Η Βιρζινί Εφιρά διαθέτει τη λάμψη μιας μεγάλης σταρ του γαλλικού σινεμά, χωρίς την αποστασιοποίηση που συχνά συνοδεύει μια τέτοια εικόνα. Στο φετινό Φεστιβάλ Καννών, στο οποίο θριάμβευσε κερδίζοντας το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας (εξ ημισείας με τη συμπρωταγωνίστριά της, Τάο Οκαμότο) για την ταινία «Έτσι ξαφνικά» (που κυκλοφόρησε αυτόν το μήνα στις ελληνικές αίθουσες).
Συναντήσαμε μια άμεση, αστεία και αναζωογονητικά ειλικρινή γυναίκα που ξέφευγε από τις συμβάσεις μιας παραδοσιακής συνέντευξης. Αλλωστε και η ίδια της η καριέρα έχει ακολουθήσει ανορθόδοξη πορεία, ξεκινώντας από την τηλεόραση στο Βέλγιο και φτάνοντας σε συνεργασίες με σκηνοθέτες όπως οι Ζιστίν Τριέ, Ασγκάρ Φαραντί και Πολ Βερχόφεν. Στο «Ετσι ξαφνικά» του υποψήφιου για Οσκαρ Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι υποδύεται τη Μαρί-Λου, διευθύντρια μιας μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων, η οποία γνωρίζει μια καρκινοπαθή Γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα. Η συνάντησή τους εξελίσσεται σε μια απρόσμενη σχέση που τις φέρνει αντιμέτωπες με την ασθένεια και την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση, σε μια ταινία-ύμνο στον ουμανισμό και την ενσυναίσθηση.
Εχετε κάτι κοινό με τον χαρακτήρα σας, τη Μαρί-Λου; Σας άλλαξε η ταινία με κάποιον τρόπο;
Νομίζω ότι έχω κάποια κοινά στοιχεία με τη Μαρί-Λου. Νομίζω ότι έχω πολλή ενσυναίσθηση και ότι είμαι περίεργη για τους άλλους ανθρώπους. Αλλά είμαι απόλυτη, επίσης. Μπορεί να πιστεύω ότι γνωρίζω καλά τα πράγματα, ότι έχω δίκιο. Μπορεί να έχω τόση αυτοπεποίθηση ώστε να πιστεύω ότι τα ξέρω όλα. Αυτό είναι κάτι που μοιράζομαι με τη Μαρί-Λου. Επειτα από αυτή την ταινία, σκέφτομαι περισσότερο τον χρόνο που απαιτείται για να καταλάβεις κάποιον που δεν σκέφτεται όπως εσύ. Με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα ορισμένα πολιτικά ζητήματα, ανθρώπους με άλλες απόψεις, με διαφορετικές πολιτικές θέσεις. Χωρίς κριτική, χωρίς ηθικολογία. Η ταινία μιλάει για το ποιος είναι πραγματικά ζωντανός. Καταλαβαίνω ότι κάποιοι μπορεί να τη βρουν παράξενη ή πολύ ιδιαίτερη. Κάποιοι, όμως, που θα την αγαπήσουν, θα την αγαπήσουν πολύ και κάτι θα αλλάξει μέσα στην καρδιά τους. Κι αυτό είναι το νόημα: να μιλάμε, να μοιραζόμαστε με τους άλλους.
Η ταινία μιλάει πολύ για την κοινότητα, τη μοναξιά, αλλά και τον καπιταλισμό. Τι σας έκανε να σκεφτείτε για τον τρόπο που ζούμε σήμερα;
Στην ταινία μιλάμε για τον καπιταλισμό και για το γεγονός ότι υπάρχουν περισσότεροι ηλικιωμένοι και λιγότεροι νέοι. Αρχικά αναφερόμαστε στην Ιαπωνία και την Κορέα επειδή πρόκειται για κοινωνίες που βασίζονταν σε μια ισχυρή εξουσία, με πατριαρχική δομή. Αλλά, όπως λέει η ταινία, το ίδιο συμβαίνει και στη Γαλλία. Πηγαίνουμε προς την ίδια κατεύθυνση. Τελικά όλοι βρισκόμαστε μέσα στο ίδιο καπιταλιστικό σύστημα. Δεν μπορούμε να αποσυνδέσουμε την ύπαρξή μας από το σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε. Για να τα βγάλουμε πέρα πρέπει να κερδίζουμε χρήματα. Και δεν έχουμε πια χρόνο να αφιερώσουμε στα υπόλοιπα πράγματα που θα θέλαμε να κάνουμε. Οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον τον χρόνο ούτε την ενέργεια να κάνουν παιδιά, να δημιουργήσουν οικογένειες ή κοινότητες.
Άλλαξε η γνώμη σας για τον καπιταλισμό μετά την ταινία;
Για μένα είναι ένα σημαντικό θέμα γιατί πάντα είχα αντικαπιταλιστικές απόψεις, ενώ η ίδια ζω μέσα στον καπιταλισμό. Είναι μια αντίφαση που αντιλαμβάνομαι ότι με χαρακτηρίζει. Δείτε το Φεστιβάλ Καννών, στο οποίο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή. Είναι ίσως το πιο λαμπερό φεστιβάλ και ταυτόχρονα προβάλλει ταινίες που μιλούν για τους φτωχούς, τους εξαθλιωμένους, τις αντιφάσεις της κοινωνίας μας. Αν κοιτάξεις γύρω σου, θα δεις γιοτ και πισίνες. Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις.
Από τη στιγμή που η ταινία ασκεί πολιτική κριτική, βλέπετε τη Μαρί-Λου ως πολιτικό χαρακτήρα;
Δεν είδα ποτέ τη Μαρί-Λου έτσι. Βεβαίως ανήκει σε μια πολιτική ταινία, ο καθένας μας κάνει πολιτικές πράξεις μέσα από τις επιλογές που κάνει κι αυτό συμπεριλαμβάνει τη Μαρί-Λου. Μου αρέσει, επίσης, εκείνη η σκηνή που είναι πολύ θεωρητική για τη δημοκρατία και τον καπιταλισμό, όπου καταλαβαίνει ότι αν θέλει να λύσει το πρόβλημα με τα χρήματα, παραμένει μέσα στο ίδιο το πρόβλημα. Πρέπει, λοιπόν, να βρει κάτι άλλο.
Ως ηθοποιός, έχετε προσωπικές πολιτικές δεσμεύσεις που θα εκφράζατε δημοσίως;
Οχι. Δεν είμαι τόσο θαρραλέα. Μερικές φορές οι ηθοποιοί υπογράφουν ανοιχτές επιστολές. Αλλά υπάρχει επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος βλέπει τους ηθοποιούς που βγάζουν χρήματα: κάποιες φορές είναι σαν να λέμε ότι ξέρουμε πολύ καλύτερα από τους άλλους πώς πρέπει να σκέφτονται. Αυτό το σκέφτηκα πολύ βλέποντας τι συνέβαινε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακούω τέτοια πράγματα. Λέω στον εαυτό μου: εκείνος ή εκείνη το είπε αυτό, αλλά ίσως το είπε με συγκεκριμένο τρόπο. Ακούω, αλλά δεν ξέρω πάντα τι να κάνω με όλα αυτά.

Αναφέρατε ότι το αδύνατο μπορεί να γίνει εφικτό. Πότε το καταλάβατε αυτό;
Νομίζω ότι είναι δυνατό να έχεις δύο διαφορετικές σκέψεις ταυτόχρονα. Να αναγνωρίζεις ότι η κατάσταση είναι απελπιστική και παρ’ όλα αυτά να μην παραιτείσαι από την προσπάθεια να την αλλάξεις. Αυτό είναι κάτι που με καθοδηγούσε πολύ πριν παίξω σε αυτή την ταινία. Μπορώ να σας δώσω ένα απλό παράδειγμα: τη διαδρομή μου. Ξεκίνησα στην τηλεόραση. Δεν ήταν το όνειρό μου. Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο να πω στον εαυτό μου: «Μια μέρα θα δουλέψεις με τον Πολ Βερχόφεν» (σ.σ.: σκηνοθέτη του «Benedetta»). Δεν υπάρχει ισότητα στις ευκαιρίες. Δεν πιστεύω τη φράση που ακούμε συχνά: «Αν το θέλω, μπορώ». Αλλά μερικές φορές, αν θέλεις κάτι αρκετά, μπορείς να βρεις έναν τρόπο να το πραγματοποιήσεις. Το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό. Και η απάντηση βρίσκεται πάντα έξω από σένα. Η κοινωνία μάς υπαγορεύει να φροντίζουμε τον εαυτό μας: περιποίηση της επιδερμίδας, προσωπική ανάπτυξη και όλα αυτά. Περνάμε υπερβολικά πολύ χρόνο με τον εαυτό μας. Η λύση, όμως, συχνά βρίσκεται στους άλλους.
Πώς βλέπετε την πορεία της καριέρας σας σε διεθνές επίπεδο;
Κατάφερα να μάθω ιαπωνικά γι’ αυτή την ταινία. Αφού κατάφερα να κάνω αυτό, ίσως μπορέσω να κάνω το ίδιο και με τα αγγλικά, αν δουλέψω σκληρά ή το θελήσω. Μετά, όμως, θα ήθελα να επιστρέψω στη Γαλλία γιατί είναι μια χώρα όπου μπορούν να γίνουν πολλές ενδιαφέρουσες ταινίες.
Πώς είναι οι σχέσεις σας με τις άλλες γυναίκες ηθοποιούς;
Χτες έτυχε να βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο με τη Λεά Σεϊντού και τη Μαριόν Κοτιγιάρ κι αυτό ήταν υπέροχο. Δεν είμαστε απαραιτήτως στενές φίλες, αλλά υπάρχει κάτι ανάμεσα στις γυναίκες που δεν είναι καθόλου ανταγωνιστικό. Ισως επειδή δεν είμαστε πια 20 ετών. Υπάρχει πολλή καλοσύνη. Η Μαριόν, για παράδειγμα, μου έλεγε από την πρώτη στιγμή, όταν είχα κάνει μόνο δύο ή τρεις ταινίες: «Σε παρακολουθώ και θεωρώ ότι αυτό που κάνεις είναι θαυμάσιο». Μερικές φορές τής προτείνουν μια ταινία και δεν μπορεί να την κάνει. Και χάρη στο γεγονός αυτό, μπόρεσα να την κάνω εγώ. Συμβαίνουν κι αυτά. Φυσικά, δεν είναι ότι στη βιομηχανία όλοι λατρεύουν ο ένας τον άλλον. Αλλά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι για τους οποίους σκέφτομαι ότι θα είναι εκεί για να με στηρίξουν, ακόμη και αν δεν υπάρχει επιτυχία, ακόμη και αν τα πράγματα δεν πάνε καλά.



