Οι γνωριμίες στα φεστιβάλ μπορεί να οδηγήσουν στη γέννηση νέων καλλιτεχνικών έργων, αρκεί να υπάρχουν κοινό όραμα και χημεία. Αυτό ισχύει στο ακέραιο στην περίπτωση της ταινίας «Yerma», σε σκηνοθεσία της Βάσκου Lara Izagirre Garizurieta («An Autumn Without Berlin», «Nora»). Η ισπανοελληνική συμπαραγωγή, των εταιρειών Gariza Films και Neda Film με την υποστήριξη φορέων και από τις δύο χώρες*, επανερμηνεύει το κλασικό έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και το μεταφέρει στο σήμερα. Ξεκίνησε τη διαδρομή της από τo Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και συνεχίστηκε στο πλαίσιο του Evia Film Project, που υλοποιείται με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού. Στα γυρίσματα, διάρκειας επτά εβδομάδων, οι δημιουργοί της έγιναν συνοδοιπόροι σε ένα ταξίδι από το Μπιλμπάο μέχρι την Αιδηψό.
Η Αμάντα Λιβανού, η παραγωγός και ιδρύτρια της Neda Film, μια μέρα πριν από τη συμμετοχή της στην ανοιχτή συζήτηση «Χτίζοντας μια διεθνή συμπαραγωγή: Πώς η Γέρμα συνάντησε την Ελλάδα», στο 5ο Evia Film Project, περιγράφει στο Marie Claire ότι «το 2020 η Lara συμμετείχε στο Crossroads, την Αγορά του Φεστιβάλ, ως παραγωγός της ταινίας “20.000 Species of Bees”, που βραβεύτηκε στο Βερολίνο». Τότε η Αμάντα έκανε mentoring στο Crossroads. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης γνώρισε και την Κατερίνα Τζούρου, η οποία εντάχθηκε στην ομάδα της Neda Film.
Σε αυτή τη «Yerma» η Μάρα είναι μια 36χρονη γυναίκα που μόλις εξασφάλισε θέση καθηγήτριας γλυπτικής στο Πανεπιστήμιο της Χώρας των Βάσκων. Έχοντας μετακομίσει στο νέο της σπίτι μαζί με τον σύντροφό της, Γιον, και με μια επαγγελματική σταθερότητα στη ζωή της πλέον, αρχίζει να νιώθει όλο και πιο έντονα την επιθυμία να γίνει μητέρα.
Το 2024 η Lara και η σεναριογράφος της ταινίας, Maria Goiricelaya (βραβευμένη με MAX 2023 για την Καλύτερη Διασκευή Θεατρικού Έργου για τη «Yerma»), πήγαν προσκεκλημένες στο 3ο Evia Film Project. Εντυπωσιάστηκαν τόσο από τη βόρεια Εύβοια και την Αιδηψό, που, όπως προσθέτει η Κατερίνα, αποφάσισαν να την ενσωματώσουν στο σενάριο της ταινίας τους, σαν τον προορισμό διακοπών που επιλέγει το ζευγάρι των πρωταγωνιστών.
Το 2024 η Lara και η σεναριογράφος της ταινίας, Maria Goiricelaya, πήγαν προσκεκλημένες στο 3ο Evia Film Project. Εντυπωσιάστηκαν τόσο από τη βόρεια Εύβοια και την Αιδηψό, που αποφάσισαν να την ενσωματώσουν στο σενάριο της ταινίας τους, σαν τον προορισμό διακοπών που επιλέγει το ζευγάρι των πρωταγωνιστών.
Η Αιδηψός, όπου ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα τον Ιούνιο του 2026, ενέπνευσε τις Βάσκους δημιουργούς όχι μόνο με την ομορφιά της αλλά και με τους συμβολισμούς που θα πρόσθετε στο φιλμ αφού, σύμφωνα με την Κατερίνα, το ζευγάρι των ηρώων «είναι σαν να βλέπει το μέλλον του στον κόσμο που έρχεται εδώ να θεραπευτεί, που είναι κάπως μεγαλύτερος σε ηλικία».

