Από τη Λίνα Ρόκου
Με την Ταμίλλα Κουλίεβα βρισκόμαστε σε ένα συμπαθητικό, ήσυχο café του Καρέα, της γειτονιάς της δηλαδή. Με πλησιάζει χαμογελαστή, καθόμαστε, παραγγέλνουμε και μου λέει ότι βλέπει αυτή τη συνέντευξη ως αφορμή για ένα ανακουφιστικό διάλειμμα από το τρέξιμο της απαιτητικής καθημερινότητας. Σχολιάζουμε και οι δύο ότι οι ρυθμοί της ζωής είναι καταιγιστικοί πια και πως οι εναλλαγές ανάμεσα στις διαφορετικές υποχρεώσεις της ημέρας δεν αφήνουν περιθώριο ούτε για μια στιγμή ανάπαυλας. Μου λέει «πάτησε το κουμπί να μαγνητοφωνήσεις, πρέπει να τα λέμε αυτά, μας αφορούν όλους» και κάπως έτσι αρχίζει η συζήτησή μας.
Νιώθεις ότι οι 24 ώρες μιας ημέρας δεν φτάνουν;
Νιώθω ότι δεν υπάρχει χρόνος προετοιμασίας για την οποιαδήποτε πράξη. Είναι όλα γρήγορα και «εύκολα». Αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι τείνουμε να βλέπουμε τα πράγματα επιδερμικά, δεν εμβαθύνει κανείς κι έτσι βυθιζόμαστε στην ευκολία. Ανήκω σε μια γενιά που πρόλαβε και τον αναλογικό κόσμο κι αυτό μας δίνει άλλες αναφορές. Αλλα πράγματα είδαμε, ακούσαμε, διαβάσαμε, κι αυτό είναι λογικό. Οι νεότερες γενιές έχουν μεγαλώσει αλλιώς και οι αναφορές τους είναι διαφορετικές. Συνεχώς προσπαθώ να είμαι σε επαφή μαζί τους και να καταλαβαίνω τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, τη δική τους νοοτροπία, τη δική τους γλώσσα.
Ανέκαθεν υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσα στις γενιές, αλλά ίσως τώρα λόγω της ταχύτητας με την οποία αλλάζουν τα πράγματα φαντάζει πιο μεγάλο;
Ακριβώς! Νιώθω ότι δεν προφταίνω να παρακολουθήσω τις εξελίξεις, αλλά τουλάχιστον προσπαθώ. Η ζωή φεύγει, το τρένο φεύγει κι εγώ δεν θέλω να τρέχω από πίσω του, θέλω να είμαι μέσα στο βαγόνι.
Κινείσαι όμως μέσα στα πράγματα, είσαι 100% ενεργή, και μάλιστα σε πολλούς διαφορετικούς τομείς της τέχνης σου.
Ναι, γιατί την αγαπάω πολύ τη δουλειά μου, βρίσκω χαρά σε αυτήν. Επιπλέον, συνειδητά επιδιώκω να συμβαδίζω με την εποχή και τους ρυθμούς της, φέροντας πάντα τις δικές μου αναφορές και την προσωπική εμπειρία μου.
Πώς επέλεξες όμως να κάνεις αυτή τη δουλειά;
Μου άρεσε να διαβάζω θέατρο από μικρή. Ξεκίνησα με τη σύγχρονη δραματουργία και σιγά-σιγά προχώρησα. Στην εφηβεία μου διάβασα τους «Παίκτες» του Γκόγκολ κι αυτό το έργο υπήρξε η αιτία που πήρα στα 18 μου χρόνια την απόφαση να σπουδάσω σκηνοθεσία.
Είναι ενδιαφέρον ότι σε εκείνη την ηλικία προσανατολίστηκες στη σκηνοθεσία, καθώς φαντάζομαι ότι το να σε τραβάει η «ενορχήστρωση» μιας παράστασης -και όχι τόσο το να είσαι πρωταγωνίστρια στη σκηνή- δείχνει μια άλλη ωριμότητα για τα πράγματα.
