Γυναίκες που προσπαθούν να είναι τέλειες σε όλα επειδή έτσι εκπαιδεύτηκαν. Νέες με χαμηλή αυτοεκτίμηση που έχουν πειστεί ότι δεν αξίζουν προσοχή ή αγάπη γι’ αυτό που είναι. Σύντροφοι που αναλώνονται σε αδιέξοδες σχέσεις με «σκληρά αρσενικά» επειδή έχουν μάθει στην απόρριψη από τα παιδικά τους χρόνια.
Ποιο είναι το κοινό τους χαρακτηριστικό; Μεγάλωσαν με νάρκισσους γονείς, προσωπικότητες με διογκωμένο «εγώ» που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την επιβολή και την ισχύ μέσα στην οικογένεια παρά για τα συναισθήματα των παιδιών τους. Λειτουργώντας, όμως, έτσι έχουν επηρεάσει κάθε βήμα της μελλοντικής ενήλικης ζωής των μικρών τους, τις επιλογές, ακόμα και την υγεία τους.
Η συμβουλευτική ψυχολόγος δρ. Σάρα Ντέιβις, θύμα και η ίδια ναρκισσιστών γονέων, έγραψε το βιβλίο Μεγαλωμένοι από νάρκισσους γονείς (εκδόσεις Key Books) και μας μίλησε για το βίωμά της.
«Πολλοί ενήλικες σήμερα κουβαλούν μέσα τους τον αντίλαλο μιας παιδικής ηλικίας όπου οι γονείς δεν λειτούργησαν ως σταθεροί φροντιστές, αλλά ως απαιτητικά, χειριστικά, συναισθηματικά απορροφημένα “εγώ”. Ο πατέρας και η μητέρα δεν ήταν λιμάνι ασφάλειας, αλλά πηγή σύγχυσης, ενοχής ή φόβου. Το αποτέλεσμα είναι παιδιά που στην ενήλικη ζωή τους γίνονται και πάλι θύματα στο ίδιο μοντέλο σχέσεων. Ένας ναρκισσιστής γονέας μπορεί να έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση και τις μελλοντικές σχέσεις του παιδιού. Έχω κι εγώ εμπειρία από πρώτο χέρι για το τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε περιβάλλον ναρκισσισμού, αν και δεν την αποτυπώνω στο βιβλίο. Κυρίως γράφω για τη βαθιά κατανόηση των δυνάμεων μέσα σε μια ναρκισσιστική οικογένεια, όπως την έχω ζήσει δουλεύοντας για πολλά χρόνια με πελάτες και κάνοντας επιστημονική έρευνα στο θέμα. Η μελέτη μου βασίζεται στην επαγγελματική μου πείρα και στις συλλογικές μαρτυρίες όσων έχουν βιώσει παρόμοια θεραπευτικά ταξίδια».
Πώς θα αναγνωρίσουμε τον νάρκισσο;
Αν μοιάζει στον Τραμπ είναι εύκολο. Ωστόσο μπορεί να έχει πιο δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά. Τα βασικά είναι η συναισθηματική απόσταση, ο εγωκεντρισμός, η εκμετάλλευση του μικρού του για να ικανοποιεί τις δικές του επιθυμίες αντί να ανταποκρίνεται ο ίδιος στις ανάγκες του παιδιού. «Παιδιά που μεγαλώνουν έτσι μπορεί να αναπτύξουν μια βαθιά αρνητική πεποίθηση ότι είναι ανεπαρκή. Οποιουδήποτε είδους σχέση με έναν ναρκισσιστή θα σε οδηγήσει να αισθάνεσαι πως ό,τι και να κάνεις δεν θα είναι ποτέ αρκετά καλό, γιατί ποτέ δεν είναι για έναν ναρκισσιστή».
Στόχος του νάρκισσου είναι η συναισθηματική χειραγώγηση των άλλων. «Οι προβληματικοί γονείς τείνουν να προκαλούν φόβο και ενοχές στα παιδιά τους. Αυτό μπορεί να γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα. Αν έχετε ανατραφεί από έναν ναρκισσιστή θα σας είναι οικείο να ζείτε μέσα στον φόβο και στις ενοχές, είτε είναι φόβος Θεού, είτε ανθρώπων, τόπων ή καταστάσεων».
Ένας ναρκισσιστής γονέας μπορεί να έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση και τις μελλοντικές σχέσεις του παιδιού.
