Στο Νεκροταφείο Ζωγράφου υπάρχει ένα μνήμα διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ένας γρανίτης ακανόνιστου σχήματος, αντί για το κλασικό μάρμαρο. Χωρίς ημερομηνίες γέννησης και θανάτου ούτε φωτογραφίες, μόνο με δύο επιγραφές, στην πάνω αριστερά και κάτω δεξιά γωνία αντίστοιχα: «Εδώ κοιμάται η γιαγιά Αφροδίτη», «Και η Μαρία Πλυτά».
«Είναι ο τάφος που θα επέλεγε ο Tim Burton» σχολιάζει η Μπέττυ Κακλαμανίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και επιμελήτρια του συλλογικού τόμου «Μαρία Πλυτά: Η πρώτη σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου. 17 ταινίες, 17 αναγνώσεις» (εκδ. Κλειδάριθμος). Στο εσωτερικό του όμως αναπαύεται μια από τις πλέον μυστηριώδεις και ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του ελληνικού κινηματογράφου. Τα τελευταία χρόνια η κ. Κακλαμανίδου και η ερευνητική ομάδα της έχουν αφοσιωθεί σε έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: Να αναδείξουν το έργο της Μαρίας Πλυτά και να «τοποθετηθεί», όπως λέει στο Marie Claire με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου, «στη θέση που της αξίζει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου».
Τα τελευταία χρόνια η Μπέττυ Κακλαμανίδου και η ερευνητική ομάδα της έχουν αφοσιωθεί σε έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: Να αναδείξουν το έργο της Μαρίας Πλυτά και να «τοποθετηθεί στη θέση που της αξίζει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου».
Σίγουρα θα γνωρίζουμε ταινίες που σκηνοθέτησε η Πλυτά στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όπως «Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω» (1960), «Ο λουστράκος» (1963), «Ο ανήφορος» (1964), σε συνεργασία με κορυφαίους καλλιτέχνες στον τομέα τους, από τον Γιάννη Τσαρούχη στα σκηνικά και τους Μίμη Πλέσσα, Γιώργο Κατσαρό, Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη στη μουσική, μέχρι τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς, όπως οι Τζένη Καρέζη, Ξένια Καλογεροπούλου, Δέσπω Διαμαντίδου, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Μίμης Φωτόπουλος, Μάνος Κατράκης, Αλέκος Αλεξανδράκης, Γιώργος Φούντας, Ορέστης Μακρής.
Δεν ήταν μάλιστα μόνο η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτρια του κινηματογράφου αλλά και η πλέον παραγωγική, ρεκόρ που διατηρεί μέχρι σήμερα: υπογράφει τη σκηνοθεσία δεκαεπτά ταινιών, τις οποίες γύρισε σχεδόν τη μία μετά την άλλη. Γιατί όμως το όνομά της παραλίγο να περάσει στη λήθη;

Ακόμα και η ίδια η κ. Κακλαμανίδου, αν και έχει αφιερώσει τη ζωή της στη σπουδή του κινηματογράφου, άκουσε για πρώτη φορά για τη Μαρία Πλυτά «το 2006, όταν κάποιες εφημερίδες είχαν γράψει ότι πέθανε η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτρια, μαζί με μία παράγραφο με πέντε βασικά στοιχεία. Τότε, έγραφα κυρίως για τον αμερικανικό κινηματογράφο, αγγλόφωνα άρθρα στο εξωτερικό».
Ακόμα και η ίδια η κ. Κακλαμανίδου, αν και έχει αφιερώσει τη ζωή της στη σπουδή του κινηματογράφου, άκουσε για πρώτη φορά για τη Μαρία Πλυτά «το 2006, όταν κάποιες εφημερίδες είχαν γράψει ότι πέθανε η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτρια, μαζί με μία παράγραφο με πέντε βασικά στοιχεία».
