Εχω περάσει δύσκολα με το προσωπικό στυλ. Στο κατώφλι της εφηβείας, μου είχε φανεί τρομερή ιδέα να πάω σε ένα πάρτι ντυμένη με denim απ’ την κορφή ως τα νύχια. Τα υπόλοιπα κορίτσια -ντυμένα όλα με ίδια μαύρα φορέματα από πολυεστέρα- όχι μόνο αποφάνθηκαν ότι το outfit μου ήταν απαράδεκτο, αλλά φρόντισαν να με ενημερώσουν με τον επώδυνο τρόπο, που πάντα οι έφηβοι έχουν.
Στο σπίτι τα πράγματα δεν ήταν πολύ καλύτερα. Οι δύο μεγαλύτερες αδελφές μου μιλούσαν τη γλώσσα της μόδας με μεγαλύτερη επάρκεια, διάβαζαν περιοδικά, χάζευαν στα μαγαζιά, επένδυαν χρήματα. Εγώ ήμουν το παιδί που μπορούσε να εμφανιστεί μέσα στο καταχείμωνο με λινό πουκάμισο χωρίς να αντιλαμβάνομαι καν γιατί αυτό είναι λάθος. Το χαϊδευτικό μου ήταν, συχνά – πυκνά, «βλαχάκι».

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε αργότερα, όταν βρέθηκα στο Λονδίνο ούσα μεταπτυχιακή φοιτήτρια Δημοσιογραφίας Μόδας στο «πολύ» Central Saint Martins. Είχα προγραμματισμένη ατομική συνάντηση με τη Louise Wilson, τη θρυλική καθηγήτρια που είχε διδάξει σχεδιαστές όπως ο Alexander McQueen και η Phoebe Philo, και φυσικά ήμουν τρομοκρατημένη. Φορούσα απαλό polo shirt, λευκή φούστα και loafers, ένα outfit που πίστευα πως εκπέμπει ήσυχο class. Με ρώτησε αν το είχα σκάσει από κάποιον αγώνα τένις στο Wimbledon. Αφού μου εξήγησε πώς σκέφτονται οι σχεδιαστές, τι κάνει έναν καλό δημοσιογράφο μόδας και πώς πρέπει να προσεγγίζω τη δουλειά μου, έκλεισε τη συζήτηση λέγοντάς μου: «Δεν χρειάζεται να προσπαθείς να είσαι εσύ η ίδια stylish. Στη θέση σου θα φορούσα μόνο μαύρα ρούχα και λίγα καλά αξεσουάρ».
Ηταν η ταφόπλακα κάθε φιλοδοξίας μου να αποκτήσω προσωπικό στυλ. Δεν σταμάτησα ποτέ να το θαυμάζω στους άλλους, απλώς έπαψα να πιστεύω ότι μπορώ να το πετύχω και εγώ. Για χρόνια χάζευα γυναίκες που έμοιαζαν να έχουν κατακτήσει την αισθητική τους ταυτότητα με τρόπο πηγαίο. Αγαπούσα τον τρόπο που ντύνονταν διάσημες γυναίκες όπως η Κέιτ Μος και η Κλοέ Σεβινί, ενώ αγαπούσα και τον τρόπο που ντύνονταν κάποια κορίτσια του διπλανού γραφείου – δούλευα άλλωστε σε γυναικεία περιοδικά και η έμπνευση έρεε άφθονη.
Κάποια στιγμή, αυτό σταμάτησε.
Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα κάποιον πραγματικά καλοντυμένο, αλλά ούτε την τελευταία φορά που είδα κάποιον πραγματικά κακοντυμένο.
Στην αρχή υπέθεσα ότι φταίει -και γι’ αυτό- η ηλικία μου: ένα σύμπτωμα του να μεγαλώνεις είναι πως τίποτα δεν σε εντυπωσιάζει εύκολα πια, πόσο μάλλον το αν ένα παπούτσι δένει ιδανικά με ένα φουλάρι. Οσο όμως παρατηρούσα, συνειδητοποιούσα ότι δεν έφταιγα μόνο εγώ. Το καλό γούστο σπανίζει, το κακό γούστο κρύβεται και έχουμε μαζευτεί όλοι στην ασφαλή χλιαρή μέση. Η «ασφάλεια» μεταφράζεται με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η «στολή»: τα διαχρονικά μαύρα ρούχα που μου πρότεινε η δασκάλα μου ή τζιν, λευκό T-shirt, χρυσό σκουλαρίκι και μπεζ καμπαρντίνα, σαν να πρωταγωνιστούμε όλες στο ίδιο Pinterest board. Ο δεύτερος είναι το απολύτως εφήμερο, ό,τι είναι μόδα τώρα, δηλαδή ό,τι φορούν οι influencers στο TikTok και μπορείς να το αγοράσεις αύριο το πρωί στην αλυσίδα οικονομικών ενδυμάτων στη γειτονιά σου. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο: δεν βλέπεις πια τη γυναίκα, αλλά τον φόβο της να ξεχωρίσει.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε πως το γούστο -στη μόδα, στη διακόσμηση, στη μουσική, στους άλλους ανθρώπους- καθοδηγείται από μια εσωτερική πυξίδα που δείχνει το ενδιαφέρον, το όμορφο, το αρμονικό. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, δεν είναι έμφυτο, αλλά καλλιεργείται. Το «πώς» είναι μια ολόκληρη ιστορία. Είναι το σπίτι στο οποίο μεγάλωσες, το πώς ντυνόταν η μαμά σου, οι παρέες που έκανες, οι πόλεις που περπάτησες, οι ταινίες που είδες, τα βιβλία που διάβασες. Είναι ένα πυκνό πλέγμα εμπειριών, αναμνήσεων, πολιτισμικών αναφορών και περιέργειας που διαρκώς αναθεωρείται και εμπλουτίζεται.
