Καλοκαίρι του 1983. Ο Ρόαλντ Νταλ, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, δημιουργός εμβληματικών βιβλίων όπως «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας», «Ματίλντα» και «Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας», βρίσκεται στο σπίτι του στην αγγλική εξοχή, ολοκληρώνοντας μαζί με τον εκδότη του τις τελευταίες διορθώσεις για το νέο του βιβλίο, τις «Μάγισσες».

Την ίδια στιγμή, έχει ξεσπάσει μία θύελλα αντιδράσεων με αφορμή ένα πρόσφατο κείμενό του, στο οποίο ο Νταλ έχει εκφράσει ακραία αντισημιτικές θέσεις, με αφορμή την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο. Η μνηστή και ο εκδότης του προσπαθούν να διαχειριστούν την κρίση, με τον συγγραφέα να αρνείται πεισματικά να κάνει οποιαδήποτε υποχώρηση. Σε λίγο καταφθάνει και η εκπρόσωπος του αμερικανικού εκδοτικού οίκου του Νταλ, δυναμιτίζοντας ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα και θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα: θα ζητήσει δημόσια συγγνώμη ή θα διακινδυνεύσει τη φήμη του;

Ο Ρόαλντ Νταλ, αμετακίνητος στις θέσεις του, υπερασπίζεται με πάθος τον λαό της Παλαιστίνης και καταδικάζει την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο, αφήνοντας όμως σταδιακά να αποκαλυφθεί πως η πολιτική του οργή διαπλέκεται με βαθιά αντισημιτικά στερεότυπα.

Ο Ρόαλντ Νταλ, αμετακίνητος στις θέσεις του, υπερασπίζεται με πάθος τον λαό της Παλαιστίνης και καταδικάζει την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο, αφήνοντας όμως σταδιακά να αποκαλυφθεί πως η πολιτική του οργή διαπλέκεται με βαθιά αντισημιτικά στερεότυπα.

Μέσα από τον «Γίγαντα», ο θεατρικός συγγραφέας Mark Rosenblatt, βασισμένος στο πραγματικό κείμενο που είχε δημοσιεύσει ο Νταλ στον βρετανικό Τύπο, μας μεταφέρει σε ένα εκρηκτικό απόγευμα 43 χρόνια πριν. Σε μία ανατριχιαστική σύμπτωση, μάλιστα, ολοκλήρωσε τη συγγραφή του το 2023, λίγες μόλις εβδομάδες από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου και την επακόλουθη εισβολή του Ισραήλ στη Γάζα. Το έργο, που γνώρισε θριαμβευτική υποδοχή σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη και απέσπασε πολλά βραβεία, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων από τις 31 Οκτωβρίου.

Πλάι στον Άρη Λεμπεσόπουλο, που ενσαρκώνει τον Ρόαλντ Ντάλ, η Αμαλία Αρσένη υποδύεται την Τζέσι Στόουν, μια νέα εκδότρια που καλείται να επιβιώσει στο ναρκοπέδιο που έχουν δημιουργήσει οι δηλώσεις του Νταλ και να αναμετρηθεί με τον διάσημο και ισχυρό άντρα. Η θέση κάθε γυναίκας που μπορεί να ταυτιστεί με τη Στόουν, η διάκριση ανάμεσα στην κριτική στην πολιτική του Ισραήλ και τον ακραίο αντισημιτισμό, αλλά και η επιρροή που δέχτηκε η Αμαλία Αρσένη από τη θεία της, Κίττυ Αρσένη, είναι ανάμεσα στα θέματα που συζητήσαμε με την ηθοποιό, κόρη των Γεράσιμου Αρσένη και Λούκας Κατσέλη, λίγο μετά τη διπλή διάκρισή της στα βραβεία του Ζω Ένα Δράμα, καλύτερης γυναικείας ερμηνείας και μονολόγου για την παράσταση «Μπουμπουλίνας 18».