Η επόμενη «συνάντησή» τους ήταν μέσα στην πανδημία, στη διάρκεια ενός αγγλόφωνου μεταπτυχιακού του Τμήματος Κινηματογράφου του ΑΠΘ, στο οποίο διδάσκει: «Επειδή είχαμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, λέω [στους μαθητές της], παιδιά, θέλω να ψάξω το έργο της, που βλέπω ότι έχει παραγκωνιστεί κατά κάποιον τρόπο». Η έρευνα για τη Μαρία Πλυτά ξεκίνησε την άνοιξη του 2021 και συνεχίστηκε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, χωρίς χρηματοδότηση. Αλλά με μεγάλες προκλήσεις: Μεταξύ άλλων, γιατί η προϋπάρχουσα βιογραφία της σκηνοθέτριας ήταν «αποσπασματική, αινιγματική και ελλιπής» κατά την κ. Κακλαμανίδου –δεν περιλάμβανε ούτε καν την ημερομηνία θανάτου της– και επειδή δεν της δόθηκε ποτέ πρόσβαση στο αρχείο της σκηνοθέτριας.
Ακολούθησε λοιπόν «ένα ταξίδι με εκατοντάδες τηλέφωνα, χιλιάδες μέιλ, ταξίδια, επαφές με υπουργεία, ληξιαρχεία, νεκροταφεία, οργανισμούς, δεκάδες σελίδες χειρόγραφες σημειώσεις και εκατοντάδες ηλεκτρονικά αρχεία» όπως γράφει η κ. Κακλαμανίδου στο Α’ Μέρος της βιογραφίας της Μαρίας Πλυτά, το οποίο δημοσιεύτηκε πριν από μερικούς μήνες στην ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε για τη σκηνοθέτρια (εκκρεμεί η δημοσίευση του Β’ Μέρους).

Τελικά τι καταφέραμε, με τη βοήθειά της, να μάθουμε για τη ζωή και το έργο της;
Με λίγα λόγια:
Σκηνοθέτρια, πεζογράφος, θεατρική συγγραφέας και δημοσιογράφος, η Μαρία Πλυτά γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου του 1915 στη Θεσσαλονίκη, αλλά το 1944-45 μετακόμισε στην Αθήνα. Λίγο μετά την Κατοχή εκδόθηκαν δύο μυθιστορήματά της, τα «Δεμένα φτερά» (1944) και οι «Αλυσίδες» (1946).
Η πρώτη της επαγγελματική επαφή με τον κινηματογράφο ήταν το 1947, όταν συμμετείχε ως καλλιτεχνική διευθύντρια και παραγωγός στην ταινία «Μαρίνος Κοντάρας» του Γιώργου Τζαβέλλα, με τον Μάνο Κατράκη. Έκανε το σκηνοθετικό ντεμπούτο της το 1950 με την ταινία μεγάλου μήκους «Τ’ αρραβωνιάσματα», βασισμένη στο ομώνυμο ηθογραφικό δράμα του Δημήτρη Μπόγρη. Η τελευταία της ταινία, «Η άγνωστη της νύχτας», κυκλοφόρησε το 1970. Στο μεταξύ έγραψε και δύο θεατρικά έργα, το «Κάστρο της Χερσώνας» (1948), το οποίο απέσπασε τον Α’ έπαινο από το λογοτεχνικό περιοδικό Μορφές, και το «Μάνα Γης» (1962).
Έκανε το σκηνοθετικό ντεμπούτο της το 1950 με την ταινία μεγάλου μήκους «Τ’ αρραβωνιάσματα», βασισμένη στο ομώνυμο ηθογραφικό δράμα του Δημήτρη Μπόγρη.
Αφού αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο, εργάστηκε ως ρεπόρτερ σε εφημερίδες και περιοδικά, γράφοντας εκτενή άρθρα κοινωνικού προβληματισμού. Πέθανε το 2006, έχοντας περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της σχετικά απομονωμένη και με επιβαρυμένη υγεία.
