H καταδίκη του Russell Brand για βιασμό και τρεις κατηγορίες σεξουαλικής επίθεσης επισφραγίζει την πτώση του ηθοποιού και κωμικού, ο οποίος τώρα αντιμετωπίζει την ποινή της φυλάκισης. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι μέχρι τέλους ήταν στο πλευρό του, στο δικαστήριο, η σύζυγός του, Laura Brand. Ήταν μάλιστα η μοναδική που δέχτηκε να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης για τον χαρακτήρα του στο Κακουργιοδικείο του Σάουθγουορκ.
Η εικόνα που έδωσε για τον σύζυγό της ενώπιον του δικαστηρίου ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη των θυμάτων. «Ο Ράσελ, ο σύζυγός μου, είναι στοργικός, είναι ευγενικός, είναι ένας υπέροχος πατέρας για τα παιδιά μας», είπε στους ενόρκους. «Ο τρόπος με τον οποίο μου συμπεριφέρεται δείχνει ότι με γνωρίζει πραγματικά. Νιώθω ότι με βλέπει και με καταλαβαίνει σε κάθε επίπεδο».
Ποια είναι όμως η Laura Brand; Γεννημένη το 1987 με το όνομα Laura Gallacher, είναι η μικρότερη αδελφή της τηλεοπτικής παραγωγού Kirsty Gallacher και κόρη του Bernard Gallacher, πρώην επαγγελματία παίκτη του γκολφ, ο οποίος είχε κατακτήσει το Ryder Cup. Μεγάλωσε στο Wentworth Estate, στο Σάρεϊ της Αγγλίας, ένα μέρος που η ίδια περιέγραψε ως «έναν μαγικό κόσμο».
Γνωρίστηκε με τον Russell τον Αύγουστο του 2006, στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, όταν εκείνη ήταν μια 19χρονη φοιτήτρια Καλών Τεχνών και εκείνος ένας 31χρονος κωμικός που έβλεπε, τότε, τη φήμη του να απογειώνεται. Τον πλησίασε μετά από μια παράστασή του και του συστήθηκε ως η αδερφή της ήδη γνωστής τότε τηλεοπτικής παρουσιάστριας. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και άρχισαν να βγαίνουν, αλλά η σχέση τους έληξε τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς, καθώς η Laura ανακάλυψε ότι εκείνος διατηρούσε σχέσεις και με άλλες γυναίκες αλλά επιθυμούσε την αποκλειστικότητα.
Αντάλλαξαν τηλέφωνα και άρχισαν να βγαίνουν, αλλά η σχέση τους έληξε τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς, καθώς η Laura ανακάλυψε ότι εκείνος διατηρούσε σχέσεις και με άλλες γυναίκες αλλά επιθυμούσε την αποκλειστικότητα.
Επανασυνδέθηκαν χρόνια μετά, όταν συναντήθηκαν ξανά τυχαία, το 2015, αφού στο μεταξύ ο Russell είχε παντρευτεί και χωρίσει από την Katy Perry. Παντρεύτηκαν δύο χρόνια αργότερα και απέκτησαν μαζί τρία παιδιά.
Ο Brand είχε παραπεμφθεί σε δίκη τον περασμένο μήνα, αντιμετωπίζοντας συνολικά επτά κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος έξι γυναικών, τα οποία φέρονταν να έχουν διαπραχθεί από το 1999 έως το 2009. Ο ίδιος είχε αρνηθεί όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή είχε ήταν συναινετική.
Η υπόθεση άρχισε να ερευνάται ποινικά από τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου τον Σεπτέμβριο του 2023, μετά τη δημοσίευση καταγγελιών στα μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με τις οποίες ο Μπραντ είχε κακοποιήσει σεξουαλικά γυναίκες την περίοδο που βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του.
Από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Ιανουάριο του 2024, ο ηθοποιός εξετάστηκε από την αστυνομία τέσσερις φορές, στο πλαίσιο της έρευνας. Τον Απρίλιο του περασμένου έτους του απαγγέλθηκαν αρχικά πέντε κατηγορίες που αφορούσαν τέσσερις γυναίκες. Ωστόσο, η δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση οδήγησε και άλλες γυναίκες να απευθυνθούν στις αρχές. Έτσι, στις 23 Δεκεμβρίου του απαγγέλθηκαν δύο επιπλέον κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν ακόμη δύο γυναίκες.
Τον Απρίλιο του περασμένου έτους του απαγγέλθηκαν αρχικά πέντε κατηγορίες που αφορούσαν τέσσερις γυναίκες. Ωστόσο, η δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση οδήγησε και άλλες γυναίκες να απευθυνθούν στις αρχές. Έτσι, στις 23 Δεκεμβρίου του απαγγέλθηκαν δύο επιπλέον κατηγορίες.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Russell χαρακτηρίστηκε «αδίστακτος, υπολογιστικός και χειριστικός σεξουαλικός θηρευτής», ενώ έγινε αναφορά και σε παλαιότερους ισχυρισμούς του ότι επιθυμούσε να έχει σεξουαλικές σχέσεις με 5.000 γυναίκες.
Η εισαγγελέας Riel Karmy-Jones KC ανέφερε στους ενόρκους ότι ο κατηγορούμενος είχε μια «αδιάκριτη και ακόρεστη» επιθυμία για σεξουαλικές επαφές, υποστηρίζοντας ότι προσέγγιζε σεξουαλικά γυναίκες ακόμη και λίγα λεπτά αφότου τις γνώριζε.
Η καταδίκη του έρχεται έπειτα από μια αμφιλεγόμενη καριέρα, κατά την οποία ο κωμικός δεν έκρυβε τις πολυάριθμες ερωτικές του σχέσεις, ενώ ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και το BBC, είχαν κατηγορηθεί ότι παρέβλεπαν τη συμπεριφορά του.



