«Εγώ δεν ήμουν για να μεγαλώνω εγγόνια», μού είχε πει κάποτε μια οικογενειακή φίλη. Τότε δεν είχα καν στο μυαλό μου την προοπτική απόκτησης παιδιού, και πάλι, όμως, μου είχε κάνει εντύπωση αυτού του είδους η δήλωση, πρώτον, διότι μεγάλωνε τρία εγγόνια και, δεύτερον, διότι δεν υπήρχε -νόμιζα- γυναίκα που να μην έχει πει στα παιδιά της τη φράση «κάνε μου ένα εγγόνι και θα σ’ το μεγαλώσω εγώ». Τι εννοούσε, τελικά; Η συζήτηση δεν έγινε ποτέ, διότι στην πορεία συνειδητοποίησα τι ήταν αυτό που συνέβαινε.
Στο άμεσο κοινωνικό μου περιβάλλον δεν υπάρχουν πολλές οικογένειες με γιαγιάδες και παππούδες σε κοντινή απόσταση από τα εγγόνια τους, κι έτσι οι πιθανότητες τα συγκεκριμένα πρόσωπα να συμμετέχουν ενεργά στην ανατροφή τους είναι μειωμένες. Στην επαρχία όπου μεγάλωσα, ωστόσο, αυτό είναι ο κανόνας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Οι παππούδες και γιαγιάδες, και κυρίως οι δεύτερες, αποτελούν βασικό πυλώνα ανατροφής των παιδιών από τη στιγμή που θα αφήσουν πίσω τους το μαιευτήριο μέχρι να μάθουν μόνα τους να τηγανίζουν αυγά ή να περάσουν σε κάποια σχολή εκτός της πόλης τους – αν και γνωρίζω περίπτωση (πριν από 40 χρόνια, αλλά και πάλι) όπου η γιαγιά συνόδευσε επί διετία την εγγονή και στο μέρος όπου σπούδαζε, για να μαγειρεύει και να κάνει δουλειές του σπιτιού.
Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά, ας σκεφτούμε τις δικές μας οικογένειες και το πόσο ενεργές ήταν οι γιαγιάδες σε όλη τη διάρκεια της βρεφικής, παιδικής, ακόμα και εφηβικής μας ηλικίας. Δεν έκαναν μόνο το περιστασιακό babysitting, ώστε οι γονείς μας να πάνε μια βόλτα, ούτε μέναμε μαζί τους μόνο για κάποιες μέρες το καλοκαίρι στο χωριό: σε πολλές περιπτώσεις είχαν αναλάβει σχεδόν όλα τα γονεϊκά καθήκοντα, εκτός από τη λήψη σημαντικών αποφάσεων όπως αν θα μάθουμε γαλλικά ή γερμανικά ως δεύτερη γλώσσα. Έκαναν τα πάντα. Μαγείρευαν, έπλεναν, άλλαζαν πάνες, κοίμιζαν, τακτοποιούσαν το σπίτι, πρόσεχαν να μην πάθουμε τίποτα κακό και παράλληλα έκαναν και όλες τις δικές τους δουλειές. Και κάποιο χόμπι να διέθεταν, θα είχαν φροντίσει να μπορεί να γίνει εντός σπιτιού και θα το έκαναν την ώρα που εμείς επιτέλους θα είχαμε αποκοιμηθεί, δηλαδή το «venting», το «ξέσπασμά» τους, πήγαινε παράλληλα με το δικό μας πρόγραμμα.
Είχαμε γίνει μια μονάδα, αποτελούμενη όμως από δύο άνισα μέρη, τον φροντιστή και τον δεχόμενο τη φροντίδα.
Στη δική μου περίπτωση συμμετείχε πάρα πολύ και ο παππούς μου. Εκείνος είχε αναλάβει χρέη σοφέρ και με πηγαινοέφερνε σε όλα τα εξωσχολικά μαθήματα, απλά η δική του απασχόληση ήταν λίγο πιο fun από αυτές της γιαγιάς μου, γιατί έπινε στο ενδιάμεσο και μια πορτοκαλάδα στο καφενείο. Αυτό συμβαίνει και σήμερα στις οικογένειες με μικρά παιδιά, η γιαγιά να έχει αναλάβει ό,τι έχει σχέση με το σπίτι και ο παππούς να πραγματοποιεί τις μετακινήσεις, τα ψώνια και ό,τι δεν αφορά άμεσα το νοικοκυριό.
Η συμμετοχή γιαγιάδων και παππούδων στο μεγάλωμα των παιδιών έχει μελετηθεί έως ένα βαθμό από διάφορους επιστήμονες και οργανισμούς όπως ο SHARE, ο οποίος λειτουργεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπάρχουν, επίσης, μεμονωμένες έρευνες με έδρα την Κίνα, τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Δεν υφίσταται ομοιογένεια στα ζητούμενά τους, ωστόσο σε κάποιες περιπτώσεις τα ευρήματα συμπίπτουν: η συμμετοχή των μεγαλύτερων σε ηλικία μελών μιας διευρυμένης οικογένειας στην ανατροφή των μικρότερων μπορεί να τους βοηθήσει ψυχολογικά, δίνοντας νέο νόημα στη ζωή τους. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερα ποσοστά μοναξιάς, αν η ενασχόλησή τους με τα μικρά παιδιά σημαίνει και την απώλεια της κοινωνικής τους ζωής. Μια τέτοια έρευνα, από το 2019, έδειξε ότι το 60% των παππούδων και γιαγιάδων βοηθούν ενεργά στη φροντίδα των εγγονιών, με το 30% να αφιερώνει σε αυτή τη δουλειά τουλάχιστον 30 ώρες ανά μήνα. Στον Ευρωπαϊκό Βορρά, το ποσοστό μειώνεται, σε σχέση με το Νότο, ενώ υπάρχει μια συγκεκριμένη μελέτη του εν λόγω οργανισμού για τα ελληνικά νοικοκυριά, που έχει δείξει πως οι γιαγιάδες από την πλευρά της μητέρας βοηθούν τους νέους γονείς λίγο περισσότερο σε σχέση με τις γιαγιάδες από την πλευρά του πατέρα.
Η συμμετοχή των μεγαλύτερων σε ηλικία μελών μιας διευρυμένης οικογένειας στην ανατροφή των μικρότερων μπορεί να τους βοηθήσει ψυχολογικά, δίνοντας νέο νόημα στη ζωή τους. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερα ποσοστά μοναξιάς, αν η ενασχόλησή τους με τα μικρά παιδιά σημαίνει και την απώλεια της κοινωνικής τους ζωής.
Είναι, όμως, όλες αυτές οι γιαγιάδες σε θέση να στηρίζουν την ανατροφή των εγγονιών (και τους γονείς τους); Ας αφήσουμε στην άκρη τους παππούδες και ας εστιάσουμε σε αυτές. Καθώς ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών που αποκτούν παιδιά στο δυτικό κόσμο αυξάνεται με τα χρόνια, νομοτελειακά αυξάνεται ο ίδιος μέσος όρος και στις γιαγιάδες. Αυτό σημαίνει περισσότερα προβλήματα υγείας και δυσκολίες στην ανατροφή παιδιών, τα οποία, εκτός όλων των άλλων, χρειάζονται κατά περίπτωση σοβαρή σωματική καταπόνηση του φροντιστή τους. Οταν γεννήθηκα εγώ, η γιαγιά μου ήταν 43 ετών. Εγώ έγινα μητέρα στα 41 και είμαι 43 σήμερα. Ήδη αισθάνομαι το σώμα μου να καταρρέει, πόσο μάλλον αν ήμουν 20 χρόνια πιο μεγάλη. Από αγάπη, ωστόσο, από υποχρέωση, από κοινωνικό αυτοματισμό, μια γιαγιά δεν θα αρνηθεί εύκολα τη φροντίδα ενός εγγονιού. Επίσης, καθώς οι γυναίκες παραδοσιακά είναι οι κύριοι φροντιστές όποιου έχει ανάγκη στο σπίτι τους, θα τους ζητηθεί πιο εύκολα η βοήθειά τους. Θεωρείται σχεδόν δεδομένη σε κάποιες περιπτώσεις.