Ποια συναισθήματα σας προκάλεσε η ηρωίδα σας, Τζέσι Στόουν, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Rosenblatt; Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις στην ερμηνεία αυτού του ρόλου;

«Είναι μια γυναίκα με ευαισθησίες, δυναμισμό και τρομερή ενσυναίσθηση. Επίσης νιώθει ότι εκπροσωπεί -που συμβολικά, το κάνει- μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων και το ζήτημα της ηθικής δικαιοσύνης θίγεται στα μάτια της σε μέγιστο βαθμό. Θα έλεγα πως η δυσκολία είναι πως η Τζέσι ακροβατεί ανάμεσα σε κάτι εύθραυστο και σε κάτι πολύ κοφτερό».

Το φύλο αλλά και η ηλικία της πώς λειτουργούν στη δυναμική της σχέσης της με τον συγγραφέα;

«Νομίζω ότι είναι καθοριστικά. Η Τζέσι μπαίνει σε έναν κόσμο, ένα σπίτι αλλά και ένα σύστημα που έχει διαμορφωθεί από έναν άνδρα πολύ μεγαλύτερό της, έναν συγγραφέα που έχει τεράστια εξουσία, όχι μόνο επειδή είναι διάσημος αλλά και επειδή έχει συνηθίσει να είναι εκείνος που ορίζει το αφήγημα χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και τι θα πουν. Άσχετα με το αν αυτά που λέει είναι η ωμή αλήθεια και η άποψη πολλών.

»Ως γυναίκα και νεότερη, βρίσκεται αρχικά σε μια θέση όπου αμφισβητεί ακόμη και το δικαίωμά της να αμφισβητήσει. Αυτό για μένα είναι πολύ ενδιαφέρον. Η σχέση του Ρόαλντ και της Τζέσι δεν αφορά μόνο δύο ανθρώπους. Αφορά και το ποιος έχει δικαίωμα να μιλάει, ποιος ακούγεται και ποιος αποφασίζει τελικά ποια είναι η “σωστή” εκδοχή μιας ιστορίας. Και της Ιστορίας».

Photo: Ανδρέας Σιμόπουλος

Η Τζέσι Στόουν είναι επίσης η μητέρα ενός αγοριού 15 χρονών στο οποίο συνεχίζει να διαβάζει βιβλία. Η δική σας εμπειρία μητρότητας λειτούργησε, κάπως, σαν οδηγός για να αναδείξετε αυτή την πλευρά της;

«Σίγουρα με βοήθησε, αλλά όχι με την έννοια ότι σκέφτηκα “τώρα ξέρω πώς νιώθει μια μητέρα”. Αυτό θα ήταν και λίγο επικίνδυνο, γιατί κάθε μητέρα είναι διαφορετική. Και η Τζέσι, συγκεκριμένα, βιώνει μια πολύ σκληρή εκδοχή της μητρότητας.

»Αυτό που μου έδωσε η μητρότητα είναι μια βιωματική γνώση του τι σημαίνει να υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος μέσα στην καρδιά σου με έναν τρόπο που δεν μπορείς να ελέγξεις. Τον φόβο, την ευθύνη, την τρυφερότητα, την ενοχή, αλλά και αυτή την παράξενη, τρελή καθημερινότητα μέσα στην οποία συμβαίνουν απίθανες καταστάσεις. Και η Τζέσι ορθώνει ανάστημα και για το παιδί της. Στο όνομα της επόμενης γενιάς δηλαδή.

»Το ότι συνεχίζει να διαβάζει στο παιδί της είναι κάτι ακόμα που με συγκινεί ιδιαίτερα στην Τζέσι. Ακόμη κι όταν ο κόσμος των ενηλίκων γύρω της γίνεται τόσο περίπλοκος και επιθετικός, εκείνη εξακολουθεί να ανοίγει ένα βιβλίο και να του διαβάζει. Είναι ένας τρόπος να του πει πως ο κόσμος μπορεί να είναι δύσκολος, αλλά εγώ είμαι εδώ και δεν τα παρατάω. Μια μητέρα δεν καταθέτει τα όπλα εύκολα – αυτό τουλάχιστον το έχω νιώσει και εγώ τα τελευταία 3 χρόνια».

