Στο φετινό επίσημο πρόγραμμα του Cannes Classics, που αναδεικνύει αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, προβλήθηκε αποκατεστημένη, σε παγκόσμια πρεμιέρα, μια ελληνική ταινία του 1953. Η «Εύα» μάς συστήνει μια παντρεμένη γυναίκα η οποία, στις καλοκαιρινές διακοπές της, ζει μια εφήμερη εξωσυζυγική σχέση, προκαλώντας την οργή του άντρα της, τα επικριτικά σχόλια της μικρής κοινωνίας του νησιού όπου παραθερίζει – και τις πατριαρχικές νόρμες της εποχής.

Αυτή η ταινία μυθοπλασίας θεωρείται σήμερα πρώιμο δείγμα μεταπολεμικού κινηματογραφικού μοντερνισμού. Τα σκηνικά είναι του Γιάννη Τσαρούχη. Η μουσική, του Μίκη Θεοδωράκη, στην πρώτη του σύνθεση για τον κινηματογράφο. Το σενάριο, του Ανδρέα Λαμπρινού. Πρωταγωνιστούν οι Νίνα Σγουρίδου, Μάνος Κατράκης, Αλέκος Αλεξανδράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Ντίνος Ηλιόπουλος.

Στη σκηνοθεσία συναντάμε τη Μαρία Πλυτά. Το όνομά της πιθανότατα δεν θα μας έλεγε τίποτα μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Ο θάνατός της, το 2006, είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητος. Είκοσι χρόνια μετά, τη γνωρίζουμε ως την πρώτη Ελληνίδα γυναίκα σκηνοθέτρια, η οποία μάλιστα συνέβαλε στη διαμόρφωση του ελληνικού κινηματογράφου.

Η Μαρία Πλυτά

Η μετάβασή της από τη λήθη στην παγκόσμια αναγνώριση ξεκίνησε μόλις το 2021, όταν μια καθηγήτρια στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η Δέσποινα Μπέτυ Κακλαμανίδου, αποφάσισε, με τη βοήθεια των μεταπτυχιακών φοιτητών της, να κάνει μια έρευνα, χωρίς χρηματοδότηση. Εξελίχθηκε σε «έργο ζωής» όπως τη χαρακτηρίζει η κυρία Κακλαμανίδου στο Marie Claire. Στη συγγραφή ενός συλλογικού τόμου («Μαρία Πλυτά: Η πρώτη σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου – 17 ταινίες, 17 αναγνώσεις», εκδ. Κλειδάριθμος, 2025), στην αποκατάσταση της «Εύας» με την υποστήριξη παγκόσμιων κινηματογραφικών ιδρυμάτων και στην έναρξη ενός ερευνητικού προγράμματος (PUC, Plyta’s Unknown Cinema, 2025-2028) χρηματοδοτούμενου πλέον (Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας).

Αλλά η ανακάλυψη και η τεκμηρίωση ακόμα και στοιχειωδών πληροφοριών για τη ζωή και τη φιλμογραφία της, ανάμεσα σε ελλιπή έγγραφα, αποσπασματικές μαρτυρίες και μη προσβάσιμα αρχεία, απαιτούσαν, ειδικά στην αρχή, ικανότητες ντετέκτιβ. Η κυρία Κακλαμανίδου και η ομάδα της τηλεφωνούσαν σε όσες «Μαρία Πλυτά» έβρισκαν στον τηλεφωνικό κατάλογο, με την ελπίδα να πέσουν σε συγγενή της.

H ανακάλυψη και η τεκμηρίωση ακόμα και στοιχειωδών πληροφοριών για τη ζωή και τη φιλμογραφία της απαιτούσαν, ειδικά στην αρχή, ικανότητες ντετέκτιβ. Η κυρία Κακλαμανίδου και η ομάδα της τηλεφωνούσαν σε όσες «Μαρία Πλυτά» έβρισκαν στον τηλεφωνικό κατάλογο, με την ελπίδα να πέσουν σε συγγενή της.

Σταδιακά η προσπάθεια καρποφόρησε. Πλέον έχουμε μια γενική εικόνα για τη διαδρομή της. Εκκρεμούν όμως μεγάλα ερωτήματα, όπως: πώς ήταν η χρονική περίοδος ανάμεσα στη γέννησή της (1915, Θεσσαλονίκη) και τον γάμο της, το 1938, με τον κινηματογραφικό παραγωγό Αχιλλέα Χατζηνάκο;

Στιγμιότυπο της αποκατεστημένης ταινίας «Εύα» της Μαρίας Πλυτά

Η Μαρία Πλυτά παντρεύτηκε από έρωτα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κρίστης Βαρβέρη (κόρης του σκηνοθέτη, παραγωγού και φίλου της, Νίκου Βαρβέρη). Το ζευγάρι ξεκίνησε την κοινή ζωή του στη Θεσσαλονίκη όπου, το 1941, απέκτησε ένα κορίτσι, τη Γιάννα. Αλλά δεν μακροημέρευσε. Το 1950 η Μαρία Πλυτά κατέθεσε αίτηση διαζυγίου, που οριστικοποιήθηκε δύο χρόνια αργότερα.