Η υπό όρους «αγάπη» είναι ένας χαρακτηριστικός τρόπος με τον οποίο χειραγωγεί τα μέλη της οικογένειας ώστε να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που θέλει ο ίδιος. Ελέγχει τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα και καθιστά τα παιδιά απρόθυμα να μοιραστούν πώς πραγματικά νιώθουν, μια ανικανότητα που θα τα συνοδεύει και στην ενήλικη ζωή. Ένας τοξικός γονέας θα προσφέρει στοργή μόνο όταν το παιδί «αποδίδει σωστά» ή «επιτυγχάνει». Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνονται και οι ρόλοι των μικρών μέσα στην οικογένεια: το «χρυσό» παιδί είναι αυτό που μαθαίνει να επιβεβαιώνει το ναρκισσιστικό «εγώ» του γονέα, το «χαμένο» παιδί είναι εκείνο που αποσύρεται για να μην προκαλεί, ενώ ο «αποδιοπομπαίος τράγος» είναι αυτός που σηκώνει άδικα το βάρος της κριτικής και της ενοχής. Αυτοί οι ρόλοι δεν είναι πάντα ξεκάθαροι, πολλές φορές μάλιστα εναλλάσσονται ανάμεσα στα πρόσωπα ανάλογα με τις ανάγκες του γονέα. Ακόμη και το μοναχοπαίδι, όταν δεν υπάρχουν αδέλφια, καλείται να αναλάβει πολλαπλούς, αντικρουόμενους ρόλους μέσα σε ένα σύστημα όπου η συναισθηματική του ασφάλεια είναι πάντα αβέβαιη.
Σας θυμίζει κάτι; Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε σε τέτοιο περιβάλλον θεωρώντας το φυσιολογικό. Όμως δεν είναι. Τα παιδιά που ανατρέφονται σε ναρκισσιστικά συστήματα ενηλικιώνονται κουβαλώντας αρνητικά αισθήματα όπως ανασφάλειας, ντροπής και ανεπάρκειας. Καθώς έχουν μάθει να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις ανάγκες του γονέα, δεν ξέρουν ποιος πραγματικά είναι ο εαυτός τους και πώς να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις. Άλλη μια λάθος επιλογή συντρόφου, άλλη μια λάθος αντιμετώπιση ενός σωστού συντρόφου, άλλη μια κακοποιητική σχέση, άλλο ένα διαζύγιο. Δεν είναι μια εγγενής αδυναμία να χτίσουμε ένα στέρεο οικοδόμημα, αλλά η απόρροια του χρόνιου συναισθηματικού τραύματος. Μέσα από τη συνεχή κριτική, την απόρριψη ή την υπερβολική εξιδανίκευση που έχει υποστεί ένα παιδί, καταλήγει να χάνει την εσωτερική του αίσθηση αξίας και να υιοθετεί ασυνείδητα ρόλους που θα αναπαράγουν το προβληματικό περιβάλλον στο οποίο εκπαιδεύτηκε. Το τραύμα που συνέβη κατά την παιδική ηλικία φέρνει ένα σύνθετο μετατραυματικό στρες στην ενήλικη ζωή. Οι δεσμοί που αναπτύσσονται ανάμεσα στο παιδί και τον κακοποιητικό γονέα είναι δεσμοί τραύματος, σχέσεις που βασίζονται στον φόβο, στη σύγχυση και στην ανάγκη για αποδοχή.

Η μητέρα που ποτέ δεν είχες
Στην πορεία της προς τη συνειδητοποίηση μια θεραπευόμενη ανακάλυψε ότι η παλαιών αρχών, θρησκόληπτη μητέρα της που την ξυπνούσε την Κυριακή το πρωί για να πάνε στην εκκλησία και της επέβαλε νηστεία Τετάρτη και Παρασκευή δεν το έκανε από αγάπη. Δεν υπάρχει ίχνος αγάπης σε τέτοιες πρακτικές. Ίσως υπάρχει πίστη όταν τις επιλέγει κανείς για τον εαυτό του, όταν όμως αναγκάζει τα παιδιά του είναι επειδή θέλει να μεγαλώνουν με τους δικούς του κανόνες. Θα μπορούσαν αυτοί οι κανόνες να υπαγορεύονται από οποιαδήποτε θρησκεία ή ιδεολογία, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Για πολλά χρόνια η γυναίκα πίστευε ότι ήταν «για το καλό της» και ότι εκείνη ήταν το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας που δεν συμμορφώθηκε με τα πρότυπα της χριστιανικής ηθικής. Ήταν μια βολική εξήγηση, αλλά όταν τα τραύματα από τη συναισθηματική κακοποίηση βγήκαν στην επιφάνεια με τη μορφή ψυχοσωματικών ασθενειών, αναγκάστηκε να δει την αλήθεια.
