Aπό τoν Λευτέρη Τρίγκα
Στις αρχές των 2000s, η Κέιτ Μος είχε ήδη διαμορφώσει μια ολόκληρη εποχή αισθητικά. Η εικόνα της ήταν παντού, επαναλαμβανόμενη, αναγνωρίσιμη. Από την άλλη πλευρά, ο Λούσιαν Φρόιντ ακολουθούσε μια εντελώς διαφορετική διαδρομή. Ζωγράφιζε ανθρώπους που μπορούσε να παρατηρήσει σε βάθος, συχνά μέσα από σχέσεις που είχαν ήδη δοκιμαστεί στο χρόνο.
Η πρωτοβουλία ανήκε στη Μος. Μέσα από κοινούς γνωστούς προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί του. Όταν ρωτήθηκε σε συνέντευξη με ποιον θα ήθελε να συνεργαστεί και δεν το είχε ακόμη καταφέρει, ανέφερε το όνομά του. Από εκεί και πέρα τα πράγματα κύλησαν σχεδόν αθόρυβα και κατέληξαν σε έναν καμβά.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: γιατί εκείνος δέχτηκε; Ο Φρόιντ δεν συνήθιζε να ανταποκρίνεται σε αιτήματα. Πολλοί είχαν προσπαθήσει να τον προσεγγίσουν. Ελάχιστοι τα κατάφεραν. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να επιλέξει τη Μος; Ισως η αβίαστη παρουσία της, αυτός ο συνδυασμός απλότητας και έντασης. Ίσως η φήμη της, όχι ως εικόνα, αλλά ως χαρακτήρας. Ισως απλώς η περιέργεια. Ο Φρόιντ είχε τη φήμη ανθρώπου που τον ενδιέφεραν οι αντιφατικές προσωπικότητες. Ίσως κάτι τέτοιο να συνέβη σε αυτή την περίπτωση. Ισως, απλώς, να ήταν μια συνάντηση που δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Ισως γιατί η πρόκληση ήταν ακριβώς εκεί: πώς αποδομείς μια εικόνα που έχει ήδη χτιστεί τόσο επιμελώς; Η ταινία «Μος και Φρόιντ» που θα κυκλοφορήσει προσεχώς, σε σκηνοθεσία του Τζέιμς Λούκας, επιστρέφει σε εκείνη τη συνάντηση. Με την Έλι Μπάμπερ στον ρόλο της Μος και τον Ντέρεκ Τζάκομπι ως Φρόιντ, επιχειρεί να αφηγηθεί μια σχέση που δεν βασίστηκε σε εντυπωσιακές στιγμές, αλλά σε διάρκεια. Σε χρόνο που πέρασε αργά και σε μια διαδικασία που δεν είχε καμία σχέση με τον γρήγορο ρυθμό της μόδας.

Οι μήνες στο στούντιο: Mια δοκιμασία αντοχής
Οι συνεδρίες ξεκίνησαν το 2002 και διήρκεσαν περίπου εννέα μήνες. Η Μος ήταν ήδη έγκυος (πατέρας ο εκδότης του «Dazed & Confused», Τζέφερσον Χακ), κάτι που ο Φρόιντ επέλεξε να ενσωματώσει στο έργο του. Δεν τον ενδιέφερε να «παγώσει» μια εικόνα, αλλά να αποτυπώσει μια μεταβατική στιγμή. Λίγο πριν ξεκινήσει να ζωγραφίζει την Κέιτ Μος, ο Λούσιαν Φρόιντ είχε ζητήσει από το μοντέλο Τζέρι Χολ να ποζάρει για εκείνον. Το έργο «Eight Months Gone» (2007), που τη δείχνει επίσης έγκυο, πουλήθηκε το 2010 στον οίκο Sotheby’s για 601.250 λίρες, επιβεβαιώνοντας το διαρκές ενδιαφέρον του Φρόιντ για το σώμα σε κατάσταση αλλαγής.
Το πρόγραμμα ήταν αυστηρό: τρεις φορές την εβδομάδα, από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 2 τα ξημερώματα. Επτά ώρες κάθε φορά, μέσα σε ένα στούντιο όπου η σιωπή είχε σχεδόν τον ίδιο ρόλο με το φως. Για τη Μος, που είχε συνηθίσει να δουλεύει με ταχύτητα, αυτή η διαδικασία ήταν κάτι εντελώς ξένο. Ο Φρόιντ τη βλέπει και του θυμίζει την πρώην σύζυγό του, τη συγγραφέα Καρολάιν Μπλάκγουντ. Εκείνη, από την πλευρά της, νιώθει ότι για πρώτη φορά κάποιος την κοιτά χωρίς το φίλτρο της εικόνας. «Με βλέπει» είναι η φράση που επαναλαμβάνει.
Ανάμεσα στις συνεδρίες, η σχέση τους ξεφεύγει από το στούντιο. Τρώνε μαζί, σε ήσυχα εστιατόρια, και σε μια σκηνή, ο Φρόιντ αντιδρά έντονα όταν κάποιος προσπαθεί να τους φωτογραφίσει κρυφά πετώντας του ψωμί από το τραπέζι. Το ερώτημα που προέκυψε σχεδόν αμέσως ήταν αναμενόμενο: υπήρξε κάτι ερωτικό μεταξύ τους; Και οι δύο είχαν τη φήμη ανθρώπων που δεν ακολουθούσαν κανόνες, ιδιαίτερα ο Φρόιντ, με μια περίπλοκη προσωπική ζωή και τουλάχιστον 14 αναγνωρισμένα παιδιά.

