Είναι από τους καλλιτέχνες που η δουλειά τους έχει πάντα ενδιαφέρον· είτε σκηνοθετεί, είτε χορογραφεί, είτε χορεύει ή έχει την καλλιτεχνική επιμέλεια ενός project. Πολλά μπορούν να γραφτούν γι’ αυτό τον Αθηναίο δημιουργό, απόφοιτο της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, ιδρυτή του Χοροθεάτρου Οκτάνα, πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Χοροθέατρου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και μέχρι πρότινος διευθυντή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Όμως τίποτε από αυτά δεν θα φανέρωνε τη δημιουργική τρέλα, την τόλμη, το χιούμορ και το πάθος του Κωνσταντίνου Ρήγου για όλα όσα τον αφορούν και όλα εκείνα που ακόμη λαχταρά να ανακαλύψει.

Φωτογραφίες: Μάριος Σάγιας

Επιστρέφεις στο Εθνικό με Σαίξπηρ. Τι είδες στο «Πολύ κακό για το τίποτα» που σου κίνησε το ενδιαφέρον;

Επιστρέφω στο Εθνικό -και είναι μεγάλη μου χαρά- μετά την «Bossa Nova», τον «Τιτανικό» και τον «Άνεμο», που ήταν δικές μου δημιουργίες, αλλά και τα «Κόκκινα Φανάρια» και τους «Ιππείς». Τώρα, με μια κωμωδία του Σαίξπηρ, είχα ανάγκη να κάνω ένα έργο που μιλάει για τη φωτεινή πλευρά της ζωής· ένα έργο ζωντανό, που σου αφήνει περιθώρια να πειραματιστείς και να φτιάξεις τον κόσμο που εσύ επιθυμείς. Τα έργα αυτά του Σαίξπηρ λατρεύουν τις μεταμορφώσεις και τα παιχνίδια ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, κι αυτό σε αφήνει ελεύθερο να φτιάξεις ένα μαγευτικό παραμύθι. Ο Σαίξπηρ αντέχει να δοκιμάσεις τα όρια της κωμωδίας και εδώ δημιουργήθηκε ένας θίασος έτοιμος για όλα.

Η Βεατρίκη είναι η αγαπημένη μου σαιξπηρική ηρωίδα: ετοιμόλογη, κυνική, αλλά στο βάθος ρομαντική, σπιρτόζα, μια φεμινίστρια της εποχής της.

Σε καταλαβαίνω απόλυτα σε σχέση με τη Βεατρίκη. Είναι ένα σύμβολο, σωστά τη λατρεύεις, και στο πρόσωπο της Σμαράγδας Καρύδη θα βρει την ιδανική της έκφραση.

«Νομίζω ότι αυτό είναι τελικά και το νόημα της δημιουργίας: να συνεχίζεις να ψάχνεις κάτι που δεν έχεις βρει ακόμη. Να έχεις ακόμα ερωτήσεις».

Τόσο η Βεατρίκη όσο και ο Βενέδικτος χρησιμοποιούν την ευφυΐα και το χιούμορ ως άμυνα απέναντι στον έρωτα. Σε ενδιαφέρουν περισσότερο οι ερωτευμένοι όταν αντιστέκονται στον έρωτα;

Με ενδιαφέρουν οι ερωτευμένοι απ’ όποια πλευρά κι αν τους δεις. Η ζωντάνια που μας δίνει ο έρωτας είναι ίσως το πιο ισχυρό όπλο που διαθέτει ο άνθρωπος απέναντι στη ζωή. Όμως αυτή η αντίσταση που έχουν οι ήρωες του έργου απέναντι στον έρωτα δημιουργεί το υλικό για να διασκεδάσεις πάνω στον έρωτα, στις σχέσεις και τελικά στην ίδια τη ζωή. Το έργο μιλάει για δύο εκδοχές του έρωτα: τη Βεατρίκη απέναντι στον Βενέδικτο και την Ηρώ απέναντι στον Κλαύδιο. Εμείς προσθέσαμε και μια τρίτη, τη Μαργαρίτα απέναντι στον Βοράκιο. Η εκδοχή που συλλάβαμε και διαμόρφωσε η Έρι Κύργια αλλάζει λίγο κάποια δεδομένα του έργου, καθώς και μέρος του φινάλε, χωρίς όμως να χάνεται τίποτε από την πλοκή και την ουσία του.

