Ήταν τον Δεκέμβριο του 2024 όταν ο ιδρυτής των Mango, Isak Andic, βρέθηκε νεκρός σε ηλικία 71 ετών. Είχε πέσει στον γκρεμό κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, ενώ είχε πάει στο όρος Μονσεράτ, κοντά στη Βαρκελώνη, για πεζοπορία με τον γιο του, τον 43χρονο τότε Jonathan. Η αστυνομία της Καταλονίας, Mossos d’ Esquarda, χαρακτήρισε αρχικά τον θάνατό του «δυστύχημα», όρο που υιοθέτησαν και τα Mango στην επίσημη ανακοίνωση που εξέδωσαν, την ίδια μέρα. Κάποιοι αξιωματούχοι, ωστόσο, των αστυνομικών αρχών είχαν τις αμφιβολίες τους γι’ αυτό.
Ο μοναδικός άνθρωπος που ήταν μαζί του όταν σκοτώθηκε, ο Jonathan, στην πρώτη ανάκρισή του, σε κατάσταση σοκ, είπε ότι περπατούσε μερικά μέτρα μπροστά από τον πατέρα του, όταν άκουσε έναν παράξενο ήχο. Γυρνώντας το κεφάλι του, είδε τον πατέρα του να γλιστράει και να πέφτει, σύμφωνα με την κατάθεση που είχε δώσει. Η υπόθεση έκλεισε προσωρινά, ελλείψει στοιχείων. Άνοιξε όμως ξανά τον Μάρτιο του 2025, όταν την ανέλαβε ένας άλλος δικαστής. H Mossos d’ Esquarda είχε συνεχίσει να συγκεντρώνει στοιχεία. Σε μια δεύτερη ανάκριση του Jonathan, έναν μήνα μετά τον θάνατο του Isak, είχε διαπιστώσει αντιφάσεις. Μερικούς μήνες αργότερα, απέσπασαν το κινητό του Jonathan ως αποδεικτικό στοιχείο. Ο πρωτότοκος γιος του θύματος χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο «ύποπτος» για πιθανή ανθρωποκτονία.
Ο μοναδικός άνθρωπος που ήταν μαζί του όταν σκοτώθηκε, ο Jonathan, στην πρώτη ανάκρισή του, σε κατάσταση σοκ, είπε ότι περπατούσε μερικά μέτρα μπροστά από τον πατέρα του, όταν άκουσε έναν παράξενο ήχο. Γυρνώντας το κεφάλι του, είδε τον πατέρα του να γλιστράει και να πέφτει, σύμφωνα με την κατάθεση που είχε δώσει. Η υπόθεση έκλεισε προσωρινά, ελλείψει στοιχείων.
Ένα νέο ρεπορτάζ του The Cut, του New York Magazine, ξεδιπλώνει τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας, που θυμίζει έντονα την τηλεοπτική σειρά «Succession».
Ο Isak Andic ήταν ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας. Μετανάστευσε με την οικογένειά του από τη Κωνσταντινούπολη στη Βαρκελώνη το 1968, όπου με τη διαμεσολάβηση οικογενειακών φίλων, παρόλο που οι γονείς του δεν ήταν ιδιαίτερα εύποροι, κατάφερε να εξασφαλίσει μια θέση σε ακριβό ιδιωτικό σχολείο της Βαρκελώνης. Ήταν ακόμα μαθητής όταν γνώρισε έναν τύπο που έφερνε κεντημένες μπλούζες από την Τουρκία. Αγόρασε ένα απόθεμά τους, που ξεπούλησε.