Για την προσωπική ζωή της απέφευγε να μιλάει ακόμα και στους πιο κοντινούς της. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους γονείς της και τα παιδικά χρόνια της. Δεδομένου όμως ότι «η πλειοψηφία των Ελληνίδων μυθιστοριογράφων και ποιητριών προέρχονταν από σημαίνουσες οικογένειες, που συνδύαζαν την αγάπη προς την πνευματική καλλιέργεια με την οικονομική άνεση», όπως γράφει η κ. Κακλαμανίδου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι και η δική της οικογένεια «είχε σχετική οικονομική δυνατότητα και επιθυμία να λάβει η Μαρία την κατάλληλη παιδεία».
Στις 5 Ιουνίου 1938, σε ηλικία 23 ετών, παντρεύτηκε τον κινηματογραφικό παραγωγό Αχιλλέα Χατζηνάκο. Σύμφωνα με τα όσα είπε η Κρίστη Βαρβέρη, κόρη του Νίκου Βαρβέρη (μακιγιέρ, παραγωγού, σκηνοθέτη και προσωπικού φίλου της Πλυτά για πολλά χρόνια), στην κ. Κακλαμανίδου, τον είχε ερωτευτεί. Ο γάμος τους όμως δεν μακροημέρευσε. Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1950 η Πλυτά κατέθεσε αίτηση διαζυγίου, μια επαναστατική πράξη για την εποχή. Γιατί; Για ακόμα μία φορά, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι είχε περάσει δύσκολα.
Στις 5 Ιουνίου 1938, σε ηλικία 23 ετών, παντρεύτηκε τον επίσης κινηματογραφικό παραγωγό Αχιλλέα Χατζηνάκο. Σύμφωνα με τα όσα είπε η Κρίστη Βαρβέρη, κόρη του Νίκου Βαρβέρη (μακιγιέρ, παραγωγού, σκηνοθέτη και προσωπικού φίλου της Πλυτά για πολλά χρόνια), στην κ. Κακλαμανίδου, τον είχε ερωτευτεί.
Στην Ελλάδα των μέσων του προηγούμενου αιώνα, τα διαζύγια αποτελούσαν σπάνιες εξαιρέσεις. «Οι λίγες αποφάσεις για τη λύση του γάμου που εκδίδονταν μέχρι τη δεκαετία του ’60 ήταν για λόγους αντιδικίας κυρίως, όταν ο ένας σύζυγος κατηγορούσε τον άλλον για σκληρή μεταχείριση, βαναυσότητα, εγκατάλειψη ή μοιχεία», σύμφωνα με το απόσπασμα του Ηλία Ντικιάδη που παραθέτει η κ. Κακλαμανίδου στη βιογραφία της Πλυτά. Μια ιδέα για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η σκηνοθέτρια μάς δίνει η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσίλογων Αθηνών (30 Σεπτεμβρίου 1947) να καταδικάσει τον Αχιλλέα Χατζηνάκο για συνεργασία με τις δυνάμεις Κατοχής. Από τα λίγα μάλιστα που είχε καταλάβει η Κρίστη Βαρβέρη για την προσωπική ζωή της σκηνοθέτριας, η Πλυτά είχε μάθει γερμανικά για να κατανοεί τις συνομιλίες του τότε συζύγου της.

Η Βαρβέρη δεν γνώριζε καν ότι η Πλυτά είχε μια κόρη, μέχρι που η σκηνοθέτρια τής ζήτησε να ετοιμάσει τα έγγραφα για να παραχωρήσει στην απόγονή της το διαμέρισμά της στην οδό Λουίζης Ριανκούρ, που είχε αγοράσει από τα δικαιώματα κάποιων ταινιών της. Η Γιάννα Χατζηνάκου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ελβετία, όπου παντρεύτηκε δύο φορές χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Η σχέση μάνας και κόρης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κρίστης Βαρβέρη, ήταν δύσκολη, αν και η Γιάννα είχε συμμετάσχει στην ταινία της μητέρας της «Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω», υποδυόμενη μια από τις τρεις φίλες της πρωταγωνίστριας.