Αλλο προσωπικό στυλ θα αναπτύξει μια γυναίκα που έχει γυρίσει τον κόσμο, άλλο εκείνη που δεν έφυγε ποτέ από τη μικρή της πόλη. Αλλο εκείνη που χώνεται σε υπαίθριες αγορές και vintage shops που μυρίζουν ναφθαλίνη και άλλο εκείνη που ψωνίζει σταθερά από το ίδιο πολυκατάστημα. Και έπειτα, είναι όλα εκείνα που μας διδάσκουν οι άλλοι ότι πρέπει να μας αρέσουν, η συλλογική αισθητική και τα standards ομορφιάς που διαμορφώνονται από τις ιστορικές, πολιτισμικές και ταξικές συνθήκες. Σήμερα, για πρώτη φορά ίσως στην Ιστορία, η αισθητική εκπαίδευση δισεκατομμυρίων ανθρώπων, από πολύ τρυφερή ηλικία, γίνεται βασικά στο ίδιο μέρος: στα social media.

Το μεγαλύτερο παράδοξο είναι πως η τεχνολογία έχει σχεδιαστεί με γνώμονα την εξατομίκευση, αλλά έχει τελικά δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ομοιομορφία που είδαμε ποτέ. Ολοι ξαφνικά επιθυμούμε τις ίδιες oversized πουκαμίσες, τα ίδια κρεμ σορτς, τα ίδια messy buns, έτοιμα σε 3’. Σήμερα που θεωρητικά έχουμε πρόσβαση σε περισσότερα οπτικά ερεθίσματα απ’ όσα μπορούμε να καταναλώσουμε, τώρα που μπορούμε να γράψουμε #quietluxury ή #bohostyle και να μάθουμε τα πάντα, το ένστικτο, η κριτική σκέψη και η αυτοπεποίθησή μας, όλα εκείνα δηλαδή που εξασφαλίζουν τη μοναδικότητα του καθενός, έχουν ατροφήσει. Αντί να αποφασίζουμε εμείς τι μας αρέσει, περιμένουμε από το feed να μας το υποδείξει. Και όχι τίποτ’ άλλο, αλλά συχνά το feed είναι πουλημένο, κυριολεκτικά.
Ακούγεται συνωμοσιολογικό, αλλά αξίζει να διαβάσετε το άρθρο του «Vulture» με τίτλο The Feed Is Fake. Περιγράφει αναλυτικά έναν ολόκληρο μηχανισμό εμπορικής εκμετάλλευσης πίσω από αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως «viral» και «τάση». Εταιρείες ειδικεύονται στο λεγόμενο clipping, δηλαδή στην κατασκευή reels που διακινούνται από χιλιάδες πραγματικούς ή μη χρήστες δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας αυθόρμητης πολιτισμικής έκρηξης. Τα reels μπορεί να περιλαμβάνουν τραγούδια (ο πελάτης είναι η δισκογραφική) ή memes από τηλεοπτικές σειρές (ο πελάτης είναι το τηλεοπτικό δίκτυο) πουπληρώνουν για να σε «βρει» το συγκεκριμένο τραγούδι ή η σειρά κι εσύ να νομίζεις πως το ανακάλυψες. Ο αλγόριθμος -που γνωρίζει τι σου αρέσει καλύτερα από την κολλητή σου φίλη- δεν σου εμφανίζει πια μόνο σχετικές με τα ενδιαφέροντά σου διαφημίσεις, αλλά οργανικό (και άρα πιο ύπουλο) περιεχόμενο. «Για να σκοντάφτω συνέχεια πάνω σ’ αυτό, καλό θα είναι», λέμε κάθε φορά που λειτουργεί ένα από τα πιο συναρπαστικά φαινόμενα της ψυχολογίας, το λεγόμενο illusory truth effect. Οσο περισσότερο επαναλαμβάνεται μια πληροφορία, τόσο περισσότερο αρχίζει να μοιάζει αληθινή και σημαντική επειδή γίνεται πιο οικεία. Ποιος μπορεί λοιπόν με βεβαιότητα να πει πως η τεράστια επιτυχία που σημείωσε η (μέτρια) σειρά του FX «Love Story: John F. Kennedy Jr. and Carolyn Bessette» δεν συνέβη βάσει προωθητικού σχεδίου; Ο Δούρειος Ιππος για το virality της σειράς ενδεχομένως ήταν το εμβληματικό 90s στυλ της Κάρολιν Μπεσέτ-Κένεντι: ξαφνικά το Instagram γέμισε με λίστες τύπου Carolyn Bessette style, capsule wardrobes, «τα δέκα κομμάτια που χρειάζεσαι για να το αντιγράψεις». Ομως η ίδια η Μπεσέτ δεν έγινε style icon επειδή ακολουθούσε μια λίστα, αλλά ακριβώς επειδή δεν ακολουθούσε κανόνες: οι φίλοι της περιγράφουν μια γυναίκα που ντυνόταν διαισθητικά, που φορούσε ό,τι ένιωθε εκείνη την ημέρα και το στυλ της, αποτελούμενο από λιγότερα από 50 κομμάτια, ήταν προϊόν προσωπικότητας, όχι στρατηγικής.
