόμα μία φορά να τσεκάρουμε τα επαγγελματικά email από το κινητό μας. Εξίσου σημαντικό είναι, όταν νιώθουμε πλέον ότι έχουμε αρκετά καθαρό μυαλό για να συγκεντρωθούμε, να επιλέξουμε συνειδητά πού θα διοχετεύσουμε την προσοχή μας, μέσα από τη λεγόμενη «κριτική αγνόηση», το ξεσκαρτάρισμα των άχρηστων ή και αμφίβολης αξιοπιστίας ψηφιακών πληροφοριών, και την αναζήτηση ποικιλόμορφου ψηφιακού περιεχομένου. Όπως λέει χαρακτηριστικά η Δρ. Μέρμηγκα, δεν είναι υγιές ούτε να «υπερφορτώνουμε» τον εγκέφαλό μας ούτε «να έχουμε μονοκαλλιέργειες» εκθέτοντάς τον μόνο σε μια συγκεκριμένη πλατφόρμα.

Δραστηριότητες όπως η ονειροπόληση και η ξεκούραση μας επιτρέπουν να αναπληρώσουμε τις δεξαμενές της προσοχής μας, ιδιαίτερα όταν νιώθουμε ότι φλερτάρουμε με το burnout. Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε σε κάτι τέτοιες στιγμές είναι να μπούμε για ακόμα μία φορά να τσεκάρουμε τα επαγγελματικά email από το κινητό μας

Μετά είναι και ο αναλογικός κόσμος που διεκδικεί, και αξίζει, την προσοχή μας. «Να ανατρέξουμε σε παλιά χόμπι», προτείνει η Δρ. Μέρμηγκα. «Να ζωγραφίσουμε, να διαβάσουμε, ξεκινώντας από μικρότερα βιβλία». Ή, από τα νεότερα μέσα, να αφήσουμε να μας απορροφήσει ένα podcast, «που αφήνει για λίγο το μυαλό μας να ταξιδέψει στις εικόνες της φαντασίας του».

«Η οικονομία της προσοχής ήρθε για να μείνει» πιστεύει η Scanlon. «Είναι υπερβολικά ισχυρή, υπερβολικά ενσωματωμένη στο σύστημα αξιών που έχει δημιουργηθεί. Είναι όμως ένα ακόμα σύστημα που επιδέχεται αλλαγές. Όπως έχει γράψει και ο ιστορικός Howard Zinn: “Αν θυμηθούμε εκείνες τις εποχές και τους τόπους που οι άνθρωποι συμπεριφέρθηκαν μεγαλειωδώς -και ήταν πάρα πολλές- θα βρούμε την ενέργεια να δράσουμε ή τουλάχιστον θα δώσουμε τη δυνατότητα, σε αυτό τον κόσμο που βρίσκεται σε δίνη, να ακολουθήσει μια διαφορετική κατεύθυνση. Και αν όντως δράσουμε, όσο μικρή κι αν είναι η πράξη μας, δεν χρειάζεται να περιμένουμε να έρθει μια σπουδαία ουτοπία του μέλλοντος. Το μέλλον αποτελεί μια ατελείωτη διαδοχή από παρόντα και το να ζούμε το παρόν όπως πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να ζει ένας άνθρωπος, ενώ αντιστεκόμαστε στο κακό γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια μεγαλειώδη νίκη”». Είναι μια νίκη λοιπόν, σύμφωνα με τον Zinn, ακόμα και το να ξεκολλήσουμε για λίγο από τα Instagram reels και να πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο που περιμένει υπομονετικά στο κομοδίνο μας.

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below