Όταν σκέφτεσαι τον έρωτα, ποια μουσική, τι ρυθμός παίζει μέσα στο κεφάλι σου;

Ο έρωτας έχει πολύ μεγάλο soundtrack για μένα, δεν είναι ένα κομμάτι, ένας ρυθμός, κάθε στιγμή είναι κάτι άλλο και όπως λέει και η Βεατρίκη στο «Πολύ κακό για το τίποτα», ο έρωτας περνάει από τρεις ρυθμούς: τη σάλσα, τη ρούμπα και τη σάμπα. Πώς και γιατί θα απαντηθούν στην παράσταση.

Στις παραστάσεις σου η μουσική έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. (Σκέφτομαι τις πιο πρόσφατες «Πεταλούδες στο στομάχι», «Brokeback Mountain».) Γιατί νιώθεις την ανάγκη να κάνεις χώρο για το τραγούδι;

Γιατί η μουσική παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μου, με εμπνέει, με αναζωογονεί, αλλά και με διασκεδάζει. Όταν το έργο το χρειάζεται, λοιπόν, είναι εκεί. Μια ζωή μόνο πρόζα δεν είναι ζωή.

Έχω την αίσθηση ότι στη δική σου σκηνική γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ πραγματικό σύνορο ανάμεσα στο θέατρο, στο χορό, στη μουσική, στην εικόνα, στην ποπ κουλτούρα. Αισθάνεσαι ότι έχεις πια την ελευθερία να μην αποδεικνύεις τι είσαι;

Νομίζω ότι έχω πλέον τη δυνατότητα να χειρίζομαι διαφορετικά εκφραστικά μέσα και να τα χρησιμοποιώ ανάλογα με αυτό που θέλω να πω κάθε φορά. Το θέατρο, ο χορός και η μουσική για μένα είναι ένα. Νομίζω πως το τι είμαστε διαμορφώνεται και κωδικοποιείται για τους άλλους μέσα από τα χρόνια της δημιουργίας. Αυτό, κατά κάποιον τρόπο, σε απελευθερώνει, γιατί δεν χρειάζεται να συστήνεις τον εαυτό σου κάθε φορά που δημιουργείς κάτι. Εσύ δημιουργείς και το κοινό θα δει, θα κρίνει και θα αποφασίσει τι είσαι.

Και λίγο πριν από τον Σαίξπηρ καταπιάνεσαι με τους «Dreamers». Τι σε τράβηξε περισσότερο: ο Μάης του ’68, το σινεμά, η ερωτική ελευθερία ή εκείνη η σχεδόν αλαζονική πεποίθηση της νιότης ότι μπορεί να ξαναφτιάξει τον κόσμο;

Οι «Dreamers» ήταν ένα υπέροχο ταξίδι με τρεις νέους ηθοποιούς στο χθες. Ο Βασίλης, η Ινώ και ο Νικόλας μπήκαν στην παράσταση αποφασισμένοι να ταξιδέψουν, να αγαπήσουν, να καταλάβουν και να νιώσουν εκείνη την εποχή και τα αιτήματά της. Μπήκα κι εγώ σε μια άλλη εποχή, όπου τα ιδανικά ήταν διαφορετικά και η ανάγκη για κοινωνική και σεξουαλική απελευθέρωση ήταν ζητούμενο, αλλά και επιταγή της εποχής. Το έργο μού θύμισε τη δική μου εφηβεία, τότε που αναζητούσαμε το αύριο, στα τέλη των 80s, όταν η σεξουαλική απελευθέρωση είχε ακυρωθεί από τον φόβο του AIDS, όταν η Madonna έβγαζε το «Like a Virgin» και η disco ήταν μια περιθωριακή μουσική. Μέσα σε όλα αυτά ανακάλυψα κι εγώ την αγάπη μου για τον κινηματογράφο. Έβλεπα, όπως οι ήρωες, τρεις ταινίες τη βραδιά και δούλευα σε μια εφημερίδα παρουσιάζοντας ταινίες στο κοινό. Εκεί βρήκα την επαφή μου με το έργο και την ιστορία, γιατί πολλές από τις ταινίες που αναφέρει ήταν ταινίες που τότε ανακάλυψα κι εγώ και είδα.