Η σκηνοθέτρια απέφευγε να μοιράζεται λεπτομέρειες ακόμα και με οικείους της. Αλλά στην Ελλάδα των μέσων του προηγούμενου αιώνα, τα διαζύγια ήταν σπάνια -ειδικά όσα αποτελούσαν γυναικεία πρωτοβουλία- και εκδίδονταν κυρίως για λόγους αντιδικίας όταν ο ένας σύζυγος κατηγορούσε τον άλλο για σκληρή μεταχείριση, βαναυσότητα, εγκατάλειψη ή μοιχεία.

Στην Ελλάδα των μέσων του προηγούμενου αιώνα, τα διαζύγια ήταν σπάνια -ειδικά όσα αποτελούσαν γυναικεία πρωτοβουλία- και εκδίδονταν κυρίως για λόγους αντιδικίας όταν ο ένας σύζυγος κατηγορούσε τον άλλο για σκληρή μεταχείριση, βαναυσότητα, εγκατάλειψη ή μοιχεία.

Από την έγγαμη ζωή της ακόμα η Μαρία Πλυτά κατέφυγε στην καλλιτεχνική έκφραση – αρχικά, μέσω της συγγραφής διηγημάτων, θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων, όπου ήδη έθιγε θέματα όπως η γυναικεία αυτενέργεια και οι εναλλακτικές αντρικές ταυτότητες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’40 μετακόμισε στην Αθήνα και, μετά το διαζύγιό της, στράφηκε στον κινηματογράφο για να βγάζει τα προς τα ζην. Πρώτα ως παραγωγός, μετά και ως σκηνοθέτρια και σεναριογράφος.

Όπως θα έλεγε η ίδια το 1979, σε μια συνέντευξή της στην Γκαίη Αγγελή (περιοδικό Φιλμ): «Είχα σκεφτεί, αφού μπορώ και βάζω ανθρώπους στο χαρτί γράφοντας μυθιστορήματα, γιατί να μην τους βάζω και στο πανί επάνω, να τους δω να ζωντανεύουν; Όμως ο κυριότερος λόγος που με ώθησε να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία ήταν η ανάγκη να εργαστώ για να ζήσω. Γιατί η αλήθεια είναι ότι από τα βιβλία μου, μόνο ένα στυλό κατάφερα να αποκτήσω. -Την αγάπησες όμως τη δουλειά σου; -Τη λάτρεψα. Μόνο που η αγάπη μου γι’ αυτήν ήρθε σιγά-σιγά. Σαν την όρεξη που έρχεται τρώγοντας. Όσο τρύπωνα στα μυστικά της, όσο πάλευα με τις δυσκολίες της, τόσο πιο πολύ την αγαπούσα».

Η Δέσποινα Μπέτυ Κακλαμανίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετέτρεψε την έρευνα για τη Μαρία Πλυτά σε έργο ζωής

Η ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά της έγινε ξεκάθαρη από την πρώτη της ταινία, «Τ’ αρραβωνιάσματα» (1950), βασισμένη στο ομώνυμο ηθογραφικό δράμα του Δημήτρη Μπόγρη, την πρώτη που ασχολήθηκε με τις ψυχοκόρεςο Παντελής Βούλγαρης με το εκπληκτικό “Προξενιό της Άννας” θα έρθει το 1972», λέει η κυρία Κακλαμανίδου). Στη «Δούκισσα της Πλακεντίας» (1956) παρουσίασε την κινηματογραφική βιογραφία μιας ανεξάρτητης και δυναμικής γυναίκας που μέχρι σήμερα περιβάλλεται από θρύλους. Στο «Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω» (1960) καταπιάστηκε με το θέμα της παρενδυσίας. Ακόμα και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στις δύο ταινίες της όπου πρωταγωνιστεί, τον «Λουστράκο» (1963) και τον «Νικητή» (1965), έβγαλε από τους ρόλους του alpha male και τον έβαλε να τρώει, κυριολεκτικά, χαστούκια.