Σωστή παρατήρηση. Εγώ αποφάσισα να σπουδάσω σκηνοθεσία ενώ δεν διέθετα καμία εμπειρία ζωής. Το ότι με δέχτηκαν στη σχολή ήταν ανέλπιστο, γιατί στις σπουδές σκηνοθεσίας θεωρούσαν ότι ακριβώς αυτή η εμπειρία είναι απαραίτητη και έτσι ελάχιστοι ήταν οι σπουδαστές κάτω των τριάντα. Ήμουν τυχερή γιατί είχα εξαιρετικούς καθηγητές. Μετά όμως όλοι μού έλεγαν ότι είναι καλύτερο να είσαι μπροστά παρά στα παρασκήνια κι έτσι έδωσα εξετάσεις για να σπουδάσω ηθοποιός στην παλαιότερη, παγκοσμίως, σχολή κινηματογράφου. Ετσι βρέθηκα στο Gerasimov Institute of Cinematography, απ’ όπου έχουν περάσει όλοι οι σπουδαίοι Ρώσοι κινηματογραφιστές και ακόμη αποφοιτούν άνθρωποι που κάνουν τη χώρα περήφανη.
Αρα απέκτησες πολύ ισχυρές ρίζες στην αφετηρία της διαδρομής σου και μπήκε πολύ ψηλά ο πήχης από την αρχή. Πώς το διαχειρίστηκες όλο αυτό στη μετέπειτα επαγγελματική πορεία σου;
Έχω μάθει να αξιοποιώ αλλιώς τις ρίζες μου και να προσαρμόζομαι ανάλογα με το τι προκύπτει, γιατί εδώ ζω, χωρίς όμως να χάνω τα προσωπικά μου κριτήρια και τη βάση μου. Έτσι πηγαίνω παραπέρα. Έχω διδάξει 20 χρόνια θέατρο στην Ελλάδα και ήμουν και σε επιτροπή εισαγωγικών εξετάσεων, οπότε έχοντας μια σφαιρική εικόνα μπορώ να πω ότι διαπίστωσα πως η θεατρική παιδεία πάσχει. Δεν μπορεί στη χώρα που γέννησε το θέατρο να υπάρχουν δραματικές σχολές που δεν εντάσσουν στο πρόγραμμά τους την αρχαία τραγωδία και εγώ να την έχω διδαχθεί στη Μόσχα. Είναι λυπηρό. Όπως είπαμε και στην αρχή, η ταχύτητα που βιώνουμε στο επάγγελμά μας μάς αφαιρεί την ικανότητα να εμβαθύνουμε. Δυστυχώς βλέπω συχνά μια απλοϊκή και επιδερμική προσέγγιση. Όμως ας μην είμαστε απαισιόδοξοι. Βλέπω παράλληλα ότι γίνονται σωστά βήματα και έχει αναδειχθεί το θέατρο σκηνοθετών που εξελίσσουν τα πράγματα.
Στο «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» του Εντουάρντο ντε Φιλίπο, που θα παρουσιάσετε ανά την Ελλάδα το καλοκαίρι, σκηνοθετείς και παίζεις, ενώ έχεις κάνει και τη μετάφραση.
Έχω να σου πω μια ιστορία γι’ αυτό το έργο. Το ανακάλυψα όταν ήμουν φοιτήτρια. Θυμάμαι ότι είχα πάρει το βιβλίο από μια θεατρική βιβλιοθήκη στο κέντρο της Μόσχας και ανυπομονούσα τόσο να το διαβάσω που ξεκίνησα την ανάγνωσή του μέσα στο μετρό. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι με κοιτάζει όλο το βαγόνι, επειδή γελούσα δυνατά. Οπότε αυτό το έργο με ακολουθούσε από τότε και είναι σαν να περίμενε την κατάλληλη στιγμή.