Όταν τελείωσε το σχολείο, άρχισε σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων, τις οποίες όμως εγκατέλειψε για να στήσει έναν μικρό πάγκο στο κέντρο της Βαρκελώνης. Ακολούθησαν διάφορα μικρομάγαζα, όπου πουλούσε βαμβακερές μπλούζες, τζιν από τοπικές βιοτεχνίες αλλά και τα παραδοσιακά clogs της Μαγιόρκα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, είχε έξι μαγαζιά με διαφορετικά ονόματα. Σε ένα ταξίδι του στις Φιλιππίνες, δοκίμασε για πρώτη φορά μάνγκο. Του άρεσε το ότι η λέξη ήταν κοινή σε πολλές γλώσσες.
Επέλεξε να δώσει αυτό το όνομα σε ένα κατάστημα που άνοιξε το 1984 στη λεωφόρο της Βαρκελώνης Passeig de Gracia. Μέχρι το 1992, είχε 100 καταστήματα και επεκτεινόταν στο εξωτερικό. Άρχισε να κάνει καμπάνιες με τα τοπ μόντελ της εποχής, όπως οι Claudia Schiffer, Naomi Campbell, Kate Moss. Ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές της διαδρομής των Mango ήταν τα εγκαίνια, το 2022, ενός flagship store στη Νέα Υόρκη.
Ο Isak είχε τρία παιδιά με την πρώην σύζυγό του, Neus Raig Tarrago: εκτός από τον Jonathan, τη 43χρονη Judith και τη 28χρονη Sarah. Και οι τρεις είχαν κάνει σπουδές που θα τους επέτρεπαν, τουλάχιστον θεωρητικά, να τον διαδεχτούν στην επιχείρηση, αλλά η σχέση του με τον Jonathan φαίνεται να ήταν πιο στενή, σύμφωνα τουλάχιστον με τις πληροφορίες που παραθέτει το νέο άρθρο. Έδειχνε να είναι ο πιθανότερος διάδοχός του. Άρχισε να ανεβαίνει στα κλιμάκια της εταιρείας και το 2007, μόλις στα είκοσι-κάτι χρόνια του, λάνσαρε τη δική του σειρά ανδρικής ένδυσης, Mango Man. Μέχρι το 2014, ο πατέρας του τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να αποφασίσει να φύγει για τον γύρο του κόσμου με το ιδιωτικό γιοτ του, nirvana Formentera, αφήνοντάς τον στη θέση του.
Ο Jonathan Isak έδειχνε να είναι ο πιθανότερος διάδοχός του. Άρχισε να ανεβαίνει στα κλιμάκια της εταιρείας και το 2007, μόλις στα είκοσι-κάτι χρόνια του, λάνσαρε τη δική του σειρά ανδρικής ένδυσης, Mango Man. Μέχρι το 2014, ο πατέρας του τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να αποφασίσει να φύγει για τον γύρο του κόσμου με το ιδιωτικό γιοτ του, Νirvana Formentera, αφήνοντάς τον στο πόστο του.
Η αποτυχία του να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων υπήρξε δραματική. Την επόμενη χρονιά, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας ανήρθαν στα 11,8 εκατομμύρια ευρώ – ενώ τρία χρόνια πριν ήταν 113,4 εκατομμύρια. Πολλά ανώτερα στελέχη παραιτήθηκαν. Ο Isak συνειδητοποίησε ότι ο γιος του δεν προοριζόταν να γίνει ο επόμενος CEO. Επέστρεψε εσπευσμένα από το ταξίδι του και προσέλαβε έναν άνθρωπο εκτός της οικογένειας, τον Toni Ruiz. To 2020 έκανε τον Ruiz CEO και τον μοναδικό μη συγγενή μέτοχο της εταιρείας.
O Jonathan βρέθηκε στο στόχαστρο της κριτικής όχι μόνο για την αποτυχία του ως επιχειρηματίας αλλά και για το πολυτελές λαϊφστάιλ που συνήθιζε να προβάλλει μέσα από το Instagram της συζύγου του, της Ισπανίδας influencer Paula Nata, με σκι στο Σεν Μόριτζ και κρουαζιέρες στη Μεσόγειο. Η δημόσια εικόνα του ήταν σε ευθεία αντίθεση προς εκείνη του σκληρά εργαζόμενου, διακριτικού πατέρα του. Εύκολα μπορούσε κάποιος να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επιβεβαίωνε το στερεότυπο του κακομαθημένου κληρονόμου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, πάντως, αποσύρθηκε όχι μόνο από κομβικές θέσεις της εταιρείας (όπως τη διεύθυνση της σειράς Mango Man) αλλά και τη δημόσια ζωή.