Η απάντηση, σύμφωνα με την ταινία αλλά και με όσα έχει αφήσει να εννοηθούν η ίδια η Μος, είναι μάλλον ξεκάθαρη: όχι. Η σχέση τους δεν υπήρξε ερωτική, αλλά κάτι πιο δύσκολο να οριστεί, μια έντονη, σχεδόν απαιτητική μορφή εγγύτητας που χτίστηκε μέσα από τον χρόνο και τη διαδικασία της δουλειάς. «Δεν μπορούσες να πεις όχι στον Λούσιαν. Ηταν πολύ πειστικός», έχει πει. Και αλλού: «Μου έμαθε πειθαρχία, κάτι που δεν είχα μάθει σωστά. Αν αργούσα δύο δευτερόλεπτα, θύμωνε. Μια φορά άργησα τρία λεπτά και έγινε έξαλλος».
Η αυστηρότητα αυτή δεν ήταν απλώς ιδιοσυγκρασία, ούτε ένα καλλιτεχνικό καπρίτσιο. Ηταν μέρος της μεθόδου του. Ο Φρόιντ αντιμετώπιζε τη ζωγραφική σχεδόν χειρουργικά. Παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια, κάθε μικρή μετατόπιση του σώματος. Και απαιτούσε από το μοντέλο του να είναι εξίσου παρόν.
Η σχέση τους εξελίχθηκε μέσα από αυτή τη ρουτίνα. Δεν ήταν πάντα εύκολη. Υπήρχε ένταση, υπήρχαν στιγμές δυσφορίας, αλλά υπήρχε εμπιστοσύνη. «Το να είσαι μαζί του ήταν σαν να βάζεις το δάχτυλο σε πρίζα», είχε πει η Μος, περιγράφοντας την ενέργεια που υπήρχε στις συνεδρίες.
Σε μία από αυτές, ο Φρόιντ τής έκανε και ένα τατουάζ: δύο μικρά πουλιά χαμηλά στην πλάτη. «Είναι ένα αυθεντικό έργο Φρόιντ», σχολίασε αργότερα με χιούμορ. «Αναρωτιέμαι πόσο θα άξιζε». Το τατουάζ έμεινε ως μια μικρή, μόνιμη υπενθύμιση εκείνης της περιόδου.

Ενα πορτρέτο που δεν χαρίζεται
Το «Naked Portrait» (2002) δεν έχει τίποτα από τη γνωστή εικόνα της Μος. Δεν υπάρχει styling, δεν υπάρχει σκηνοθεσία, δεν υπάρχει καμία προσπάθεια ωραιοποίησης. Το σώμα αποδίδεται με όγκο, με βάρος, με μια παρουσία που δεν ζητά έγκριση.
Ο Φρόιντ δεν ζωγράφισε το μοντέλο. Ζωγράφισε έναν άνθρωπο σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Το βλέμμα του δεν αποφεύγει τίποτα. Αντίθετα, επιμένει σε λεπτομέρειες που συνήθως κρύβονται.
Το έργο πουλήθηκε το 2005 από τον οίκο Christie’s για 3,9 εκατ. λίρες, σημειώνοντας τότε τιμή ρεκόρ για τα έργα του ζωγράφου. Το περιέγραψαν ως μια «ένωση αντιθέτων»: η αργή, απαιτητική διαδικασία της ζωγραφικής απέναντι στη γρήγορη κατανάλωση εικόνων της μόδας.
Η ταινία «Μος & Φρόιντ» έρχεται να φωτίσει αυτή τη σχέση για ένα νέο κοινό, αλλά και να υπενθυμίσει ότι αυτό που υπήρξε μεταξύ τους δεν βασίστηκε στην εικόνα, αλλά στην απογύμνωσή της. Οι κριτικοί λένε πως ίσως να απλοποιεί κάποιες πλευρές, ίσως να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη δική της οπτική. Η σχέση τους δεν σταμάτησε με το τέλος του πορτρέτου. Όταν ο Φρόιντ πέθανε το 2011, η Μος είχε ήδη μιλήσει αρκετές φορές για την επιρροή που είχε πάνω της. «Εχω γνωρίσει πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, αλλά ο Λούσιαν Φρόιντ είναι αυτός που ξεχωρίζει γιατί πέρασα τόσο χρόνο μαζί του», έχει πει.
Η φιλία τους, όσο απρόσμενη κι αν ήταν, παραμένει ένα παράδειγμα του πώς δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι μπορούν να συναντηθούν χωρίς να εξηγηθούν πλήρως.