«Το ότι συνεχίζει να διαβάζει στο παιδί της είναι κάτι ακόμα που με συγκινεί ιδιαίτερα στην Τζέσι. Ακόμη κι όταν ο κόσμος των ενηλίκων γύρω της γίνεται τόσο περίπλοκος και επιθετικός, εκείνη εξακολουθεί να ανοίγει ένα βιβλίο και να του διαβάζει».

Με αφορμή την ιστορία του Νταλ: πρέπει να διαχωρίζουμε τα έργα ενός καλλιτέχνη από απόψεις που έχει εκφράσει δημοσίως και με τις οποίες δεν συμφωνούμε;

«Δεν νομίζω ότι υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλους τους καλλιτέχνες και όλα τα έργα. Για μένα το σημαντικό είναι να μπορούμε να κρατάμε δύο σκέψεις ταυτόχρονα.

»Ένα έργο μπορεί να έχει τεράστια καλλιτεχνική αξία και ο δημιουργός του να έχει εκφράσει απόψεις με τις οποίες διαφωνούμε βαθιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσποιηθούμε ότι οι απόψεις αυτές δεν υπήρξαν. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι κάθε έργο πρέπει να ακυρώνεται αυτομάτως επειδή ο άνθρωπος που το δημιούργησε υπήρξε προβληματικός ή εξέφρασε κάτι που σήμερα μας είναι αδύνατο να αποδεχτούμε.

»Ίσως τελικά αυτό που χρειάζεται είναι περισσότερη πολυπλοκότητα και λιγότερη απολυτότητα. Να μπορούμε να αγαπάμε ένα έργο, να αναγνωρίζουμε τη δύναμή του και ταυτόχρονα να βλέπουμε τον δημιουργό του ολόκληρο, με τις αντιφάσεις του. Βεβαίως ορισμένες πράξεις και δηλώσεις δεν επιδέχονται δεύτερης σκέψης και ευκαιρίας. Δηλαδή εγώ ως Αμαλία δεν θα “ακολουθούσα” ξανά δημιουργούς μετά από κάποιες συγκεκριμένες πράξεις που ξεπερνούν τα όρια της ηθικής. Όπως και η Τζέσι».

Παρόλο που η υπόθεση διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’80, είναι ευκολότερο σήμερα να απομυθοποιήσουμε έναν καλλιτέχνη;

«Ναι, αλλά ίσως είναι και πιο δύσκολο να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Σήμερα ένας καλλιτέχνης είναι διαρκώς εκτεθειμένος. Έχουμε πρόσβαση σε δηλώσεις, stories, reels, συνεντεύξεις, παλιές αναρτήσεις, στιγμές από την ιδιωτική του ζωή. Η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και την εικόνα του έχει μικρύνει πάρα πολύ. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πια celebrity όπως υπήρχαν κάποτε. Αυτό έχει κάτι απελευθερωτικό, γιατί καταρρίπτει την ιδέα του άφθαστου ειδώλου. Έχει όμως και έναν κίνδυνο: να πιστέψουμε ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο καλά επειδή ξέρουμε πολλές πληροφορίες γι’ αυτόν. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα ερωτήματα που με ενδιαφέρουν περισσότερο στον “Γίγαντα”: Τι σημαίνει τελικά να γνωρίζεις και να θαυμάζεις κάποιον;».

«Η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και την εικόνα του έχει μικρύνει πάρα πολύ. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πια celebrity όπως υπήρχαν κάποτε. Αυτό έχει κάτι απελευθερωτικό, γιατί καταρρίπτει την ιδέα του άφθαστου ειδώλου. Έχει όμως και έναν κίνδυνο: να πιστέψουμε ότι γνωρίζουμε έναν άνθρωπο καλά επειδή ξέρουμε πολλές πληροφορίες γι’ αυτόν».