Οι πληροφορίες από φίλους και συνεργάτες της οικογένειας για τη σχέση πατέρα γιου είναι αντιφατικές. Κάποιοι μιλούν στο The Cut, για εντάσεις, ενώ άλλοι επιβεβαιώνουν τη βαθιά αγάπη μεταξύ τους. Πάντως οι εκτελεστές της διαθήκης του Isak (μέσω της οποίας άφηνε το μισό της περιουσίας του στην επί επτά χρόνια σύντροφό του, την 52χρονη Estefania Knuth, και το άλλο μισό ισότιμα μοιρασμένο στα τρία παιδιά του) εξέδωσαν στις 20 Οκτωβρίου 2025, στην ημερομηνία που θα ήταν τα 72α γενέθλια του Andic, μια κοινή δήλωση όπου υπερασπίζονταν την αθωότητα του Jonathan, προσθέτοντας: «Η διάδοση των φημών και των εικασιών για τον Jonathan Andic, που εκτείνονται από τις επαγγελματικές ικανότητές του μέχρι τη στενή σχέση με τον πατέρα του, σκιαγραφούν μια εικόνα που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ο Isak και ο Jonathan αγαπούσαν ο ένας τον άλλον, πάρα πολύ».
Η αποτυχία του να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων υπήρξε δραματική. Την επόμενη χρονιά, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας ανήρθαν στα 11,8 εκατομμύρια ευρώ – ενώ τρία χρόνια πριν ήταν 113,4 εκατομμύρια. Πολλά ανώτερα στελέχη παραιτήθηκαν. Ο Isak συνειδητοποίησε ότι ο γιος του δεν προοριζόταν να γίνει ο επόμενος CEO.
Στο μεταξύ, δεν λείπουν οι τουλάχιστον ύποπτες ενδείξεις. Για παράδειγμα, ο ψυχοθεραπευτής του Jonathan αρνήθηκε να καταθέσει στην αστυνομία, επικαλούμενος το ιατρικό απόρρητο. Ενώ, σύμφωνα με άρθρο της El Pais, ο Jonathan είχε επισκεφτεί το μοιραίο μονοπάτι και λίγες μέρες πριν από τον θάνατο του πατέρα του. Ο ισπανικός Τύπος ανέφερε επίσης ότι η Knuth στην κατάθεσή της στην αστυνομία είχε μιλήσει για εντάσεις του Isak με τον γιο του, αν και ο δικηγόρος της διαψεύδει αυτό τον ισχυρισμό.
Φαίνεται πάντως ότι το μυστήριο θα αργήσει να λυθεί. Δημοσιογράφοι που καλύπτουν την υπόθεση, «με πηγές στο εσωτερικό της αστυνομίας και του δικαστικού συστήματος της Καταλονίας» κατά το The Cut, εξηγούν ότι δεν είναι ασυνήθιστο μια έρευνα για πιθανή εγκληματική ενέργεια να εξελίσσεται ιδιαίτερα αργά. Ειδικά όταν μιλάμε για μια υπόθεση όπως αυτή, δεδομένων των οικονομικών συμφερόντων, της υψηλής θέσης της οικογένειας και της απουσίας μαρτύρων. Όπως συνοψίζει την κατάσταση η αστυνομική ρεπόρτερ Maya Navarro: «Είναι μια από τις πιο περίπλοκες υποθέσεις που έχει ερευνήσει ποτέ η καταλανική αστυνομία».



