Έστρεψε πάνω της την προσοχή στη διάρκεια της ομιλίας του Ντόναλντ Τραμπ για την Κατάσταση του Έθνους, όταν δεν δίστασε να τον αποδοκιμάσει για τη μεταναστευτική του πολιτική και τους θανάτους δύο πολιτών στη Μινεσότα, φωνάζοντας «σκοτώνετε τους Αμερικανούς». Ο Αμερικανός πρόεδρος, που έχει… παρελθόν μαζί της, την κάλεσε να «μπει σε μια βάρκα μαζί με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και να εγκαταλείψει τη χώρα!».

Ο λόγος για τη βουλευτή των Δημοκρατικών, Ιλχάν Ομάρ, που εκπροσωπεί την πέμπτη εκλογική περιφέρεια της Μινεσότα, έχει διαδραματίσει ρόλο δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη θητεία της στην εθνική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ και εδώ και χρόνια αποτελεί στόχο σφοδρής κριτικής από τη δεξιά πτέρυγα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ την έχει στοχοποιήσει επανειλημμένα, καλώντας σε προεκλογικές συγκεντρώσεις τους υποστηρικτές του να φωνάζουν «στείλτε την πίσω» στη Σομαλία, χώρα όπου γεννήθηκε. Την έχει χαρακτηρίσει «σκουπίδι», έχει υπαινιχθεί χωρίς αποδείξεις ότι παντρεύτηκε τον αδελφό της και έχει ισχυριστεί ψευδώς ότι εξήρε ισλαμιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα.

 

Μάλιστα, τον Ιανουάριο, η Ομάρ δέχτηκε επίθεση σε δημόσια εκδήλωση στη Μινεσότα, όταν μιλούσε κατά της ICE, όταν ένας άγνωστος άνδρας την ψέκασε με απροσδιόριστη ουσία. Η ίδια δεν τραυματίστηκε, ενώ οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν επιτόπου τον φερόμενο δράστη. Μετά το περιστατικό, η ίδια δήλωσε: «Έχω επιβιώσει από πόλεμο. Και σίγουρα θα επιβιώσω από τον εκφοβισμό και οτιδήποτε νομίζουν αυτοί οι άνθρωποι ότι μπορούν να μου ρίξουν».

Γεννημένη το 1982 στη Σομαλία, η Ομάρ έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως πρόσφυγας σε ηλικία 12 ετών. Η οικογένειά της διέφυγε από τον εμφύλιο πόλεμο της Σομαλίας και εγκαταστάθηκε αρχικά σε καταυλισμό προσφύγων στην Κένυα. Το 1995 μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, ζώντας πρώτα στη Βιρτζίνια και στη συνέχεια στη Μινεάπολη, όπου έχει αναπτυχθεί ισχυρή σομαλική κοινότητα.

Σε συνεντεύξεις της έχει περιγράψει ότι, ως νεαρή μουσουλμάνα που φορούσε χιτζάμπ, υπέστη εκφοβισμό στο σχολείο. Όπως έχει αναφέρει, συμμαθητές της κολλούσαν τσίχλες στη μαντίλα της και την έσπρωχναν στις σκάλες. Σε συνέντευξή της το 2018 στους New York Times είχε θυμηθεί τα λόγια του πατέρα της: «Κάθισε και μου είπε: “Άκου, αυτοί οι άνθρωποι που σου κάνουν όλα αυτά, δεν το κάνουν επειδή δεν σε συμπαθούν. Το κάνουν επειδή, με κάποιον τρόπο, αισθάνονται ότι απειλούνται από την ύπαρξή σου”».

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Βόρειας Ντακότα και στη συνέχεια επέστρεψε στη Μινεσότα, όπου άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της τοπικής πολιτικής σκηνής της Μινεάπολης. Το 2017 εξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Πολιτείας της Μινεσότα και το 2019 ορκίστηκε μέλος του Κογκρέσου, ως μία από τις δύο πρώτες μουσουλμάνες γυναίκες που εξελέγησαν στο σώμα, μαζί με τη Ρασίντα Τλάιμπ από το Μίσιγκαν.

Υποστηρίκτρια της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, κατηγορήθηκε για αντισημιτικά σχόλια

Στην Ουάσιγκτον εμφανίστηκε με σαφώς προοδευτική ατζέντα, υποστηρίζοντας τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και το καθολικό σύστημα υγείας «Medicare for All». Εντάχθηκε στην ομάδα προοδευτικών Δημοκρατικών που έγινε γνωστή ως «the Squad», μαζί με τη βουλευτή της Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ. Γρήγορα εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον πολωτικές προσωπικότητες του Κογκρέσου, με ένθερμους υποστηρικτές αλλά και σφοδρούς επικριτές.

Από τις πιο αμφιλεγόμενες θέσεις της είναι εκείνες που αφορούν το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα. Έχει στηρίξει το κίνημα μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ και έχει κατηγορήσει την ισραηλινή κυβέρνηση για γενοκτονία στη Γάζα — κατηγορία που το Ισραήλ απορρίπτει κατηγορηματικά. Το 2019 είχε γράψει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ αφορά «όλα τα Benjamins», αναφορά στα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων. Εβραϊκές οργανώσεις υποστήριξαν ότι η φράση αναπαρήγαγε αντισημιτικά στερεότυπα περί χρημάτων. Η Ομάρ ζήτησε αργότερα συγγνώμη για το σχόλιο.