Για να παραθέσω το ερώτημα που θέτει ο σκηνοθέτης της παράστασης στο σημείωμά του: Πού τελειώνει η κριτική στην πολιτική του Ισραήλ και πού αρχίζει το αντισημιτικό παραλήρημα;

«Για μένα η διάκριση είναι απολύτως απαραίτητη. Η κριτική στις πράξεις μιας κυβέρνησης, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, στις αποφάσεις ενός κράτους ή σε μια πολιτική ιδεολογία δεν είναι από μόνη της επίθεση εναντίον ενός λαού ή μιας θρησκείας. Αντίθετα, όταν η κριτική μετατρέπεται σε συλλογική ενοχοποίηση των Εβραίων, σε στερεότυπα για τους Εβραίους ως λαό, ακριβώς επειδή το θέμα είναι τόσο φορτισμένο χρειάζεται τρομερή ακρίβεια στη γλώσσα μας. Μπορούμε και πρέπει να καταδικάζουμε τον αντισημιτισμό και ταυτόχρονα να μπορούμε να ασκούμε πολιτική κριτική στο Ισραήλ. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο».

Photo: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Rosenblatt ολοκλήρωσε τη συγγραφή του «Γίγαντα» λίγες μόλις εβδομάδες από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου και την επακόλουθη εισβολή του Ισραήλ στη Γάζα. Είναι σύμπτωση ή ένας διεισδυτικός συγγραφέας αντιλαμβάνεται τους κραδασμούς του καιρού του;

«Πιστεύω βαθιά ότι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν μια ικανότητα να ακούν κάτι που βρίσκεται μέσα στην εποχή τους πριν ακόμη γίνει απολύτως ορατό. Η τέχνη πολλές φορές προβλέπει το μέλλον με ακρίβεια καθώς αντιλαμβάνεται το παρόν με τέτοια ένταση ώστε, όταν το μέλλον έρθει, αισθανόμαστε ότι το είχαμε ήδη δει να έρχεται. Και αυτό είναι κάτι που αγαπώ βαθιά στο θέατρο. Ένα έργο γράφεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή και ξαφνικά, χρόνια ή μήνες μετά, αποκτά μια άλλη σύνδεση με τη ζωή. Σαν να έχει μετακινηθεί η πραγματικότητα και να έχει συναντήσει το έργο».

Μεγαλώνοντας σε οικογενειακό περιβάλλον με θέατρο και πολιτική, ποιες εμπειρίες καθόρισαν κυρίως την προσωπική σας διαδρομή;

«Νομίζω ότι μεγάλωσα με την πεποίθηση ότι η τέχνη δεν είναι μια αισθητική, παθητική και αναστοχαστική υπόθεση. Είναι ενεργητική διαδικασία, συγγενής με την πολιτική πράξη. Έμαθα πως το θέατρο μπορεί να αφορά πραγματικά και πρακτικά τη ζωή και ότι ο καλλιτέχνης διαθέτει έναν τρόπο να στέκεται απέναντι στην εποχή του.

»Η θεία μου, Κίττυ Αρσένη, είναι φυσικά μια πολύ σημαντική παρουσία σε αυτό. Χρειάστηκε να μεγαλώσω για να καταλάβω πραγματικά τι σήμαινε ό,τι είχε κάνει και τι κόστος είχε. Και ίσως αυτό είναι που με οδήγησε και στο να θέλω να ασχολούμαι με το θέατρο με έναν τρόπο που να μην αποκόπτεται από την πραγματικότητα αλλά να τη σκαλίζει και ενίοτε να τη βάζει υπό εξέταση. Από την άλλη, η οικογένειά μου μού ‘δωσε και την επιτακτική ανάγκη να αναζητήσω την αυθεντικότητα και να βρω τη δική μου φωνή».