Οι δημιουργοί ενθουσιάστηκαν επίσης από τον ιστορικό κινηματογράφο Απόλλων, που φέτος δεν αναβίωσε μόνο μέσα από τις προβολές του Evia Film Project αλλά και την τελευταία ημέρα των γυρισμάτων, για τις ανάγκες μιας σκηνής όπου οι ήρωες πηγαίνουν θερινό σινεμά για να παρακολουθήσουν την «Εύα» της Μαρίας Πλυτά. Η συγκεκριμένη ταινία, εξηγούν οι παραγωγοί, επιλέχθηκε λόγω της ιστορικής αξίας της και, κυρίως, της ισχυρής συνάφειας του έργου της Πλυτά με τα γυναικεία θέματα που πραγματεύεται η «Yerma».
Σε μια σκηνή οι ήρωες πηγαίνουν θερινό σινεμά για να παρακολουθήσουν την «Εύα» της Μαρίας Πλυτά. Η συγκεκριμένη ταινία, εξηγούν οι παραγωγοί, επιλέχθηκε λόγω της ιστορικής αξίας της και, κυρίως, της ισχυρής συνάφειας του έργου της Πλυτά με τα γυναικεία θέματα που πραγματεύεται η «Yerma».
Η «Yerma» υπογραμμίζει την ταυτότητα των γυναικοκρατούμενων εταιρειών παραγωγής της – η βάσκικη μάλιστα, όπως διευκρινίζουν οι Αμάντα και Κατερίνα, έχει μια φεμινιστική προσέγγιση η οποία εκφράζεται και μέσα από τα προγράμματα residency για καλλιτέχνιδες που διοργανώνει στο Μπιλμπάο. Η σκηνοθέτρια επιδίωξε να έχει ένα συνεργείο από όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες και το πέτυχε ακόμα και σε παραδοσιακά «ανδρικές» ειδικότητες όπως οι κάμερες και ο ήχος. «Είχε, ας πούμε, την πρώτη γυναίκα ηλεκτρολόγο που ξέρω, η οποία είναι φανταστική», επισημαίνει η Αμάντα. Η επιλογή γυναικών ακόμα και για τους πιο τεχνικούς ρόλους έγινε για να αντισταθμιστεί η διαχρονική ανισότητα στην εκπροσώπηση των φύλων στον κινηματογράφο ή για να έχει η ταινία μια πιο γυναικεία ματιά, αναρωτιέμαι. «Πιστεύω και τα δύο», απαντά η Αμάντα.

Η Κατερίνα χαρακτηρίζει ως «τέλεια» τη συνεργασία ανάμεσα στο ελληνικό και το βασικό crew: «Μεταξύ μας δεν υπήρχαν διαφορές, μόνο πολύ καλή ενέργεια και σεβασμός». «Όπως λέει ο φίλος μου ο Πάνος Κούτρας, οι ταινίες έχουν κάρμα, που ξεκινάει από πολύ νωρίς. Αυτό το κάρμα ήταν πολύ καλό» συμφωνεί η Αμάντα, βασισμένη στην εμπειρία της αφού «κάνουμε πολλές συμπαραγωγές και έχουμε δουλέψει με πολλές χώρες». Αν και ευτυχώς, διευκρινίζει, «δεν έχουμε να θυμηθούμε κάποια συνεργασία όπου περάσαμε φρικτά και κακοποιηθήκαμε – γιατί συμβαίνουν και αυτά, όπως σε όλες τις δουλειές».
Στην επιτυχία αυτής της συνεργασίας συνέβαλε το ότι «ταίριαξαν οι άνθρωποι του ελληνικού και του βασκικού crew, αυτό είναι και λίγο τύχη» (Κατερίνα). Συνέβαλαν επίσης η τοπική κοινότητα και οι αρχές της Αιδηψού, όπου το έδαφος είχε ήδη προετοιμαστεί από το Evia Film Project, «που η Αιδηψός περιμένει κάθε χρόνο» κατά την Αμάντα.
