Στη λωρίδα γης του Άουτερ Μπανκς, στη Βόρεια Καρολίνα στις ΗΠΑ, όπου ο ωκεανός ανακτά με ραγδαίους ρυθμούς την ξηρά, μαζί με αυτήν και τα σπίτια που έχουν χτιστεί πάνω ακριβώς στην αμμουδιά, οι άνθρωποι μηχανεύονται τρόπους να κερδίσουν χρόνο μέχρι την ολοκληρωτική ισοπέδωση των οικισμών τους. Στην αχανή έρημο της Μογγολίας, μια οικογένεια, με την πρωτοβουλία του γηραιότερου μέλους της, φυτεύει ένα ολόκληρο δάσος θέλοντας να αντιστρέψει, όσο το δυνατόν, τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Στην Αυστραλία, στην Κούμπερ Πέντι, γνωστή και ως η «πρωτεύουσα του οπαλίου» από τον πολύτιμο λίθο που τροφοδοτούσε στο παρελθόν την οικονομία της, χτίζεται μία ολόκληρη υπόγεια πόλη προκειμένου οι κάτοικοί της να αντέξουν την ανελέητη ζέστη, καθώς το καλοκαίρι οι θερμοκρασίες συχνά αγγίζουν τους 50 βαθμούς Κελσίου και η φυσική σκιά είναι ανύπαρκτη. Στη Γροιλανδία, μια κοινότητα που έχει βασιστεί παραδοσιακά στο ψάρεμα στον πάγο αναγκάζεται να βγει στη θάλασσα, καθώς οι παγετώνες συρρικνώνονται.
Στο ντοκιμαντέρ «We have to survive» του Tomáš Krupa, που έκανε πρεμιέρα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι εντυπωσιακές και ταυτόχρονα δυστοπικές πανοραμικές εικόνες εναλλάσσονται με γκρο πλαν σε πρόσωπα και οικογένειες που παλεύουν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Αντίστοιχα εναλλάσσονται το δέος με τη συγκίνηση, παρακινώντας μας να συνειδητοποιήσουμε ουσιαστικά τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και ειδικά σε μια εποχή που το θέμα φαίνεται να έχει παραγκωνιστεί στα ψιλά γράμματα της ειδησεογραφίας. Αντιθέτως όταν ο Σλοβάκος σκηνοθέτης άρχισε την έρευνά του, «διάβαζα όλο και περισσότερα άρθρα με τέτοιες ιστορίες. Το κριτήριο για να επιλέξω αυτές τις τέσσερις για το ντοκιμαντέρ ήταν να βρίσκονται σε περιοχές που πλήττονται εδώ και δεκαετίες από την κλιματική αλλαγή.
»Επιπλέον, αυτές οι τοποθεσίες, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, δημιουργούν έναν κύκλο μέσα στον οποίο βρισκόμαστε εμείς και ο οποίος στενεύει διαρκώς. Είναι θέμα χρόνου να αναγκαστούμε όλοι, όπως και οι ήρωες της ταινίας, να ανοίξουμε τα μάτια μας και να αποδεχτούμε ότι η πραγματικότητα έχει αλλάξει. Επίσης επιδίωξα να συμπεριλάβω ιστορίες από δυτικές, εύπορες κοινωνίες, με τις οποίες μπορούμε να ταυτιστούμε ευκολότερα. Γιατί όταν σκεφτόμαστε την κλιματική αλλαγή συνήθως τη συνδέουμε στο μυαλό μας με κάτι που συμβαίνει σε φτωχές χώρες. Πιστεύουμε, ίσως, ότι τα χρήματα μπορούν να λύσουν τα πάντα».