Τι ξεχωρίζεις στο συγκεκριμένο έργο;
Πρόκειται για μια τρυφερή κωμωδία καταστάσεων που συνδυάζει διαφορετικές παραδόσεις από το ελληνικό και το ιταλικό θέατρο, δηλαδή το μπουλούκι με την κομέντια ντελ άρτε. Το μπουλούκι με κάποιον τρόπο ακόμη συνεχίζεται στην Ελλάδα με τους θιάσους που κάθε καλοκαίρι πάνε σε περιοδεία και παίζουν σε ανοιχτά θέατρα, είτε σύγχρονα είτε αρχαία, σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον ότι εμείς ως ένας θίασος σε περιοδεία παρουσιάζουμε ένα έργο για ένα μπουλούκι. Ζητούμενό μου είναι να υπάρχει στην παράσταση μια τρυφερή και αγαπησιάρικη αναφορά σε αυτούς τους ανθρώπους που υπηρέτησαν στην εποχή τους το μπουλούκι. Αυτοί οι ηθοποιοί είχαν εξαιρετική τεχνική, ήταν βιρτουόζοι και μπορούσαν να αντεπεξέλθουν σε πολλά πράγματα. Αυτοί οι άνθρωποι άφησαν έργο γιατί τότε δεν υπήρχαν άλλοι τρόποι ψυχαγωγίας για τον κόσμο· το κοινό μορφωνόταν χάρη σε αυτήν τη μοναδική πηγή πολιτισμού. Αισθάνομαι πολύ τυχερή που βρέθηκα στην Ελλάδα γιατί είναι μια θεατρική χώρα και οι Ελληνες είναι θεατρόφιλοι.
Δεν μπορεί στη χώρα που γέννησε το θέατρο να υπάρχουν δραματικές σχολές που δεν εντάσσουν στο πρόγραμμά τους την αρχαία τραγωδία και εγώ να την έχω διδαχθεί στη Μόσχα. Είναι λυπηρό.
Πέρα από το θέατρο, έχεις κάνει και πολλές τηλεοπτικές σειρές. Ειδικά για ένα κοινό, εκτός Αθήνας, ή για μεγαλύτερους σε ηλικία θεατές η τηλεόραση είναι ο κυριότερος τρόπος ψυχαγωγίας και ο μόνος τρόπος να δουν τους αγαπημένους τους ηθοποιούς, σωστά;
Μα ναι! Παλιότερα οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από ένα τζάκι, τώρα μαζεύονται γύρω από μια τηλεόραση. Ξέρω ότι είναι συντροφιά για πολύ κόσμο και έτσι νιώθω τεράστια ευθύνη. Δεν το λέω για να πω κάτι πομπώδες, αλλά επειδή έτσι έχουν τα πράγματα. Το τηλεοπτικό κοινό που δεν ζει στην Αθήνα και δεν έχει τη δυνατότητα να μας δει σε μια παράσταση οφείλουμε όχι μόνο να το ψυχαγωγήσουμε, αλλά να του πούμε και κάτι, όσο μας επιτρέπει ο ρόλος μας, το κείμενο, η σειρά. Έχω κάνει συνειδητά πολλή τηλεόραση γιατί θεωρώ ότι οι αφοσιωμένοι θεατρικοί ηθοποιοί βοηθούν έτσι να ανέβει και το επίπεδο του μέσου. Παρότι έχω παίξει πολύ στην τηλεόραση, δεν με χαρακτήρισαν ποτέ «τηλεοπτική» ηθοποιό και ένιωθα πάντα ότι με σεβόντουσαν. Ίσως με έβλεπαν ως μια συνάντηση της θεατρικής παιδείας με το σταρ σύστεμ, για να το πούμε έτσι χαριτολογώντας. Θεωρώ όμως ότι εξαιτίας της τεχνολογίας η τηλεόραση και το σινεμά θα πεθάνουν για τους ηθοποιούς, γιατί πολύ απλά θα μας αντικαταστήσουν. Το θέατρο όμως δεν θα πεθάνει, στο θέατρο δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τον ζωντανό ηθοποιό με κάτι άλλο.