Η Αιδηψός ενέπνευσε τις Βάσκους δημιουργούς όχι μόνο με την ομορφιά της αλλά και με τους συμβολισμούς που θα πρόσθετε στο φιλμ αφού, σύμφωνα με την παραγωγό Κατερίνα Τζούρου, το ζευγάρι των ηρώων «είναι σαν να βλέπει το μέλλον του στον κόσμο που έρχεται εδώ να θεραπευτεί, που είναι κάπως μεγαλύτερος σε ηλικία».
Η Αμάντα πιστεύει ότι «η Ελλάδα είναι εξαιρετικός τόπος κινηματογραφικών γυρισμάτων, για διάφορους λόγους». Ένας από αυτούς είναι τα ισχυρά οικονομικά κίνητρα που παρέχονται τα τελευταία χρόνια από τον ΕΚΚΟΜΕΔ, αλλά όχι ο μοναδικός. «Όλοι θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα – αν την αφήσουμε ήσυχη και δεν την τσιμεντώσουμε και δεν κόψουμε ή κάψουμε όλα τα δέντρα που υπάρχουν. Δεν είναι εύκολο να βρεις ασχήμια στο ελληνικό γαλάζιο, όσο κι αν προσπαθούμε να το ασχημίσουμε: αυτή η θάλασσα είναι η κατάρα και το προνόμιό μας». Προσθέτει επίσης ότι υπάρχουν «εξαιρετικές ελληνικές εταιρείες παραγωγής», που έχουν μάθει να δουλεύουν ακόμα και κάτω από αντίξοες οικονομικές συνθήκες ενώ ταυτόχρονα είναι εξωστρεφείς.
Μια πρόκληση, από την άλλη, που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε μεγάλες διεθνείς συμπαραγωγές και μικρές επιχειρήσεις όπως η Neda Film, είναι η ελληνική γραφειοκρατία: «ένα αλισβερίσι που, κατά τη γνώμη μου, προέρχεται από την Τουρκοκρατία και από το οποίο δεν έχουμε καταφέρει να απαλλαγούμε ακόμα».
«Όλοι θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα – αν την αφήσουμε ήσυχη και δεν την τσιμεντώσουμε και δεν κόψουμε ή κάψουμε όλα τα δέντρα που υπάρχουν. Δεν είναι εύκολο να βρεις ασχήμια στο ελληνικό γαλάζιο, όσο κι αν προσπαθούμε να το ασχημίσουμε: αυτή η θάλασσα είναι η κατάρα και το προνόμιό μας», Αμάντα Λιβανού, παραγωγός
Την ημέρα της συζήτησής μας –στο αναψυκτήριο Κύμα, την ξύλινη πλατφόρμα-έμβλημα της παραθαλάσσιας λουτρόπολης που φιλοξενεί τα γραφεία, το πωλητήριο και μέρος των δραστηριοτήτων του Evia Film Project– τα γυρίσματα έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Η Αμάντα και η Κατερίνα θυμούνται ό,τι τα έκανε τόσο ξεχωριστά, όχι μόνο για το βασκικό crew («όλοι έλεγαν ότι θέλουν να μετακομίσουν εδώ!») αλλά και για τους Έλληνες, που μεταξύ άλλων απόλαυσαν, όπως λέει η Αμάντα, «το ότι σε πέντε λεπτά ήσουν στην τοποθεσία του γυρίσματος και δεν χρειαζόταν να ψάξεις να παρκάρεις».