Μιλώντας για τις ΗΠΑ, είναι εντυπωσιακό το ότι παρόλο που ο ωκεανός κερδίζει πλέον έδαφος με ραγδαίους ρυθμούς, καταπίνοντας τα παραθαλάσσια σπίτια λες και είναι παιδικά κάστρα στην άμμο («πρόσφατα έμαθα ότι μέσα σε μόλις μία εβδομάδα κατέρρευσαν 12 σπίτια», σχολιάζει ο Tomáš), υπάρχουν ακόμα αρνητές της κλιματικής αλλαγής. «Συναντήσαμε πολλούς Αμερικανούς στην περιοχή που δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει γύρω τους και δεν πιστεύουν τους επιστήμονες. Θεωρούν ότι η κλιματική αλλαγή είτε δεν υφίσταται είτε δεν είναι ανθρωπογενής αλλά αποτέλεσμα της φυσικής εξέλιξης. Συνεχίζουν λοιπόν τη ζωή τους σαν να μη συμβαίνει τίποτα – για παράδειγμα, οδηγώντας μεγάλα, ενεργοβόρα αυτοκίνητα».
Όπως προσθέτει ο σκηνοθέτης, «ένα επιχείρημα που ακούω συχνά είναι ότι οι μεγαλύτεροι ρυπαντές είναι η Κίνα και η Ινδία οπότε “ας αλλάξουν πρώτα εκείνοι το σύστημα και μετά εμείς θα ακολουθήσουμε”». Και το γεγονός ότι οι πόλεμοι που μαίνονται σε διάφορες γωνιές του κόσμου έχουν κυριαρχήσει στη διεθνή ειδησεογραφία σίγουρα δεν βοηθάει στην ανάδειξη των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, παρόλο που αυτές γίνονται όλο και πιο αισθητές. «Όταν αρχίσαμε αυτό το πρότζεκτ, πριν από περίπου έξι χρόνια, η κλιματική αλλαγή ήταν στους τίτλους των ειδήσεων. Αν συνεχίσουν να ξεσπούν νέοι πόλεμοι, ακόμα και αν δεν οδηγηθούμε στον τρίτο παγκόσμιο, θα καταστραφούμε νωρίτερα από όσο φαντάζεται ο καθένας μας. Δεν θα ήθελα να κάνω κάποια ζοφερή πρόβλεψη. Πιστεύω ότι ο κόσμος μας δεν θα τελειώσει αλλά θα αλλάξει. Αυτή η αλλαγή θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Είναι όμως εφικτή, αρκεί να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε και να συνεργαστούμε μεταξύ μας.
«Δεν θα ήθελα να κάνω κάποια ζοφερή πρόβλεψη. Πιστεύω ότι ο κόσμος μας δεν θα τελειώσει αλλά θα αλλάξει. Αυτή η αλλαγή θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Είναι όμως εφικτή, αρκεί να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε και να συνεργαστούμε μεταξύ μας».
»Όπως στο παρελθόν ο Homo sapiens κατάφερε να επιβιώσει, να επιλύσει προβλήματα και να επινοήσει εφευρέσεις, όχι ως μονάδα αλλά χάρη στη συνεργασία, έτσι και σήμερα οι χώρες μπορούν να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Η συνεργασία είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να μας σώσει».

Αλλά και ο κάθε ένας από εμάς –όσο μάταιο και αν αισθανόμαστε ότι είναι, για παράδειγμα, το να καθαρίσουμε την παραλία μπροστά από το σπίτι μας από τα σκουπίδια– μπορεί να κάνει μια ουσιαστική διαφορά, πιστεύει ο Tomáš. Χαρακτηριστικό παράδειγμά του είναι ο ήρωάς του από τη Μογγολία, ο ηλικιωμένος άντρας που φύτεψε ένα δάσος, παρόλο που δεν πρόλαβε να δει τα δέντρα του να μεγαλώνουν και να φουντώνουν. «Ένας νεότερος λέει στην ταινία ότι παρόλο που πιθανότατα δεν θα προλάβουμε να δούμε τα αποτελέσματα των προσπαθειών μας τουλάχιστον μπορούμε να κάνουμε την αρχή, κι αυτό είναι για μένα το σημαντικότερο μήνυμά της».