Στον «Ανήφορο» (1964), η κυρία Κακλαμανίδου πιθανολογεί ότι η Μαρία Πλυτά ενσωμάτωσε βιογραφικά στοιχεία. Σε μια σκηνή απόπειρας βιασμού που περιέχει η ταινία, έκανε μια έμφυλη επανάσταση «που στον διεθνή κινηματογράφο θα συνέβαινε δεκαετίες αργότερα»: την αναπαράστασή της από την οπτική της γυναίκας, με την ηρωίδα μάλιστα να καταφέρνει να απωθήσει τον δράστη. «Επίσης με αυτή τη σκηνή τόλμησε να απογυμνώσει την ελληνική κοινωνία, γιατί ο άνθρωπος που αποπειράται να τη βιάσει είναι το αφεντικό της, ο οποίος ύστερα από λίγο καιρό πηγαίνει στη μητέρα της και τη ζητάει σε γάμο. Η μητέρα της θυμώνει όταν η κόρη της λέει “όχι”. Αυτό ήταν όμως το ελληνικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Πολλές φορές, το έγκλημα του βιασμού οδηγούσε σε γάμο».

Σε μια σκηνή απόπειρας βιασμού που περιέχει η ταινία «Ο Ανήφορος», έκανε μια έμφυλη επανάσταση «που στον διεθνή κινηματογράφο θα συνέβαινε δεκαετίες αργότερα»: την αναπαράστασή της από την οπτική της γυναίκας, με την ηρωίδα μάλιστα να καταφέρνει να απωθήσει τον δράστη.

Μέσα σε είκοσι χρόνια, η Μαρία Πλυτά σκηνοθέτησε δεκαεπτά ταινίες (σε πολλές από αυτές συμμετείχε επίσης στο σενάριο και το μοντάζ). Θα σκηνοθετούσε και μια δέκατη όγδοη αν δεν πάγωναν τα σχέδια ελλείψει χρηματοδότησης. «Με τα στοιχεία που έχω μέχρι σήμερα, είναι η πιο παραγωγική γυναίκα σκηνοθέτρια ταινιών μυθοπλασίας μεγάλου μήκους σε ολόκληρο τον κόσμο. Αν δεν είναι η πρώτη, είναι μεταξύ των τριών πρώτων», τονίζει η κυρία Κακλαμανίδου. «Ακολουθεί η Γαλλίδα Ζακλίν Οντρί με δεκαέξι ταινίες, αλλά αν αναλογιστούμε τον ισχυρό, θεσμοθετημένο και πλούσιο γαλλικό κινηματογράφο, το επίτευγμα της Μαρίας, σε μια Ελλάδα που δεν διέθετε την κρατική υποστήριξη, τη δομή ή τα τεράστια κεφάλαια μιας οργανωμένης ξένης κινηματογραφικής βιομηχανίας, αποκτά άλλες διαστάσεις».

Στιγμιότυπο της αποκατεστημένης ταινίας «Εύα» της Μαρίας Πλυτά

Αν και η μοναδική γυναίκα στο επάγγελμα τότε, απολάμβανε την εκτίμηση της κινηματογραφικής κοινότητας. Συνεργάστηκε με τους πλέον ονομαστούς ηθοποιούς (Τζένη Καρέζη, Ξένια Καλογεροπούλου, Δέσπω Διαμαντίδου, Λάμπρο Κωνσταντάρα, Μίμη Φωτόπουλο, Μάνο Κατράκη, Αλέκο Αλεξανδράκη, Γιώργο Φούντα, Ορέστη Μακρή) και με επαγγελματίες κορυφαίους στο είδος τους, όπως οι συνθέτες Μίμης Πλέσσας, Γιώργος Κατσαρός, Μάνος Χατζιδάκις.

Μέσα σε είκοσι χρόνια, σκηνοθέτησε δεκαεπτά ταινίες (σε πολλές από αυτές συμμετείχε επίσης στο σενάριο και το μοντάζ). Θα σκηνοθετούσε και μια δέκατη όγδοη αν δεν πάγωναν τα σχέδια ελλείψει χρηματοδότησης. «Με τα στοιχεία που έχω μέχρι σήμερα, είναι η πιο παραγωγική γυναίκα σκηνοθέτρια ταινιών μυθοπλασίας μεγάλου μήκους σε ολόκληρο τον κόσμο».

Μόνο ο παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος γνωρίζουμε ότι είχε εκφράσει απαξίωση για το φύλο της. Αλλά και χωρίς την υποστήριξη της Φίνος Φιλμ, η Μαρία Πλυτά τα κατάφερε μια χαρά, αναλαμβάνοντας η ίδια την παραγωγή των ταινιών της ή σε συνεργασία με την Ανζερβός. Την «Εύα» ανέλαβε, ως πρώτη της παραγωγή, η Kominis Film, θα ήταν όμως και η τελευταία της. Ο Δημήτρης Κομίνης σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1952 μαζί με την ηθοποιό Ανθή Μηλιάδη, όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν, καθ’ οδόν για γυρίσματα στη Λούτσα, έπεσε σε ναρκοπέδιο.