Υπάρχουν ταινίες που θα έλεγες ότι σε διαμόρφωσαν;

Ανάμεσα σε άλλες «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του» του Βισκόντι, «La Dolce Vita» του Φελίνι, «Οι Καταραμένοι» του Βισκόντι, «Zabriskie Point» του Αντονιόνι, «Ο Καβγατζής» του Φασμπίντερ, «Blade Runner» του Σκοτ, «Θεώρημα» του Παζολίνι, «West Side Story» των Ρόμπινς και Γουάιζ, «Πυρετός το Σαββατόβραδο» του Μπάνταμ, «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ, «Μια θέση στον ήλιο» του Στίβενς, «Οδύσσεια 2000» του Κιούμπρικ, «Δωμάτιο με θέα» του Άιβορι, «Οργισμένο Είδωλο» του Σκορσέζε, «Misfits» του Χιούστον, «Cabaret» και φυσικά «All that Jazz» – και τα δύο του Φόσι.

Η γενιά των «Dreamers» πίστευε πως η τέχνη, το σινεμά και η σεξουαλική απελευθέρωση μπορούσαν να αλλάξουν τη ζωή. Πιστεύεις ότι ένας εικοσάχρονος σήμερα μπορεί ακόμη να πιστέψει τόσο απόλυτα σε κάτι;

Θα έπρεπε. Αν δεν μπορείς να πιστέψεις σε κάτι, δεν έχεις όνειρα που μπορεί να πραγματοποιηθούν ή να ακυρωθούν. Η χαρά και η απογοήτευση είναι συναισθήματα και πρέπει να τα βιώσεις. Πρέπει όμως να είναι πραγματικά και όχι εικονικά. Σήμερα οι σχέσεις μοιάζουν περισσότερο εικονικές και περασμένες από φίλτρα. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως ακόμα και τώρα γεννιούνται ιδέες που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο – και ανάμεσά μας ζουν εκείνα τα παιδιά που στο μέλλον θα είναι αυτοί που θα πάνε τον κόσμο, την τέχνη και την ιστορία μπροστά. Και οι σημερινοί νέοι έχουν μεγαλύτερα κύματα να παλέψουν. Αλλά δεν ξέρεις… μπορεί να γίνουν καλύτεροι σέρφερ.

Οι τρεις νέοι ηθοποιοί της παράστασης (Ινώ Αθανασιάδου, Βασίλης Μπούτσικος, Νικόλας Χαλκιαδάκης) σου θύμισαν καθόλου τον εαυτό σου όταν ξεκινούσες;

Το δόσιμό τους, η έρευνα που έκαναν, η μεθοδική και αναλυτική σκέψη, η ανάγκη για συζήτηση, τα ερωτηματικά, όλα μού θύμισαν την εποχή που ξεκινούσα. Σίγουρα έχουν δει περισσότερα απ’ ό,τι εμείς τότε. Θυμάσαι, τότε δεν υπήρχε Ίντερνετ. Αυτό είναι και καλό και κακό. Ξέρουν πολλά, αλλά έχουν ανακαλύψει βιωματικά λιγότερα. Εμείς έπρεπε να ψάξουμε, να περιπλανηθούμε, να ανακαλύψουμε μόνοι μας κάποια πράγματα. Ίσως αυτή η ανακάλυψη να είναι κι ένα κομμάτι της ίδιας της δημιουργίας.

Μετά από οκτώ χρόνια στη διεύθυνση του Μπαλέτου της Λυρικής, τι αισθάνεσαι; Απολύτως ελεύθερος ή ότι σου λείπει κάτι;

Δεν αισθάνθηκα ποτέ στη διεύθυνση του Μπαλέτου της Λυρικής μη ελεύθερος. Σε όλη αυτή την περίοδο δούλεψα πολύ δημιουργικά και αποτελεσματικά με βάση έναν στόχο που είχα θέσει και που αισθάνομαι ότι επιτεύχθηκε.

Τι κατάφερες ως διευθυντής που δεν θα μπορούσες ως χορογράφος;

Πρακτικά είναι δύο διαφορετικές δουλειές. Ως χορογράφος έχω την άποψή μου για τον χορό, για την κίνηση, για το θέαμα. Ως διευθυντής έπρεπε να λειτουργώ με βάση το τι είναι σωστό για την ομάδα, για το κοινό, για την ιστορική πορεία της ομάδας προς το μέλλον και πάντα με στόχο το καλύτερο. Αυτός ήταν και ο λόγος που στον προγραμματισμό είχαμε πάντα διαφορετικά στυλ χορού, σημαντικούς χορογράφους και χορευτές απ’ όλο τον κόσμο, αλλά ανοίξαμε για πρώτη φορά τόσο έντονα και τις πόρτες σε Έλληνες χορογράφους και συντελεστές. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι βγήκαμε και εκτός Λυρικής και safe zone τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, αλλά και σε μη θεατρικούς χώρους, φέρνοντας το μπαλέτο σε επαφή με ένα διαφορετικό κοινό· με ανθρώπους που μπορεί να μην είχαν επιλέξει ποτέ να δουν μια παράσταση χορού. Λειτουργήσαμε ακόμη και ως pop-up performers.

Φοβήθηκες ποτέ ότι ο θεσμικός σου ρόλος σε έκανε λιγότερο αιχμηρό καλλιτέχνη;

Εφόσον έκανα τη «Χρυσή εποχή» στη Λυρική, δεν μπορώ να ισχυριστώ κάτι τέτοιο.

Η «Χρυσή εποχή» παρουσιάστηκε σαν ένα συναισθηματικό mixtape 35 χρόνων δουλειάς με χιούμορ και νοσταλγία. Χρησιμοποιείς τη νοσταλγία ως υλικό;

Είμαι νοσταλγικός άνθρωπος, αλλά περισσότερο θέλω να ζω στο τώρα. Λιγότερο κάνω προβολές για το πώς θα ήθελα να είμαι στο μέλλον. Δεν το έκανα ποτέ και ίσως γι’ αυτό τον λόγο βρίσκομαι πάντα στο τώρα. Η νοσταλγία για μένα δεν είναι επιστροφή. Είναι περισσότερο ένας τρόπος να κοιτάζω αυτά που έχω ζήσει και να τα ξαναχρησιμοποιώ ως υλικό.

Το 1990 ιδρύεις την ΟΚΤΑΝΑ, στη συνέχεια συνεργάζεσαι με το ΚΘΒΕ, το Εθνικό, ασχολείσαι με την όπερα, τη φωτογραφία, τα εικαστικά, τα περιοδικά, συνεργάζεσαι με λαϊκούς καλλιτέχνες. 36 χρόνια μετά, αν συναντούσες σήμερα εκείνο τον Κωνσταντίνο, τι σου θα έλεγε;

«Γεια σου. Χαίρομαι που σε βλέπω».

Στη δουλειά σου επανέρχονται ο έρωτας, η ομορφιά, η παρακμή, η νεότητα, η νοσταλγία, η ποπ κουλτούρα, το σώμα. Φτιάχνουν οι εμμονές μας τη βιογραφία μας;

Νομίζω πως ναι. Είμαστε η σκέψη μας, η ανάσα μας και οι εμμονές μας. Όλα αυτά δημιουργούν σταδιακά μια διαδρομή που είμαστε εμείς. Μπορεί να μην το καταλαβαίνουμε όταν συμβαίνει, αλλά κοιτάζοντας πίσω βλέπεις ότι κάποια πράγματα επιστρέφουν συνεχώς. Και τελικά, αυτά είναι που σε έχουν διαμορφώσει.

Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σε κάνει να μπαίνεις σε μια άδεια αίθουσα και να θέλεις να φτιάξεις κάτι;

Για μένα η δουλειά μου σημαίνει να ζεις, να ερωτεύεσαι, να ονειρεύεσαι, να απογοητεύεσαι και να ξανασηκώνεσαι. Να μη φοβάσαι να δοκιμάζεις. Νομίζω ότι αυτό είναι τελικά και το νόημα της δημιουργίας: να συνεχίζεις να ψάχνεις κάτι που δεν έχεις βρει ακόμη. Να έχεις ακόμα ερωτήσεις.

Φωτογραφίες: Μάριος Σαγιάς

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below