«Ένας νεότερος λέει στην ταινία ότι παρόλο που πιθανότατα δεν θα προλάβουμε να δούμε τα αποτελέσματα των προσπαθειών μας τουλάχιστον μπορούμε να κάνουμε την αρχή, κι αυτό είναι για μένα το σημαντικότερο μήνυμά της».
Αν υπήρχαν περισσότερες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας, θεωρεί, η κατάσταση στον κόσμο θα ήταν καλύτερη – και σε θέματα κλιματικής αλλαγής. «Νομίζω ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία. Αλλά στις μέρες μας τον κόσμο κυβερνούν ηλικιωμένοι άντρες, απομεινάρια ενός παλαιού κόσμου, οι οποίοι πιστεύουν ακράδαντα στο χρήμα, τους πολέμους και τον ιμπεριαλισμό».

Η διαδικασία γυρίσματος αυτής της ταινίας υπήρξε μαραθώνια. «Κάναμε 12 ταξίδια και συμπληρώσαμε συνολικά 125 μέρες γυρισμάτων. Σε κάθε τοποθεσία ταξιδέψαμε από δύο έως και τέσσερις φορές». Η υπόγεια πόλη της Αυστραλίας πρόσφερε μερικά από τα πιο εντυπωσιακά πλάνα αλλά και κάποιες από τις δυσκολότερες μέρες των γυρισμάτων, «στους 40 και τους 50 βαθμούς, όπου ο εξοπλισμός μας σχεδόν έλιωνε και η έκθεσή μας στον ήλιο μάς άφηνε σωματικά και ψυχικά εξαντλημένους – κάποιες μέρες δεν μπορούσαμε να δουλέψουμε παρά μόνο λίγες ώρες. Το καλοκαίρι εκεί μπορεί να έχει 45 βαθμούς για δύο συνεχόμενες εβδομάδες». Στη Μογγολία, ξαφνιάστηκε από την αχανή ερημιά του τοπίου, που εκτεινόταν για «άπειρα χιλιόμετρα». Ενώ στις ΗΠΑ η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η επιφυλακτικότητα των κατοίκων του Άουτερ Μπανκς απέναντι στις κάμερες, τις οποίες κάποιοι αντιμετώπιζαν σαν όπλα στραμμένα πάνω τους. «Ήταν μια πρόκληση το να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους και να μας αφήσουν να κινηματογραφήσουμε, γιατί δεν θα ήθελαν η ταινία να στείλει, για την τουριστική περιοχή τους, το μήνυμα “εδώ τα σπίτια καταρρέουν, μην έρθετε”».
Αν υπήρχαν περισσότερες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας, θεωρεί, η κατάσταση στον κόσμο θα ήταν καλύτερη – και σε θέματα κλιματικής αλλαγής. «Νομίζω ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία. Αλλά στις μέρες μας τον κόσμο κυβερνούν ηλικιωμένοι άντρες, απομεινάρια ενός παλαιού κόσμου, οι οποίοι πιστεύουν ακράδαντα στο χρήμα, τους πολέμους και τον ιμπεριαλισμό».
Η Γροιλανδία, από την άλλη, μπορεί να μην έχει επωφεληθεί από τις υποδομές που συνδέονται, κατά κάποιον τρόπο, με την κλιματική αλλαγή, αλλά είναι ανάμεσα στις περιοχές που υφίστανται τις δριμύτερες συνέπειές της. «Στη Γροιλανδία δεν έχουν δρόμους. Μετακινούνται παντού με βάρκες. Για να φτάσεις, για παράδειγμα, σε ένα χωριό, πρέπει να κάνεις πεζοπορία πάνω σε βράχους ή να χρησιμοποιήσεις τζιπ. Ήταν λοιπόν κοπιαστική η διαδικασία μεταφοράς των αποσκευών και του εξοπλισμού μας. Επίσης, στη Γροιλανδία υποφέραμε από σμήνη κουνουπιών, που ήταν για εμάς μια έκπληξη. Ίσως αποτελεί μια ακόμα συνέπεια της κλιματικής αλλαγής».
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας «We have to survive»:



