Μετά τον θάνατο της Μάρως Κοντού, σε ηλικία 92 ετών, μια από τις λιγότερο γνωστές πλευρές της ζωής της που έρχονται στην επιφάνεια είναι η αγάπη της για τη ζωγραφική, την οποία μάλιστα είχε ανακαλύψει εντελώς τυχαία, στη διάρκεια ενός σπάνιου χειμώνα που δεν είχε παράσταση στο θέατρο, όπως εξήγησε στη Νίκη Λυμπεράκη και το Mega, σε μια συνέντευξη που έδωσε πριν από μερικούς μήνες. Ως φόντο τους οι δύο γυναίκες έχουν ένα έργο της Μάρως Κοντού που εκτίθεται στο Μουσείο Βορρέ. Ενώ τον χειμώνα του 1993, που η αγαπημένη ηθοποιός είχε ανακαλύψει τη ζωγραφική, είχε κάνει και μια ατομική έκθεση στην Γκαλερί Αντήνωρ.
«Ήταν ένας χειμώνας, το 1993, που δεν είχα δουλειά στο θέατρο», θυμάται η Μάρω Κοντού on camera. «Δεν είχα συμφωνήσει, δεν μου άρεσε το έργο, και μετά από τριάντα-κάτι χρόνια, ήταν ο πρώτος χειμώνας χωρίς παράσταση. Άρχισα να βαριέμαι λοιπόν. Μπήκε ο Οκτώβριος, μπήκε ο Νοέμβριος, και λέω, α, θα πάω να πάρω τα υλικά να ζωγραφίσω. Και φτιάχνω τρία κομμάτια, έρχονται κάποιες φίλες μου να πιούμε καφέ, και τους τα δείχνω.
»Η μια από τις τρεις, μου λέει, “έχω έναν φίλο που έχει μια γκαλερί. Να τον φέρω να τα δει;”. Άσε με τώρα, λέω, εγώ πειραματίζομαι, με το λάδι, πρώτη φορά. “Όχι, όχι, θα τον φέρω”. Και τον φέρνει μια μέρα, μπαίνει ο κύριος γκαλερίστας, μου λέει, ωραία, μπορείς να μου κάνεις 33 κομμάτια μέχρι το Πάσχα; Ενθουσιάζομαι. Αρχίζω από την επόμενη μέρα, μόλις ξύπναγα και έπινα καφέ πήγαινα, έβαζα μουσική και ξεκίναγα. Χωρίς θέμα. Έφτασα λοιπόν στα 32 κομμάτια. Περίπου σε αυτό το μέγεθος [λέει, δείχνοντας το έργο της στο Μουσείο Βορρέ]. Και μένει ένα τελευταίο και έχω πια σκάσει να τελειώσω, έχω κουραστεί, έχω ξοδευτεί. Και λέω, δεν θα μου βγει το 33. Παίρνω λοιπόν, το στήνω κάτω, και μέσα σε μισή ώρα, τρία τέταρτα, το έχω τελειώσει.
«Μια μέρα, μπαίνει ο κύριος γκαλερίστας, μου λέει, ωραία, μπορείς να μου κάνεις 33 κομμάτια μέχρι το Πάσχα; Ενθουσιάζομαι. Αρχίζω από την επόμενη μέρα, μόλις ξύπναγα και έπινα καφέ πήγαινα, έβαζα μουσική και ξεκίναγα. Χωρίς θέμα».
»Έρχεται ο άνθρωπος, τα παίρνει, τα στήνει, πάω, τα βλέπω στημένα, αλλά δεν μου αρέσει ο φωτισμός. Σκέφτομαι λοιπόν και παίρνω τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, τον πρώην σύζυγό μου, που είμαστε φίλοι, του λέω, θα έρθεις να μου φωτίσεις μια έκθεση ζωγραφικής που κάνω; “Πού”, μου λέει. “Πώς, τι;” Λέω, εκεί, αύριο, μπορείς να έρθεις την τάδε ώρα; Μπαίνει μέσα, τα κοιτάει και λέει, “καλά, εγώ πώς και δεν το ήξερα ότι ζωγραφίζεις;” Πολλά δεν ήξερες, γι’ αυτό είμαστε μόνο φίλοι!
»Τώρα αρχίζω να ζωγραφίζω, ετοιμάζω έκθεση πάλι. Η ζωγραφική με την υποκριτική είναι τα ίδια συναισθήματα. Όταν ανακαλύπτεις έναν ρόλο, συναίσθημα. Όταν ζωγραφίζεις, συναίσθημα. Φαντασία και συναίσθημα».
Δείτε το απόσπασμα της συνέντευξης:



