Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Marieclaire.gr on Google

Όταν δολοφονήθηκε ο George Floyd, τo 2020, ο 5χρονος τότε εγγονός της Cathy Dubois τής είπε ότι φοβόταν να ταξιδέψει στην Αμερική μήπως τους σκοτώσουν για το χρώμα του δέρματός τους. Η Γαλλίδα σκηνοθέτρια ξαφνιάστηκε τόσο από τον αντίκτυπο που είχε το γεγονός στο αγοράκι, ώστε εκείνη η ατάκα του έγινε το κίνητρο για να γυρίσει μια ταινία που χρόνια πριν είχε αρχίσει να χτίζει στο μυαλό της, αν και αρχικά σε μορφή βιβλίου: για τη δική της παιδική ηλικία.

Η Cathy είχε γεννηθεί στη Γαλλία της δεκαετίας του ‘50, από την εξωσυζυγική σχέση μιας Γαλλίδας με ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια και ενός μαύρου Σενεγαλέζου. Ο πατέρας της εξαφανίστηκε προτού ακόμα έρθει στον κόσμο. Το μόνο που της έμεινε από εκείνον ήταν το χρώμα του δέρματός του. Το νέο φιλμ της, «What Remains of Our Mother’s Loves», «είναι μια εξερεύνηση της αφρικανικής πλευράς της ταυτότητάς μου – του μέρους της που αντιστέκεται σε κάθε ετικέτα» λέει η ίδια. Η κεντρική ιστορία πλαισιώνεται από μουσική τζαζ και τη δημιουργική διαδικασία ενός κομματιού από μια πολυφυλετική ομάδα καλλιτεχνών.

Μετά την προβολή της ταινίας στο Κυρίως Διαγωνιστικό Τμήμα του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καστελλορίζου Beyond Borders, που εστιάζει ιδιαίτερα σε έργα που παντρεύουν την Ιστορία με τα καίρια θέματα του σήμερα, μοιράζεται με το Marie Claire Greece την προσωπική και καλλιτεχνική διαδρομή της.

«Όταν ήμουν νεότερη ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τη μητέρα μου να μιλήσει γι’ αυτή την ιστορία. Κάθε φορά που έθιγα το θέμα, έβαζε τα κλάματα» θυμάται η Cathy. Μετά την ατάκα του εγγονού της, ωστόσο, αποφάσισε ότι είχε έρθει η στιγμή να την αφηγηθεί στον φακό. Μεσολάβησαν πέντε χρόνια μέχρι να γράψει και να ξαναγράψει το σενάριο, να βρει χρηματοδότηση και να τη γυρίσει.

Η Cathy με τη μητέρα της. Στιγμιότυπο από την ταινία «What remains of our mother’s loves»

Η μητέρα της ήταν πολύ νέα όταν γέννησε την Cathy, «κάτι σαν μεγαλύτερη αδερφή μου, την οποία έπρεπε να φροντίσω, γιατί αισθανόμουν ότι ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη. Ήρθα όμως πολύ κοντά στη γιαγιά μου, όταν ανέλαβε να με μεγαλώσει εκείνη». Η μητέρα έμεινε έγκυος για δεύτερη φορά εκτός γάμου και «πήγε σε ένα καταφύγιο για νέες εγκύους, όπου παρέμεινε μέχρι η αδερφή μου να γίνει ενός έτους. Ο δεσμός μεταξύ της μητέρας μου και της αδερφής μου εξελίχθηκε πιο φυσικά. Εγώ την είχα αποχωριστεί πολύ μικρή».

Η μητέρα της Cathy «φοβόταν την κριτική. Νομίζω ότι φοβόταν κάπως και εμένα: θαύμαζε τον τρόπο ζωής μου, με θεωρούσε δυνατή. Παρόλο που έγινε διευθύντρια σε μια δομή όπου τούς φρόντιζε όλους, έκανε καλή δουλειά και αναγνωριζόταν γι’ αυτήν, ένιωθε ότι δεν είχε καταφέρει να κάνει το σωστό για τις κόρες της και ειδικά για μένα».

Όταν η μητέρα της έμεινε έγκυος για δεύτερη φορά εκτός γάμου, «πήγε σε ένα καταφύγιο για νέες εγκύους, όπου παρέμεινε μέχρι η αδερφή μου να γίνει ενός έτους. Ο δεσμός μεταξύ της μητέρας μου και της αδερφής μου εξελίχθηκε πιο φυσικά. Εγώ την είχα αποχωριστεί πολύ μικρή».