Εσύ όμως σπούδασες κινηματογράφο…
Ναι, και στη σχολή είχα δάσκαλο, μεταξύ άλλων, έναν κορυφαίο Ρώσο ηθοποιό, τον Αλεξέι Μπατάλοφ, που είχε πρωταγωνιστήσει στο οσκαρικό «Η Μόσχα δεν πιστεύει στα δάκρυα» και στο αριστουργηματικό «Οταν πετούν οι γερανοί». Οταν ο Μπατάλοφ επισκέφτηκε την Αθήνα έπαιζα στο θέατρο Πορεία το έργο «Το κτήνος στο φεγγάρι» και τον κάλεσα να δει την παράσταση. Δεν ήξερε τη γλώσσα, αλλά τα κατάλαβε όλα και το πρώτο «μπράβο» που ακούστηκε από το κοινό ήταν το δικό του. Ήταν πολύ συγκινητικό αυτό το «μπράβο» από τον δάσκαλο προς τη μαθήτριά του. Είναι το μεγαλύτερο παράσημο της ζωής μου, μαζί με λόγια που μου είπε μετά.
Θεωρώ όμως ότι εξαιτίας της τεχνολογίας η τηλεόραση και το σινεμά θα πεθάνουν για τους ηθοποιούς, γιατί πολύ απλά θα μας αντικαταστήσουν. Το θέατρο όμως δεν θα πεθάνει, στο θέατρο δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τον ζωντανό ηθοποιό με κάτι άλλο.
Τι είπε;
Πως δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μια ηθοποιός που έχει σπουδάσει κυρίως κινηματογράφο μπορεί να σταθεί έτσι πάνω στη σκηνή και να έχει μια τέτοια σύνδεση με το κοινό και μάλιστα σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική της. Το ξέρω ότι ακούγεται σαν να περηφανεύομαι, αλλά για μένα είναι μια τρομερά σημαντική στιγμή στη ζωή μου, γιατί φαντάσου ότι είχα τελειώσει με άριστα τη σχολή και ένα «μπράβο» δεν είχα ακούσει. Η εκπαίδευση σε εμάς ήταν πολύ σκληρή. Όμως γι’ αυτό έχουμε τόσους καλούς Ρώσους ηθοποιούς, χορευτές μπαλέτου και αθλητές. Υπάρχει μια διαφορά νοοτροπίας μεταξύ Ρώσων και Ελλήνων. Εδώ ένα παιδί δεν μπορεί να πιεστεί τόσο πολύ, είναι άλλο το κλίμα.
Οταν μεγάλωνε ο γιος σου είχες στο νου σου να έρθει σε επαφή με τη ρωσική κουλτούρα και κληρονομιά του;
Ίσως όχι τόσο όσο θα ήθελα. Ξέρεις, ήρθα κι εγώ μικρή και παρασύρθηκα από την ανάγκη να ενταχθώ, να προσαρμοστώ, να μάθω όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και το πώς λειτουργεί η ελληνική κοινωνία. Άρχισα σχετικά γρήγορα να εργάζομαι, να διδάσκω και να μπαίνω στη διαδικασία της ζωής στην Ελλάδα, οπότε και η προσοχή μου ήταν στραμμένη εδώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Στέφανος δεν έχει μια τριβή με τη ρωσική κουλτούρα. Άλλωστε για να είναι σήμερα ο Στέφανος αυτό που είναι υπήρξε πολλή συζήτηση και πολλά ταξίδια και στη Ρωσία και σε άλλους προορισμούς.
Αγαπάς πολύ τα ταξίδια και έχεις βρεθεί μέχρι και στα Νησιά Γκαλαπάγκος. Τι θυμάσαι πιο πολύ από το συγκεκριμένο ταξίδι;
Που κολύμπησα με τις φώκιες! Εκεί βρέθηκε ο Δαρβίνος και από την πανίδα των νησιών εμπνεύστηκε την «Καταγωγή των Ειδών». Πρόσφατα πέθανε και η υπερ-αιωνόβια χελώνα που ζούσε εκεί, είχα προλάβει να τη δω. Ήταν τεράστια!
φωτογραφίες: Μάριος Σαγιάς