Οι υποστηρικτές της αντιτείνουν ότι έχει μετατραπεί σε εύκολο στόχο κακόπιστων επιθέσεων, επειδή είναι μουσουλμάνα γυναίκα που φορά μαντίλα και συμμετέχει ενεργά στο Κογκρέσο. Το τελευταίο διάστημα, Ρεπουμπλικανοί της Βουλής απείλησαν να ξεκινήσουν έρευνα εις βάρος της, επιχειρώντας να τη συνδέσουν με σκάνδαλο απάτης στη Μινεσότα, στο οποίο, σύμφωνα με τις αρχές, μέλη της σομαλικής κοινότητας χρέωναν κρατικές υπηρεσίες για κοινωνικές υπηρεσίες που δεν παρασχέθηκαν ποτέ.

«Αχάριστη» για τον Τραμπ που «θα έπρεπε να επιστρέψει από εκεί που ήρθε»

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αξιοποιήσει την υπόθεση για να χαρακτηρίσει συνολικά τους Σομαλοαμερικανούς — συμπεριλαμβανομένης της Ομάρ — ως «αχάριστους» που θα έπρεπε «να επιστρέψουν από εκεί που ήρθαν». Πολλοί Σομαλοαμερικανοί στη Μινεσότα, όπου ζουν περίπου 80.000 μέλη της κοινότητας, εκφράζουν ανησυχία ότι το σκάνδαλο έχει πλήξει τη φήμη τους.

Παράλληλα, οι αρχές εξετάζουν οικονομικά στοιχεία της Ομάρ στο πλαίσιο έρευνας που ξεκίνησε επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν. Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το 2024 το Υπουργείο Δικαιοσύνης άρχισε να ελέγχει τα οικονομικά της, τις δαπάνες της προεκλογικής της εκστρατείας και τις επαφές της με αλλοδαπό πολίτη. Δεν έχει ασκηθεί καμία δίωξη. Η ίδια αρνείται οποιαδήποτε παρανομία, δηλώνοντας ότι «χρόνια “ερευνών” δεν έχουν βρει τίποτα».

Η συνέχει στη λεκτική αντιδικία με τον Τραμπ

Δεν τελείωσε μέσα στην αίθουσα το περιστατικό ανάμεσα στον Τραμπ και την Ιλχάν Ομάρ, καθώς οι αστυνομικές Αρχές του Καπιτωλίου προχώρησαν στη σύλληψη μιας προσκεκλημένης της Δημοκρατικής βουλευτή, επειδή… αρνήθηκε να καθίσει στη θέση της, όταν της το ζήτησαν, στη διάρκεια της ομιλίας του Αμερικανού προέδρου.

Συγκεκριμένα, η Αλίγια Ράχμαν, κάτοικος Μινεσότα, σηκώθηκε σιωπηλά από τη θέση της κατά το σημείο της ομιλίας του Τραμπ, στο οποίο κάλεσε τους Δημοκρατικούς να αποκαταστήσουν τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας. Οι υπόλοιποι παριστάμενοι γύρω της παρέμειναν καθιστοί. Όταν αστυνομικοί της Αστυνομίας του Καπιτωλίου την πλησίασαν και της ζήτησαν να καθίσει, εκείνη αρνήθηκε.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας της με τους αστυνομικούς, μέρος του κοινού στην εξέδρα σηκώθηκε όρθιο χειροκροτώντας. Η Ράχμαν επιχείρησε να εξηγήσει στους αστυνομικούς ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε λόγο να μην απομακρυνθεί από την αίθουσα.

Οι αστυνομικοί του Καπιτωλίου την οδήγησαν προς την έξοδο, ενώ εκείνη περπατούσε με τη βοήθεια πατερίτσας, κίνηση που προκάλεσε την αντίδραση άλλου προσκεκλημένου στην εξέδρα, ο οποίος κάλεσε τους αστυνομικούς να επιδείξουν λιγότερη επιθετικότητα.

Σε συνέντευξή της στην Έιμι Γκούντμαν του μέσου Democracy Now!, η Ράχμαν ανέφερε ότι παρέμεινε υπό κράτηση από την Αστυνομία του Καπιτωλίου και στη συνέχεια μετέβη σε νοσοκομείο, όπου παρέμεινε έως λίγο πριν από τις 4 τα ξημερώματα.

«Δεν απομακρύνθηκα απλώς και δεν συνελήφθηκα απλά. Συνελήφθηκα με τέτοια σωματική βία, ώστε δύο ακόμη παρευρισκόμενοι στον επάνω όροφο προσπάθησαν να παρέμβουν, ενώ οι αστυνομικοί τραβούσαν τους ώμους μου, παρότι τους είχα ενημερώσει ότι έχω ρήξη τένοντα και πολλαπλές ρήξεις χόνδρου και στους δύο ώμους», δήλωσε.

Η Ράχμαν ανέφερε επίσης ότι ο επιλοχίας της Βουλής της είπε πως συνελήφθη επειδή «στεκόμουν όρθια. Σιωπηλά. Χωρίς κονκάρδες, χωρίς εκφράσεις προσώπου, χωρίς χειρονομίες, χωρίς πινακίδες. Ούτε έναν ήχο. Όρθια».

Η Αστυνομία του Καπιτωλίου ανακοίνωσε ότι η Ράχμαν συνελήφθη με την κατηγορία της παράνομης συμπεριφοράς και της διατάραξης των εργασιών του Κογκρέσου. Η Ιλχάν Ομάρ επέκρινε τη σύλληψη την Τετάρτη, ζητώντας «πλήρη εξήγηση για τους λόγους που προχώρησε αυτή η σύλληψη».

 

πηγή: protothema.gr

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below