Η κ. Κακλαμανίδου πιστεύει ότι η ταινία «Ο ανήφορος», κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματός της «Δεμένα φτερά», περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, δίνοντάς μας μια ιδέα για τις τραυματικές εμπειρίες που, πολλές δεκαετίες πριν από το #metoo, η Πλυτά είχε κρατήσει επτασφράγιστο μυστικό. Έχει μια σκηνή απόπειρας βιασμού, που η σκηνοθέτρια τόλμησε να κινηματογραφήσει από την οπτική γωνιά της ηρωίδας, χωρίς να την παρουσιάσει ημίγυμνη ή να «θρυμματίσει» το σώμα της – χωρίς να δείξει, για παράδειγμα «λίγο στήθος ή λίγο πόδι» όπως λέει χαρακτηριστικά η ειδικός.
Η ταινία «Ο ανήφορος» έχει μια σκηνή απόπειρας βιασμού, που η σκηνοθέτρια τόλμησε να κινηματογραφήσει από την οπτική γωνιά της ηρωίδας, χωρίς να την παρουσιάσει ημίγυμνη ή να «θρυμματίσει» το σώμα της.
Η πρωταγωνίστριά της, Ξένια Καλογεροπούλου, είπε στην κ. Κακλαμανίδου ότι η σκηνή γυρίστηκε «όπως θα ήταν η Μαρία αν ήταν στη θέση μου [της ηρωίδας που κινδυνεύει να βιαστεί]». Μια ακόμα ανατροπή είναι ότι η ηρωίδα της ταινίας καταφέρνει να δραπετεύσει: «Χτυπάει τον άντρα στο κεφάλι και επειδή νομίζει ότι τον έχει σκοτώσει, πηγαίνει στην αστυνομία και λέει, σκότωσα έναν άνθρωπο που πήγε να με βιάσει» όπως περιγράφει η κ. Κακλαμανίδου. «Στην ταινία ακούγεται η λέξη “βιασμός”, που είναι απίστευτο [για τα δεδομένα της εποχής]».
Η Πλυτά ανέδειξε και άλλα έμφυλα ζητήματα στον κινηματογράφο μέσα από την ιδιαίτερη ματιά της. Όπως «το θέμα της γυναικείας ενδυνάμωσης και της γυναικείας υποκειμενικότητας. Η Εύα [ο χαρακτήρας στην ομώνυμη ταινία της Μαρίας Πλυτά, του 1953], ούσα παντρεμένη, έχει ερωτική σχέση με έναν άλλο άντρα και, όπως αφήνεται να εννοηθεί στο κινηματογραφικό αφήγημα, και με άλλους. Στον “Ανήφορο”, η Γιάννα λέει σε μια φίλη της ότι το σεξ δεν έχει καμία σχέση με τον γάμο: σεξ κάνεις με έναν άνθρωπο που θέλεις. Αυτό γίνεται το 1964, όταν μπορεί στην Αμερική να αρχίζει να βράζει το φεμινιστικό κίνημα αλλά στην Ελλάδα δεν συμβαίνει το ίδιο».
«Στον “Ανήφορο”, η Γιάννα λέει σε μια φίλη της ότι το σεξ δεν έχει καμία σχέση με τον γάμο: σεξ κάνεις με έναν άνθρωπο που θέλεις. Αυτό γίνεται το 1964, όταν μπορεί στην Αμερική να αρχίζει να βράζει το φεμινιστικό κίνημα αλλά στην Ελλάδα δεν συμβαίνει το ίδιο».