Η Cathy και η μητέρα της κατάφεραν να βρουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας στον χορό. Μόνο όταν χόρευαν μαζί την ένιωθε κοντά της. «Η μητέρα μου πέθανε στις 24 Μαρτίου. Στις 8 εκείνου του μήνα είχε ζητήσει να δει, για τελευταία φορά, τον γιο και τον εγγονό μου. Οδηγήσαμε λοιπόν μέχρι τη Βρετάνη και χορέψαμε μαζί. Ήταν πολύ συγκινητικό».

Η Cathy μικρό κορίτσι. Στιγμιότυπο από την ταινία «What remains of our mother’s loves»

Κάθε παιδί έχει ανάγκη από ένα τουλάχιστον σημαντικό πρόσωπο στη ζωή του και η Cathy, στερημένη από μητέρα και πατέρα, το βρήκε στο πρόσωπο της γιαγιάς της. «Ήμασταν πάρα πολύ κοντά η μία στην άλλη – ακόμα και τώρα, όταν τη σκέφτομαι νιώθω το δέρμα της να ακουμπάει στο μάγουλό μου. Παρόλο που τσακωνόμασταν πολύ, ειδικά στην εφηβεία μου, ταυτόχρονα ήμασταν πολύ δεμένες. Ήταν εκείνη που μου έδωσε δύναμη».

Μια δύναμη ιδιαίτερα πολύτιμη για την Cathy, που καθώς μεγάλωνε στη Γαλλία της δεκαετίας του ‘50, ως ένα κορίτσι μιγάς εκτός γάμου, αντιμετώπισε κάθε είδους διακρίσεις. «Η γιαγιά μου δεν έδινε καμία σημασία στο χρώμα του δέρματός σου. Ήταν μια δυναμική γυναίκα, που προερχόταν από γονείς αγρότες – αν και με μεγάλα αγροκτήματα. Στην εποχή της, τα μεγαλύτερα παιδιά έπρεπε να δουλεύουν στη φάρμα. Έτσι, όταν έκλεισε τα 21, ηλικία που θεωρούταν πια ενήλικη, τη νύχτα των γενεθλίων της φόρεσε τα παπούτσια της και το έσκασε από το σπίτι της. Έγινε οικιακή βοηθός σε μια πόλη κοντά στο Παρίσι για να έχει την ανεξαρτησία της». Η γιαγιά της ξέκοψε από τους δικούς της, για να επανασυνδεθεί μόνο όταν έγινε η ίδια μητέρα.

«Στην εποχή της γιαγιάς μου, τα μεγαλύτερα παιδιά έπρεπε να δουλεύουν στη φάρμα. Έτσι, όταν έκλεισε τα 21, ηλικία που θεωρούταν πια ενήλικη, τη νύχτα των γενεθλίων της φόρεσε τα παπούτσια της και το έσκασε από το σπίτι της. Έγινε οικιακή βοηθός σε μια πόλη κοντά στο Παρίσι για να έχει την ανεξαρτησία της».

«Η γιαγιά μου μού μετέδωσε φεμινιστικές ιδέες: να είμαι ανεξάρτητη, να έχω τη δική μου δουλειά, τον δικό μου τρόπο σκέψης. Να μπορώ να διαλέξω τη ζωή που θα κάνω. Επομένως, οι σπουδές ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για εκείνη. Το ίδιο και η ανάγνωση βιβλίων. Παράλληλα όμως, καθώς προερχόταν από ένα χωριουδάκι, είχε μεγαλώσει κοντά στα ζώα και αγαπούσε τη φύση. Στη Βρετάνη, όπου έμεινα μαζί της, πηγαίναμε για κάμπινγκ σε ένα μέρος όπου τότε δεν είχε πολλούς κατασκηνωτές και ζούσαμε με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον, τα πουλιά, τη θάλασσα, τα πάντα».

Φωτογραφία από το οικογενειακό κάμπινγκ στη Βρετάνη. Στιγμιότυπο από την ταινία «What remains of our mother’s loves»

Με την υποστήριξη της γιαγιάς της, η Cathy αντιστάθηκε σε μια εκπαιδευτικό που είχε υποτιμήσει τις ικανότητές της, επιχειρώντας να την κατευθύνει προς σπουδές «χαμηλότερων απαιτήσεων». Έκανε πραγματικότητα το όνειρό της να σπουδάσει λογοτεχνία, γλώσσα και, αργότερα, κινηματογράφο. Για πολλά χρόνια δίδαξε στο πανεπιστήμιο και σε μεγάλες εταιρείες που παρείχαν μαθήματα γαλλικών «σε μετανάστες εργάτες». Το μεταναστευτικό θέμα ανέκαθεν την ενδιέφερε. Ήδη από το 1981 είχε σκηνοθετήσει μια ταινία μικρού μήκους («Sans frontiere ou le regard de l’autre») για την ομώνυμη εφημερίδα που εκδιδόταν από και για μετανάστες.