«Πολλοί άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει με ναρκισσιστές γονείς δυσκολεύονται να παραδεχτούν τη συναισθηματική κακοποίηση που βίωσαν γιατί έχουν μάθει να την εξωραΐζουν ή να την ενοχοποιούν μέσα τους», λέει η Ντέιβις. Η συνειδητοποίηση ισοδυναμεί με πένθος. Πρόκειται για ένα βαθύ, πολυεπίπεδο πένθος. Όχι επειδή έχασες κάποιον, αλλά για τη μαμά που ποτέ δεν είχες. Θρηνείς το παιδί που δεν πήρε αγάπη, κατανόηση ή προστασία. Περνάς από τα απαραίτητα στάδια άρνησης, θυμού, θλίψης και τελικά αποδοχής, συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν, αλλά μπορείς να επουλώσεις τις πληγές σου. Είναι μια διαδικασία ωρίμανσης και συμφιλίωσης με τα γεγονότα. Εκπαιδεύεις από την αρχή τον εαυτό σου στην αλήθεια, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει κατάματα το τραύμα του. Και τελικά γίνεσαι εσύ ο γονέας του εαυτού σου.
Η συνειδητοποίηση ισοδυναμεί με πένθος. Πρόκειται για ένα βαθύ, πολυεπίπεδο πένθος. Όχι επειδή έχασες κάποιον, αλλά για τη μαμά που ποτέ δεν είχες. Θρηνείς το παιδί που δεν πήρε αγάπη, κατανόηση ή προστασία.
Η «αυτογονεϊκότητα» είναι μια φρέσκια ιδέα στη σύγχρονη Ψυχολογία. Βάζοντας τέλος στην αναζήτηση μιας μανούλας ή ενός πατερούλη μέσα στις σχέσεις και τους συντρόφους, οι θεραπευόμενοι αποφασίζουν να προσφέρουν στον εαυτό τους την κατανόηση, τη φροντίδα και την αγάπη που κάποτε στερήθηκαν. Δεν περιμένουν πια τον «σωτήρα» που θα τους πάρει από το χέρι γιατί, απλούστατα, δεν υπάρχει σωτήρας. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι με προβλήματα. Μέσα από την αγάπη προς τον εαυτό, την αποδοχή, το σεβασμό και την εκτίμηση αποκτούν ξανά την ικανότητα να ζουν με αυτονομία. Η ανάκαμψη, όπως τη βλέπει η Ντέιβις, δεν είναι το τέλος του δρόμου. Είναι μια συνεχής επιλογή ζωής, μια απόφαση να προχωράς απελευθερωμένος από τη σκιά του ναρκισσισμού.
Γινόμαστε γονείς όχι μόνο για τον εαυτό μας. Γινόμαστε γονείς και για τα παιδιά μας. Αν όμως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει το ναρκισσιστικό σύστημα στο οποίο μεγαλώσαμε, είναι βέβαιο ότι θα το αναπαράγουμε. Όσα στερηθήκαμε ως παιδιά θα τα στερήσουμε και από τα παιδιά μας. «Κι εμάς μας έβαζε τιμωρία ο πατέρας μου και τι πάθαμε; Τίποτα. Ισα-ίσα, γίναμε καλύτεροι άνθρωποι», είναι το επιχείρημα αυτών που επαναλαμβάνουν τις κακοποιητικές συμπεριφορές. Η Ντέιβις μιλάει για «κληρονομικό ναρκισσισμό» και εκπαιδεύει τους θεραπευόμενους ώστε να δημιουργήσουν ένα καινούριο, δικό τους σύστημα.
Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς, υπάρχουν όμως οι συναισθηματικά παρόντες.
Αυτοί που μπορούν να αναγνωρίζουν τα λάθη τους, να ζητούν συγγνώμη, να επιτρέπουν στο παιδί να έχει τη δική του φωνή και να ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Το αντίθετο του ναρκισσιστή είναι ο συναισθηματικά διαθέσιμος άνθρωπος.
Αν όμως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει το ναρκισσιστικό σύστημα στο οποίο μεγαλώσαμε, είναι βέβαιο ότι θα το αναπαράγουμε. Όσα στερηθήκαμε ως παιδιά θα τα στερήσουμε και από τα παιδιά μας.
Αυτή η μορφή γονεϊκότητας είναι πράξη αγάπης και ταυτόχρονα πράξη επανόρθωσης απέναντι στο παρελθόν. Αλλωστε οι λογαριασμοί με τα περασμένα έκλεισαν. Η προσοχή πλέον μετατοπίζεται από το τραύμα στη δημιουργικότητα, από το «γιατί συνέβη» στο «τι μπορώ να κάνω τώρα με αυτό που έμαθα».