Αυτή είναι και η μεγάλη ειρωνεία, πως αναζητούμε το προσωπικό μας στυλ αντιγράφοντας εκείνες που «το ’χουν», όχι μελετώντας τες με διεισδυτική ματιά, αλλά επιπόλαια, επειδή μας το υπενθύμισε μια σειρά, το ενίσχυσε ο αλγόριθμος και το επιβεβαίωσαν χιλιάδες likes. Η διαδρομή που ακολουθεί κάποια που έχει προσωπικό στυλ είναι η ακριβώς αντίστροφη από κάποια που δεν έχει: η μία ξεκινά από τον εαυτό της και τον εκφράζει μέσα από τα ρούχα, η δεύτερη ξεκινά από τα ρούχα και ελπίζει να βρει τον εαυτό της κάπου στη διαδρομή.

Η πλειοψηφία λοιπόν σήμερα ντύνεται ωραία ή, έστω, ανώδυνα. Δεν γίνονται πια τόσα λάθη γιατί η διαδικασία της αναζήτησης του πολυπόθητου «προσωπικού στυλ» έχει λίγο – πολύ σταματήσει. Τότε φορούσαμε ρούχα που δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, χρώματα που συγκρούονταν, καπέλα και γυαλιά για τα οποία οι φίλοι μας μάς κορόιδευαν για χρόνια. Κάναμε αποτυχημένες αγορές που νομίζαμε πως ήταν iconic και τελικά τις έτρωγε η ντουλάπα, παίρναμε το ρίσκο να εκτεθούμε ξανά και ξανά προκειμένου να πετύχουμε τον στόχο: να ξεχωρίσουμε από το πλήθος και να εφεύρουμε ένα εντελώς προσωπικό και δύσκολα αντιγράψιμο στυλ, το οποίο σιγά-σιγά θα γινόταν ένα με την ταυτότητά μας και θα έμοιαζε ανεπιτήδευτο.
Σήμερα, οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που συναντάω εκεί έξω είναι εκείνοι με τη λιγότερη δυνατή χρήση κινητού. Εκείνοι που εξακολουθούν να αφιερώνουν χρόνο στις ασχολίες τους, που έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρωθούν για να δουν μια τρίωρη ταινία αντί για απανωτά βίντεο 7 δευτερολέπτων, που αφήνουν ελεύθερο ένα Σάββατο πρωί για να επισκεφθούν μια έκθεση ή να περπατήσουν χωρίς στόχο στην πόλη.
Δεν τους κάνει πιο ενδιαφέροντες το ότι περιφρονούν ή μετριάζουν την τεχνολογία, αλλά το ότι αφήνουν χώρο στο τυχαίο και το μη βελτιστοποιημένο, από το οποίο, όλως περιέργως, γεννιέται το αυθεντικό γούστο.
Και όσο το σκέφτομαι, ίσως να μην ήταν τελικά και τόσο κακή ιδέα να εμφανιστώ στο πάρτι με total denim look. Με έκανε χαρούμενη, ένιωθα ξεχωριστή και στα δικά μου μάτια ήταν ολόσωστο. Αν το φορούσα τώρα, με τη σημερινή μου αυτοπεποίθηση, κάποιοι ίσως να το χλεύαζαν, κάποιοι άλλοι ίσως το σημείωναν για να το αντιγράψουν. Αλλά δεν παίρνω όρκο πως αυτό είναι πρόοδος.



