Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τίποτα δεν μοιάζει οριστικό. Μπορούμε να αλλάξουμε δουλειά, πόλη, σπίτι, τρόπο ζωής, ακόμα και την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Η ευελιξία έχει γίνει αρετή και η δυνατότητα να αλλάξουμε γνώμη θεωρείται -και είναι- ελευθερία. Μαζί της, όμως, έχει έρθει και μια άλλη συνήθεια: να κρατάμε πάντα ανοιχτές τις επιλογές μας.
Ο Βρετανοπολωνός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Zygmunt Bauman, μιλώντας για τη «ρευστή» νεωτερικότητα, περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο όσα κάποτε προσέφεραν σταθερότητα (η εργασία, οι κοινότητες, οι ταυτότητες, οι σχέσεις) γίνονται όλο και πιο προσωρινά, ευέλικτα και αναστρέψιμα. Μαθαίνουμε να μην επενδύουμε απόλυτα, γιατί πάντα υπάρχει η πιθανότητα μιας άλλης επιλογής. Μια καλύτερη δουλειά, μια άλλη πόλη, ένα διαφορετικό σπίτι, ένα προϊόν που ταιριάζει περισσότερο στις ανάγκες μας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η λογική περνά από τα πράγματα στους ανθρώπους.
Γιατί κάποια στιγμή αρχίζουμε να συμπεριφερόμαστε στις σχέσεις όπως συμπεριφερόμαστε στα προϊόντα. Ψάχνουμε, συγκρίνουμε, αξιολογούμε, δοκιμάζουμε και, όταν κάτι δεν μας ικανοποιεί, προχωράμε στο επόμενο. Όχι μόνο στις ερωτικές σχέσεις. Το ίδιο μπορεί να συμβεί στις φιλίες, στις παρέες, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους γύρω μας. Με αυτόν τον τρόπο, αντί να συνδεόμαστε, φερόμαστε σαν να καταναλώνουμε.
View this post on Instagram
Καταναλώνουμε εμπειρίες, εικόνες, τρόπους ζωής, αλλά και προσωπικότητες. Ο άλλος γίνεται κάτι που εξετάζουμε: Μας ταιριάζει περισσότερο από τις άλλες επιλογές που θα μπορούσαμε θεωρητικά να έχουμε;
Οι εφαρμογές γνωριμιών δεν είναι αυτές που δημιούργησαν αυτή τη λογική, αλλά την έκαναν σχεδόν κυριολεκτική. Οι άνθρωποι εμφανίζονται σε έναν ατελείωτο κατάλογο από πρόσωπα, φωτογραφίες και σύντομες πληροφορίες. Κοιτάζουμε, συγκρίνουμε, επιλέγουμε και συνεχίζουμε. Το επόμενο προφίλ βρίσκεται πάντα ένα swipe μακριά. Κι εκεί εμφανίζεται ένα παράδοξο: όσο περισσότερες επιλογές έχουμε, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αισθανθούμε ότι έχουμε επιλέξει αρκετά καλά.
Μπορεί να γνωρίζουμε κάποιον που μας αρέσει, αλλά να σκεφτόμαστε ότι ίσως υπάρχει κάποιος καλύτερος. Μπορεί να έχουμε μια όμορφη σχέση, αλλά μια διαφωνία να μας κάνει να αναρωτηθούμε αν τελικά «ταιριάζουμε». Μπορεί να έχουμε έναν φίλο που βρίσκεται στη ζωή μας εδώ και χρόνια, αλλά όταν η φιλία χρειαστεί περισσότερη προσπάθεια, να θεωρήσουμε ευκολότερο να απομακρυνθούμε και να δοκιμάσουμε αλλού.
Κι έτσι η σχέση μετατρέπεται από διαδικασία σε αξιολόγηση. Ο άνθρωπος απέναντί μας δεν είναι πλέον μόνο ένας άνθρωπος με τον οποίο συναντιόμαστε και συνδεόμαστε. Είναι και μια επιλογή που πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την αξία της.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν αντιλαμβανόμαστε πόσο συχνά εγκαταλείπουμε ανθρώπους επειδή δεν ανταποκρίνονται στην εικόνα που είχαμε φτιάξει γι’ αυτούς. Θέλουμε τον ενδιαφέροντα άνθρωπο, αλλά όχι τις ανασφάλειές του. Τον αυθόρμητο, αλλά όχι την αστάθειά του. Τον ανεξάρτητο, αλλά όχι την απόστασή του. Τον ευαίσθητο, αλλά όχι την ευαλωτότητά του. Τον κοινωνικό, αλλά όχι τις ανάγκες που συνοδεύουν την κοινωνικότητά του. Θέλουμε, με άλλα λόγια, τις προσωπικότητες χωρίς τις αντιφάσεις τους.
Η οικειότητα δεν δημιουργείται επειδή βρήκαμε κάποιον που ταιριάζει τέλεια στις ανάγκες μας. Δημιουργείται μέσα από τον χρόνο που περνάμε μαζί, μέσα από τις δυσκολίες που διαχειριζόμαστε, τις διαφορές που μαθαίνουμε να αντέχουμε, τις φορές που πληγώνουμε ο ένας τον άλλον και προσπαθούμε να επανορθώσουμε.
Φυσικά δεν σημαίνει ότι πρέπει να μένουμε σε σχέσεις που μας πληγώνουν ή μας καταστρέφουν. Ούτε ότι κάθε σχέση πρέπει να διασωθεί με κάθε κόστος. Υπάρχουν άνθρωποι από τους οποίους πρέπει να φύγουμε και σχέσεις που πρέπει να τελειώσουν. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν φεύγουμε όχι επειδή η σχέση είναι πραγματικά ακατάλληλη, αλλά επειδή έπαψε να είναι εύκολη. Και όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι όλοι είναι αναλώσιμοι, τόσο λιγότερα βρίσκουμε για να επενδύσουμε πραγματικά σε οποιονδήποτε.
Σε έναν κόσμο που μας μαθαίνει να συγκρίνουμε ασταμάτητα, ας γίνει η δέσμευση με τον τρόπο της μια μορφή αντίστασης. Η πραγματική σύνδεση αρχίζει ακριβώς όταν σταματάμε να καταναλώνουμε ο ένας την εικόνα του άλλου και αρχίζουμε, επιτέλους, να γνωριζόμαστε.