Από μικρό κορίτσι, η γιαγιά της την ενθάρρυνε να μην κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους που συναναστρέφεται. Ήταν έξι χρονών όταν μετακόμισαν «σε ένα διαμέρισμα σε συγκρότημα κοινωνικής στέγασης [που απευθύνεται σε ευάλωτες ομάδες], όπου πολλοί είχαν έρθει, στο πρώτο μεταναστευτικό κύμα, από την Αλγερία, το Μαρόκο». Η γιαγιά της ήθελε πάντα οι εγγονές της να έχουν «μια ποικιλόμορφη κοινωνική ζωή. Να μπορούμε να επικοινωνήσουμε με διαφορετικούς τύπους ανθρώπων – με πολύ πλούσιους και πολύ φτωχούς».

Δεν ήταν όλοι εξίσου ανοιχτοί. Θυμάται, μικρή, να της φωνάζουν στον δρόμο ατάκες όπως «γύρισε στην πατρίδα σου, πήγαινε πίσω στη ζούγκλα». Ή «να μπαίνεις σε ένα κατάστημα για να αγοράσεις ένα φόρεμα ή ένα παντελόνι, να σε κοιτούν και να σου λένε: δεν έχουμε το νούμερό σου».

Θυμάται, μικρή, να αντιμετωπίζει «σκληρές» καταστάσεις, για παράδειγμα να της φωνάζουν στον δρόμο ατάκες όπως «γύρισε στην πατρίδα σου, πήγαινε πίσω στη ζούγκλα». Ή «να μπαίνεις σε ένα κατάστημα για να αγοράσεις ένα φόρεμα ή ένα παντελόνι, να σε κοιτούν και να σου λένε: δεν έχουμε το νούμερό σου».

Θυμάται να δυσκολεύεται να βρει σπίτι να νοικιάσει λόγω του χρώματος του δέρματός της. «Όταν ήμουν φοιτήτρια, τηλεφωνούσα [σε κάποιον που νοίκιαζε σπίτι] και του έλεγα το όνομά μου, που είναι τυπικά γαλλικό. Όταν όμως πήγαινα να δω το σπίτι σχολίαζαν, α, λυπούμαστε, μόλις νοικιάστηκε. Έστελνα λοιπόν τη μητέρα μου να βλέπει τα σπίτια, που είναι ξανθιά και έχουμε το ίδιο όνομα».

Η Cathy Duboi μπροστά σε οικογενειακές φωτογραφίεs. Στιγμιότυπο από την ταινία «What remains of our mother’s loves»

Για την ίδια την Cathy, το χρώμα του δέρματός της «δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν οι αντιδράσεις των άλλων. Ποτέ δεν είχα ευχηθεί να έχω ξανθά μαλλιά ή μπλε μάτια. Και δεν καταλάβαινα γιατί να “πρέπει” όλοι να είναι ίδιοι. Μπορείς να είσαι κοντός, μπορείς να είσαι ψηλός, μπορείς να είσαι λεπτός, μπορείς να είσαι παχύς, μπορείς να έχεις μπλε μάτια, μπορείς να έχεις καστανά μάτια και να σε αποδέχονται για αυτό που είσαι. Για μένα ήταν ανέκαθεν δύσκολο να σκέφτομαι με όρους κοινότητας. Καταλαβαίνω ότι κάποιες φορές χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε την κοινότητα σαν όπλο, για παράδειγμα, οι γυναίκες. Γιατί έχουμε κοινές εμπειρίες. Παρ’ όλα αυτά, προτιμώ να ζω ελεύθερη [από κοινότητες]. Υπάρχει ένα βιβλίο του Philip Roth [«Το ανθρώπινο στίγμα»] όπου ο ήρωας επιλέγει να κρύβει το σκούρο χρώμα του δέρματός του γιατί είναι σχετικά ανοιχτόχρωμος. Λέει, “δεν θέλω να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στο να είμαι λευκός ή να είμαι μαύρος. Θέλω να είμαι ελεύθερος να χτίσω τη ζωή μου”. Το ίδιο ισχύει και για εμένα».

«Υπάρχει ένα βιβλίο του Philip Roth [«Το ανθρώπινο στίγμα»] όπου ο ήρωας επιλέγει να κρύβει το σκούρο χρώμα του δέρματός του γιατί είναι σχετικά ανοιχτόχρωμος. Λέει, “δεν θέλω να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στο να είμαι λευκός ή να είμαι μαύρος. Θέλω να είμαι ελεύθερος να χτίσω τη ζωή μου”. Το ίδιο ισχύει και για εμένα».