Επαναστατική, όπως επισημαίνει η κ. Κακλαμανίδου, ήταν και η απόφαση της Πλυτά να γυρίσει μια από τις -λίγες τότε σε παγκόσμιο επίπεδο- κινηματογραφικές βιογραφίες για μια γυναίκα: της Δούκισσας της Πλακεντίας, στην ομώνυμη ταινία του 1954.
Αλλά ακόμα και στα έργα της όπου ο κεντρικός χαρακτήρας είναι άντρας, δεν διστάζει να αμφισβητήσει τα στερεότυπα. «Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ πρωταγωνιστεί σε δύο ταινίες της, τον “Λουστράκο” και τον “Νικητή” (1965). Τότε ήταν ήδη μεγάλος σταρ, σε ρόλους alpha male. Αλλά στις ταινίες της Πλυτά το “ισχυρό αρσενικό” γίνεται ξαφνικά ευάλωτο. Τρώει χαστούκια, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Είναι σαν να μας κλείνει το μάτι η σκηνοθέτρια και να μας λέει, υπάρχουν και αυτοί οι άντρες.
«Στις ταινίες της Πλυτά το “ισχυρό αρσενικό” γίνεται ξαφνικά ευάλωτο. Τρώει χαστούκια, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Είναι σαν να μας κλείνει το μάτι η σκηνοθέτρια και να μας λέει, υπάρχουν και αυτοί οι άντρες».
»Αν παρακολουθήσει κάποιος προσεκτικά μια ταινία της, θα διαπιστώσει τις μικρές ρωγμές που προκαλεί στο πατριαρχικό στερέωμα. Γιατί ο δημοφιλής πολιτισμός [pop culture] αυτό προσπαθεί να κάνει, μικρές ρωγμές. Δεν μπορεί να κατεδαφίσει το οικοδόμημα. Ούτε σήμερα έχει κατεδαφιστεί. Σε πατριαρχικό καθεστώς ζούμε, όσο κι αν θέλουν κάποιοι να λένε ότι έχει επιτευχθεί η ισότητα».

Η ειδικός αποδίδει στις έμφυλες προκαταλήψεις το γεγονός ότι το όνομα της Πλυτά παραλίγο να περάσει στη λήθη. Αλλά και στον τρόπο με τον οποίο μελετήθηκε και γράφτηκε συνολικά η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου: «Ο κανόνας της μάς δόθηκε αργότερα. Κάποιοι συγγραφείς της αποφάσισαν ότι σημαντικοί σκηνοθέτες και ταινίες είναι οι εξής “Α, Β, Γ”.
»Οι πρώτες ταινίες της Μαρίας Πλυτά είχαν πολύ καλές κριτικές – και από σημαντικούς ανθρώπους, όπως τον Μάριο Πλωρίτη. Αργότερα όμως ασχολήθηκε με αυτό που ονομάζουμε στην Ελλάδα “μελόδραμα”. Ένα είδος που στη χώρα μας υποτιμήθηκε.
«Οι πρώτες ταινίες της Μαρίας Πλυτά είχαν πολύ καλές κριτικές – και από σημαντικούς ανθρώπους, όπως τον Μάριο Πλωρίτη. Αργότερα όμως ασχολήθηκε με αυτό που ονομάζουμε στην Ελλάδα “μελόδραμα”. Ένα είδος που στη χώρα μας υποτιμήθηκε»
»Στην Αγγλία, από τη δεκαετία του ’60 που άνθησαν οι πολιτισμικές σπουδές, συζητήθηκε η ιδεολογική και πολιτική σημασία του δημοφιλούς πολιτισμού – γιατί συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη μερίδα του κοινού. Στην Ελλάδα υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει η διάκριση μεταξύ του “καλλιτεχνικού κινηματογράφου” και του “εμπορικού κινηματογράφου”». Η κ. Κακλαμανίδου δεν πιστεύει στον όρο μελόδραμα ούτε στην παραπάνω διάκριση. «Θεωρώ ότι υπάρχουν καλές και όχι και τόσο καλές ταινίες, ανεξαρτήτως της κατηγορίας στην οποία τις τοποθετούμε».