«Πιστεύω βαθιά ότι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν μια ικανότητα να ακούν κάτι που βρίσκεται μέσα στην εποχή τους πριν ακόμη γίνει απολύτως ορατό. Η τέχνη πολλές φορές προβλέπει το μέλλον με ακρίβεια καθώς αντιλαμβάνεται το παρόν με τέτοια ένταση ώστε, όταν το μέλλον έρθει, αισθανόμαστε ότι το είχαμε ήδη δει να έρχεται».

Το θέατρο μπορεί να παίρνει πολιτική θέση ή πρέπει να περιορίζεται στο να θέτει ερωτήματα;

«Μπορεί να παίρνει θέση, αλλά οφείλει να θέτει ερωτήματα. Δεν πιστεύω ότι είναι υποχρεωμένο να είναι ουδέτερο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παράσταση πρέπει να έρχεται με ένα έτοιμο συμπέρασμα και να λέει στον θεατή τι πρέπει να πιστέψει. Προτιμώ ένα θέατρο που τού αφήνει χώρο να αντιδράσει, να διαφωνήσει, να θυμώσει, να αμφιβάλει.

»Το θέατρο είναι χώρος συνάντησης. Προσωπικά δεν θέλω ο θεατής να βγαίνει από μια παράσταση έχοντας απλώς πάρει το μήνυμα του σκηνοθέτη ή του έργου. Θέλω να έχει φύγει με ένα ερώτημα που συνεχίζει να δουλεύει μέσα του».

Έχετε νιώσει την οικογενειακή κληρονομιά σαν «βάρος»;

«Ναι και όχι. Νομίζω ότι ένα οικογενειακό όνομα μπορεί να είναι ταυτόχρονα προνόμιο και βάρος. Υπάρχει ένα αφήγημα που έχει προηγηθεί πριν από εσένα και το οποίο δεν μπορείς ούτε να διαγράψεις ούτε να αγνοήσεις. Ειδικά όταν πρόκειται για έναν άνθρωπο όπως η Κίττυ ή για τους γονείς μου και τους παππούδες μου, υπάρχει μια πολύ μεγάλη ηθική και πολιτική κληρονομιά στους ώμους μου. Κάποιες φορές, ακόμα και χωρίς να το θες, σκέφτεσαι: “Τι κάνω εγώ; Είναι αρκετό;”.

»Αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι είμαι αντάξια κάποιου άλλου προτύπου. Χρειάζεται να βρω τι μπορώ να κάνω με τον μοναδικό μου τρόπο. Οπότε εστιάζω κάθε μέρα σε αυτή την ελευθερία και σε αυτή την αναζήτηση. Ένα ταξίδι που, πιστεύω, δεν τελειώνει ποτέ».

Δείτε το τρέιλερ:

Info

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, Κυκλάδων 11 & Κεφαλληνίας, Κυψέλη, τηλ 210 8217877. Παραστάσεις Πέμπτη – Παρασκευή: 20:30, Σάββατο: 17:30 & 21:00, Κυριακή: 18:00. Προπώληση εισιτηρίων: www.ticketservices.gr

Ταυτότητα Παράστασης

«Γίγαντας» του Mark Rosenblatt. Σκηνοθεσία – Μετάφραση: Γιώργος Σκεύας. Σκηνικό – κοστούμια: Γιώργος Σκεύας. Μουσική – Sound design: Σήμη Τσιλαλή. Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας. Παιζουν: Άρης Λεμπεσόπουλος (Ρόαλντ Νταλ), Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης (Τομ Μάσλερ), Αμαλία Αρσένη (Τζέσι Στόουν), Ελένη Ρουσσινού (Φελίσιτι «Λίσι» Κρόσλαντ), Γιώτα Καραχάλιου (Χάλι). Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώτα Καραχάλιου. Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη. Βοηθός μουσικού: Γιώργος Γ. Σκεύας. Κομμώσεις: Κωνσταντίνος Κολιούσης. Μακιγιάζ: Χρύσα Ράικου. Φωτογραφίες: Αντρέας Σιμόπουλος. Οπτική ταυτότητα: Primitiv Design Studio. Επικοινωνία: Μάρθα Κοσκινά. Παραγωγή: «Λυκόφως» – Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below