Ως προσωπικότητα, η Κρίστη Βαρβέρη περιέγραψε τη Μαρία Πλυτά ως μια γυναίκα «παθιασμένη, σεξουαλική και κοκέτα, με ευρύ πνεύμα και μεγάλη αγάπη για τη λογοτεχνία». Οι λίγοι συνεργάτες της που ζουν ακόμα τη θυμούνται με τρυφερότητα. Ο Βασίλης Καΐλας, που στα εννέα του χρόνια έγινε ο πρωταγωνιστής της στον «Λουστράκο», την αποκαλεί «δεύτερη μάνα» του. Πιο ταραχώδης ωστόσο υπήρξε η σχέση με το βιολογικό παιδί της. Η Γιάννα Χατζηνάκου, που επίσης δεν βρίσκεται πια στη ζωή, είχε στα 19 χρόνια της έναν μικρό ρόλο στην ταινία «Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω», αλλά κάποια στιγμή αποξενώθηκε από τη μητέρα της. Παντρεύτηκε έναν μουσικό και έφυγε στο εξωτερικό.

Η Μαρία Πλυτά αποσύρθηκε από τον κινηματογράφο το 1970. Αφιέρωσε την υπόλοιπη παραγωγική ζωή της στην αρθρογραφία. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της απομονωμένη και επιβαρυμένη από προβλήματα υγείας, σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Λουίζης Ριανκούρ που είχε αγοράσει με τα χρήματά της.

Στιγμιότυπο της αποκατεστημένης ταινίας «Εύα» της Μαρίας Πλυτά

Αυτό που δίνει τη μεγαλύτερη χαρά στην κυρία Κακλαμανίδου είναι ότι η Μαρία Πλυτά έγραψε η ίδια τους κανόνες της ζωής της. Ακόμα και της ταφής της: το μνήμα της, ένας γρανίτης ακανόνιστου σχήματος, αντί για το κλασικό μάρμαρο, ξεχωρίζει στο Νεκροταφείο Ζωγράφου. Γιατί ήταν ξεχασμένη για τόσα χρόνια; Η ερευνήτρια το αποδίδει στη «διαρκή διάκριση στην Ελλάδα μεταξύ “υψηλής” και “χαμηλής” τέχνης – η χώρα μας δεν αναδείκνυε ποτέ την pop culture της. Στο γεγονός ότι ήταν γυναίκα. Και στο ότι δεν υπήρξε νωρίτερα επιστημονική έρευνα στον ελληνικό κινηματογράφο».

Γιατί ήταν ξεχασμένη για τόσα χρόνια; Η ερευνήτρια το αποδίδει στη «διαρκή διάκριση στην Ελλάδα μεταξύ “υψηλής” και “χαμηλής” τέχνης – η χώρα μας δεν αναδείκνυε ποτέ την pop culture της. Στο γεγονός ότι ήταν γυναίκα. Και στο ότι δεν υπήρξε νωρίτερα επιστημονική έρευνα στον ελληνικό κινηματογράφο».

«Η αποκατάσταση της “Εύας” άρχισε σαν ένα ακαδημαϊκό εγχείρημα, αλλά κυρίως ως μια πράξη δικαίωσης», γράφει η ίδια στο κείμενο της παρουσίασης της ταινίας στις Κάννες. «Υπαγορεύτηκε, ειδικότερα, από την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τα εγγενή έμφυλα στερεότυπα της κινηματογραφικής ιστοριογραφίας, που περιθωριοποίησαν πολλές γυναικείες φωνές».

Σήμερα οι παλαιότερες γενιές την ξαναθυμούνται και οι νεότερες τη γνωρίζουν. Η αποκατεστημένη «Εύα» συνεχίζει τη διεθνή διαδρομή της, στις 23 Ιουνίου, στο φεστιβάλ της Μπολόνια Il Cinema Ritrovato. Η ελληνική πρεμιέρα θα γίνει στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στην Αθήνα, στο τέλος του Σεπτεμβρίου, πλαισιωμένη από μια έκθεση με αρχειακό υλικό. Στο μεταξύ, η κυρία Κακλαμανίδου ετοιμάζει ένα αγγλόφωνο βιβλίο για τη Μαρία Πλυτά, που θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο Bloomsbury, και ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Στη «δεύτερη ζωή» της, όπως την αποκαλεί, ελπίζει να αποκτήσει, επιτέλους, τη θέση που της αξίζει στον κινηματογραφικό κανόνα.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below