Στη διεθνή βιβλιογραφία του κινηματογράφου, ακόμα και κάποια από τα αποκαλούμενα «μελοδράματα» θεωρούνται αριστουργήματα, «όπως του Douglas Sirk ή του Vincente Minnelli». Στη χώρα μας, από την άλλη, οι περισσότερες ταινίες της Πλυτά «εξ ορισμού υποτιμήθηκαν».
Τα τελευταία χρόνια η ομάδα της κ. Κακλαμανίδου ανήκει σε ένα διεθνές άτυπο κίνημα ερευνητών, που «προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ξανά και να αναθεωρήσουμε το έργο των πρώτων γυναικών σκηνοθετριών παγκοσμίως».
Τα τελευταία χρόνια η ομάδα της κ. Κακλαμανίδου ανήκει σε ένα διεθνές άτυπο κίνημα ερευνητών, που «προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ξανά και να αναθεωρήσουμε το έργο των πρώτων γυναικών σκηνοθετριών παγκοσμίως».
Η Μπέττυ Κακλαμανίδου μπορεί να μην είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει προσωπικά τη Μαρία Πλυτά, αλλά από τις πληροφορίες που συγκεντρώνει εδώ και χρόνια μαζί με τους συνεργάτες της έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν μια «σπουδαία, δυναμική, ατρόμητη και ταυτόχρονα συναισθηματική και ευαίσθητη γυναίκα».
Μια προσωπικότητα που φαίνεται να συνδύαζε «αντρικά» και «γυναικεία» χαρακτηριστικά – και στο σετ. Ο Βασίλης Καΐλας ήταν μόλις εννέα χρονών όταν πρωταγωνίστησε στον «Λουστράκο» της. Αλλά σε μια συνέντευξη που έδωσε πριν από λίγα χρόνια στην Μπέττυ Κακλαμανίδου, ακόμα θυμόταν τη «Μαρίτσα», όπως αποκαλούσαν χαϊδευτικά τη σκηνοθέτρια οι συνεργάτες της, ως μια δημιουργό που ενέπνεε σεβασμό στην -ανδροκρατούμενη- ομάδα της και παράλληλα έδειχνε στο μικρό, τότε, αγόρι προστασία και στοργή. Η προσέγγισή της στους ηθοποιούς δεν περιοριζόταν σε επαγγελματικό επίπεδο, σύμφωνα με τον Καΐλα, αλλά εστίαζε πρώτα στον άνθρωπο.

Info
Περισσότερες πληροφορίες για τη Μαρία Πλυτά και το έργο της εδώ.
Ο συλλογικός τόμος «Μαρία Πλυτά: Η πρώτη σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου» παρουσιάζεται από την Κινηματογραφική Λέσχη Αγ. Παρασκευής σε συνεργασία με τον Δήμο Αγίας Παρασκευής τη Δευτέρα 9 Μαρτίου, 7:00 μ.μ., στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής – Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου (Κοντοπούλου 13, Αγία Παρασκευή).
Θα μιλήσουν οι: Θανάσης Αγάθος, καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δημήτρης Καλαντίδης, ιστορικός και κριτικός Κινηματογράφου, πρόεδρος Ομοσπονδίας Κινημ/φικών Λεσχών Ελλάδας-ΟΚΛΕ, μέλος ΔΣ Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινημ/φου, και η Μιρέλλα Λεγάκη, οικονομολόγος, πρόεδρος Κινημ/φικής Λέσχης Αγ.Παρασκευής, αντιπρόεδρος Ομοσπονδίας Κινημ/φικών Λεσχών Ελλάδας-ΟΚΛΕ. Συντονίστρια, η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη, καθηγήτρια σύμβουλος ΕΑΠ, επιμελήτρια Τεκμηρίωσης Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.



