Σύμφωνα με νέα έρευνα του UN Women, η διαδικτυακή κακοποίηση με τη χρήση AI όχι μόνο αυξάνεται, αλλά επηρεάζει άμεσα τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια ζωή. Δημοσιογράφοι, ακτιβίστριες και υπερασπίστριες ανθρωπίνων δικαιωμάτων βρίσκονται όλο και πιο συχνά στο στόχαστρο, με επιθέσεις που περιλαμβάνουν deepfakes και φαινόμενα που οι ερευνητές περιγράφουν ως «εικονικό βιασμό» (virtual rape).
Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του St. George στο Λονδίνο, και το εργαστήριο ψηφιακής ανάλυσης TheNerve, το οποίο έχει ιδρύσει η βραβευμένη με Νόμπελ, δημοσιογράφος, Maria Ressa, καταγράφει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα.
Περισσότερες από 640 γυναίκες από 119 χώρες συμμετείχαν στην έρευνα στα τέλη του 2025. Τα ευρήματα δείχνουν ότι το 27% έχει δεχτεί ανεπιθύμητα σεξουαλικά μηνύματα ή εικόνες , το 12% έχει δει προσωπικό υλικό να διακινείται χωρίς συναίνεση και το 6% έχει υπάρξει θύμα deepfake ή αλλοιωμένου οπτικού περιεχομένου.
Οι επιθέσεις αυτές, όπως επισημαίνεται, δεν είναι τυχαίες. Αντίθετα, συχνά οργανώνονται με στόχο να πλήξουν την αξιοπιστία και τη φήμη των γυναικών, οδηγώντας τες σταδιακά σε «εξαφάνιση» από τον δημόσιο λόγο και τη δημόσια σφαίρα.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη παίζουν τα εργαλεία deepfake, τα οποία επιτρέπουν τη δημιουργία ψεύτικων εικόνων και βίντεο, πολλές φορές σεξουαλικού περιεχομένου, μέσα σε λίγα λεπτά και με ελάχιστο κόστος. Η τεχνολογία αυτή χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως μέσο παρενόχλησης.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές, αφού πάνω από το 40% των γυναικών δηλώνει ότι αυτολογοκρίνεται στα social media για να αποφύγει επιθέσεις, ενώ σχεδόν 1 στις 5 έχει περιορίσει την επαγγελματική της έκφραση.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το ψυχολογικό αποτύπωμα είναι εξίσου σοβαρό. Μία στις τέσσερις γυναίκες αναφέρει άγχος ή κατάθλιψη, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό έχει διαγνωστεί ακόμη και με διαταραχή μετατραυματικού στρες.
Όπως εξηγεί η Julie Posetti, επικεφαλής της έρευνας, «η AI έχει καταστήσει τέτοιου είδους επιθέσεις πιο προσβάσιμες από ποτέ. Το φαινόμενο του “virtual rape” βρίσκεται πλέον κυριολεκτικά στα χέρια των δραστών, επιταχύνοντας τη βλάβη που προκαλείται στις γυναίκες που βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα».
Παράλληλα, η ίδια επισημαίνει ότι αυτή η μορφή βίας λειτουργεί ανασταλτικά για τα δικαιώματα των γυναικών, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου ενισχύονται αυταρχικές τάσεις και διαδικτυακός μισογυνισμός.
Ιδιαίτερα προβληματική αποδεικνύεται και η αντιμετώπιση από τις Αρχές. Αν και ένα ποσοστό των περιστατικών καταγγέλλεται, μόλις ένα μικρό μέρος οδηγείται σε νομικές ενέργειες. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι πολλές γυναίκες δηλώνουν πως, απευθυνόμενες στην αστυνομία, βρέθηκαν αντιμέτωπες με στάσεις που τις έκαναν να αισθανθούν υπεύθυνες για όσα συνέβησαν. «Τι έκανες για να το προκαλέσεις», ρωτούσαν τις περισσότερες αναφέρουν τα στοιχεία.
Η Pauline Renaud, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του St. George και συγγραφέας της έκθεσης, τονίζει την ανάγκη για ουσιαστική εκπαίδευση των αρχών και της δικαιοσύνης σε ζητήματα ψηφιακής βίας, αλλά και για πιο αυστηρή ρύθμιση των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. «Χρειάζεται πιο αποτελεσματική εκπαίδευση και κατάρτιση των στελεχών της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται ουσιαστικά σε υποθέσεις βίας κατά γυναικών και κοριτσιών που υποστηρίζεται από την τεχνολογία».