Μπορεί η Αίδηψος να μην είναι τόσο ειδυλλιακή, π.χ. από αρχιτεκτονική άποψη, όσο κάποια νησιά, αλλά εκεί οι κινηματογραφίστριες ένιωσαν «ότι είσαι σε ένα μέρος φιλικό, που δεν προσπαθεί να κερδοσκοπήσει από εσένα και όπου η ελληνική φιλοξενία παίζει σημαντικό ρόλο». Η Κατερίνα δίνει έμφαση στις ουσιαστικές σχέσεις που έχτισαν με τους ανθρώπους της περιοχής: «Σε έναν μικρό οικισμό θα σε μάθουν, μάλλον θα σε συμπαθήσουν και θα σε βοηθήσουν. Δηλαδή τώρα περάσαμε από μια ταβέρνα, χαιρετηθήκαμε και είπα στον ιδιοκτήτη: κουρευτήκατε!».

Αλλά είναι και τα θέματα της ταινίας που τις κινητοποίησαν να αφοσιωθούν με πάθος σε αυτό το πρότζεκτ. «Ο Λόρκα έγραψε το έργο πριν από περίπου εκατό χρόνια αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι και σήμερα οι γυναίκες “οφείλουν” να απαντήσουν αν θέλουν να τεκνοποιήσουν. Γιατί θέλουν να τεκνοποιήσουν. Πώς θέλουν να τεκνοποιήσουν. Τι σημαίνει το να μην μπορούν να τεκνοποιήσουν. Τι σημαίνει το να μη θέλουν να τεκνοποιήσουν» λέει η Αμάντα. «Τα έχω βιώσει όλα. Οπότε υπάρχει κάτι πολύ προσωπικό σε αυτό».
«Ο Λόρκα έγραψε το έργο πριν από περίπου εκατό χρόνια, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι και σήμερα οι γυναίκες “οφείλουν” να απαντήσουν αν θέλουν να τεκνοποιήσουν. Γιατί θέλουν να τεκνοποιήσουν. Πώς θέλουν να τεκνοποιήσουν. Τι σημαίνει το να μην μπορούν να τεκνοποιήσουν. Τι σημαίνει το να μη θέλουν να τεκνοποιήσουν», Αμάντα Λιβανού
Ιστορίες όπως η «Yerma» «μάς κάνουν αυτό που είμαστε», καταλήγει η Αμάντα. «Και δεν σταματούν. Είναι οι ίδιες και μετά γίνονται κάπως αλλιώς και μετά κάποιος βάζει ένα τραγούδι και τραγουδάμε όλοι μαζί αγκαλιά. Αυτή είναι η δύναμη, θα πω, της τέχνης. Γιατί η ζωή είναι πολύ δύσκολη. Αλλά η τέχνη, μαζί με την αγάπη, μας ενώνουν και την κάνουν ανεκτή».

Οι συντελεστές της ταινίας: Σεναριογράφοι: Μαρία Γκοϊτσελάγια, Λάρα Ιζαγκίρε Γκαριζουριέτα. Σκηνοθέτις: Λάρα Ιζαγκίρε Γκαριζουριέτα. Παραγωγοί: Λάρα Ιζαγκίρε Γκαριζουριέτα, Γκαράτσι Ελόρτσα Βαντίγιο, Άνα Ανγκούλο Ουμαράν, Αμάντα Λιβανού, Κατερίνα Τζούρου. Πρωταγωνιστούν: Άνε Πικάτσα (Μάρα), Αϊτόρ Μπορόμπια (Γιον)
*Η ταινία παράγεται από την Gariza Films με την υποστήριξη της Κυβέρνησης της Χώρας των Βάσκων, του Creative Europe MEDIA, του Eurimages και του Επαρχιακού Συμβουλίου της Μπισκάγια, καθώς και με τη συμμετοχή της EITB, της RTVE και του Ιδρύματος BBK. Παράλληλα, αποτελεί διεθνή συμπαραγωγή με την ελληνική εταιρεία παραγωγής Neda Film, με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας ΕΚΚΟΜΕΔ, σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ και με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