Στη διάρκεια της συζήτησής μας η Cathy ανατρέχει στη Γαλλία της περιόδου μεταξύ του Μάη του ‘68 και των αρχών των 80s, όταν το όνειρο της επανάστασης ήταν ζωντανό και η χώρα έβραζε από τους πειραματισμούς. Τα μέτωπα ήταν πολλαπλά – γυναίκες και μετανάστες αγωνίζονταν, μεταξύ άλλων, για ισότιμα δικαιώματα και ευκαιρίες. «Τα πειράματα δεν ήταν μόνο κοινωνικά αλλά και αισθητικά – την ίδια περίοδο, κάναμε πειραματικό σινεμά».

Αναζητώντας την αφρικανική πλευρά της ταυτότητάς της. Στιγμιότυπο από την ταινία «What remains of our mother’s loves»

Κάποιες από εκείνες τις μάχες κερδήθηκαν. Όπως για τις μεικτές σχέσεις, για παράδειγμα ανάμεσα σε μια λευκή και έναν μαύρο, που δεν θεωρούνται πλέον εξωτικό θέαμα. Όμως μέχρι σήμερα στη Γαλλία «εθελοτυφλούμε για το αποικιακό παρελθόν μας, παρόλο που η άνεση της καθημερινότητάς μας χτίστηκε πάνω σε αυτό». Επίσης ο ρατσισμός όχι απλώς επιβιώνει αλλά συνεχίζει να εκδηλώνεται ανερυθρίαστα. Όταν ο γιος της Cathy εργάστηκε ως υπάλληλος σε πολυκατάστημα όπου έφερε σε καρτελάκι το όνομά του, Frederic, κάποιοι σχολίαζαν, για την απροσδιόριστης καταγωγής σκουρόχρωμη εμφάνισή του, ότι «δεν σε λένε Frederic» αλλά «Farid» ή «Mohamed».

Ενώ η Ακροδεξιά βρίσκεται σε άνοδο, όχι μόνο στη Γαλλία αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη (λίγες μέρες μετά τη συζήτησή μας, το ακροδεξιό κόμμα AfD θριαμβεύει στη γερμανική Σαξονία-Άνχαλτ), αναρωτιέμαι ποια συναισθήματα τής προκαλούν οι σκέψεις για το μέλλον. «Δεν νιώθω ανασφάλεια για μένα, είμαι αρκετά μεγάλη πλέον. Ανησυχώ όμως για το παιδί και το εγγόνι μου. Ο γιος μου, δυστυχώς, έχει διαγνωστεί εδώ και δέκα χρόνια με Πάρκινσον και φοβάμαι για νέες πολιτικές που θα του στερήσουν την οικονομική υποστήριξη. Φοβάμαι για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο κόσμος την κλιματική αλλαγή. Φοβάμαι για τον εγωκεντρισμό και για το χρήμα ως τον μόνο θεό. Θέλω να έχω ανοιχτή την καρδιά μου, αλλά πολλοί κλείνουν τις πόρτες τους. Την επόμενη χρονιά έχουμε εθνικές εκλογές στη Γαλλία και τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά».

«Δεν νιώθω ανασφάλεια για μένα, είμαι αρκετά μεγάλη πλέον. Ανησυχώ όμως για το παιδί και το εγγόνι μου. Ο γιος μου, δυστυχώς, έχει διαγνωστεί εδώ και δέκα χρόνια με Πάρκινσον και φοβάμαι για νέες πολιτικές που θα του στερήσουν την οικονομική υποστήριξη».

Στο Q&A της προηγούμενης ημέρας, μετά την προβολή, κάποιοι σχολίασαν ότι σε κανένα σημείο της ταινίας της δεν εκφράζει θυμό. Ούτε για τη μητέρα της ούτε για τον πατέρα της ούτε για όσους την αντιμετώπισαν υποτιμητικά. Ο θυμός δεν είναι κίνητρο για την Cathy. Δεν γνωρίζει πώς πρέπει να αντιδράσει στον κόσμο που έρχεται και που «σίγουρα θα είναι πολύ διαφορετικός», αλλά πιστεύει ότι πρέπει να κρατήσουμε ανοιχτό το μυαλό μας και «να βρούμε έναν τρόπο να ζήσουμε μαζί». Στο μεταξύ, συνεχίζει να κάνει «το μόνο πράγμα που ξέρω: να εργάζομαι σκληρά».

Info

Περισσότερες πληροφορίες για το φεστιβάλ και την ταινία: beyondborders.gr

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below