«Τι άλλο έχουν, δηλαδή, να κάνουν;», θα πει κάποιος; Τα πάντα, θα πω εγώ, χωρίς να χρειαστεί να σκεφτώ παραδείγματα γιαγιάδων που πετούν πάνω στα φτερά αεροπλάνου ή σπάνε ρεκόρ χρόνου στην κολύμβηση στα 80 τους χρόνια. Μπορούν να ξεκουραστούν μετά από μια ολόκληρη ζωή δουλειάς και φροντίδας των δικών τους παιδιών, γονιών και τυχόν άλλων συγγενών, να ξεκινήσουν pilates, να πάνε εκδρομές, να κάθονται στον καναπέ και να κοιτάνε το ταβάνι. Δική τους είναι η ζωή, εξάλλου. Χάρη μάς κάνουν που ασχολούνται μαζί μας και με τα παιδιά μας.
Στο σημείο αυτό κάποιος ίσως φέρει στην κουβέντα το Grandmother Hypothesis, την εξελικτική θεωρία που θέλει τις γυναίκες σήμερα να ζουν καλύτερα και μετά τα αναπαραγωγικά τους χρόνια, ακριβώς γιατί έχουν από κοντά τις δικές τους μητέρες να βοηθούν στην ανατροφή των εγγονιών. Αυτό, βέβαια, ήταν εφικτό διότι η προηγούμενη γενιά σταματούσε να τεκνοποιεί σε νεαρότερη ηλικία, σε αντίθεση με τη σημερινή γυναίκα μέσης ηλικίας που ενδέχεται να κάνει το 2ο ή 3ο της παιδί και μετά τα 40 . Η Dr. Jen Gunter, η γνωστή φεμινίστρια γυναικολόγος που προσπαθεί να βοηθήσει κάθε γυναίκα σε αυτόν τον κόσμο να καταλάβει τα μυστήρια του σώματός της, υποστηρίζει ότι αυτή η θεωρία ισχύει, αλλά από την πλευρά του επαναπροσδιορισμού όποιου νοήματος έχει η εμμηνόπαυση και τα στάδια πριν και μετά από αυτήν. Η Dr. Gunter λέει, συγκεκριμένα, ότι η φύση δημιούργησε την εμμηνόπαυση για να βοηθήσει το ανθρώπινο είδος να επιβιώσει (οι μεγαλύτερες γυναίκες, με την απλήρωτη εργασία τους στο σπίτι, συνεχίζουν για χρόνια να στηρίζουν σημαντικά τα νοικοκυριά των ενήλικων παιδιών τους), ενώ την ίδια στιγμή «ισοφαρίζουν» το στίγμα απώλειας της γονιμότητας με το κύρος και το σκοπό που τους δίνει ο νέος τους ρόλος στην οικογένεια.
Κάποιες γιαγιάδες πράγματι χαίρονται πολύ με την ενασχόληση που τους έχει ζητηθεί ή για την οποία έχουν προσφερθεί από μόνες τους – και τις ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Κάποιες άλλες όμως, δεν έχουν όρεξη να μεγαλώσουν ξανά παιδιά, κι αυτό πρέπει να είναι σεβαστό από όλους μας, όσο κι αν δεν μας βολεύει καμιά φορά. Εννοείται πως θα ενοχληθούμε αν πνιγόμαστε στις δουλειές και τις υποχρεώσεις και δεν προσφερθεί κάποια γιαγιά να μας βοηθήσει – εφόσον έχει τη δυνατότητα από κάθε άποψη. Αλλά ο ελεύθερος χρόνος της δεν μας ανήκει, κι αυτή είναι μια αλήθεια που καλό θα ήταν να χωνέψουμε κάποια στιγμή. Ηταν κάποια στιγμή οι βασικές φροντίστριες στο σπίτι μας, ας πάρουν τώρα τα ρεπό τους μαζεμένα, για να το πούμε απλά, και ας μην τις εξαντλήσουμε.
Φυσικά, το πρόβλημα είναι βαθύτερο απ’ ό,τι η κοινωνική αντίληψη πως μια γυναίκα είναι υποχρεωμένη να φροντίζει τα εγγόνια της. Πίσω από αυτό κρύβεται η διαχρονική έλλειψη κοινωνικού κράτους και υποδομών που θα μπορούσαν να έχουν ένα σχεδιασμό που να βολεύει τους γονείς, ειδικά από άποψης ωραρίων εργασίας. Στη Γαλλία οι δημόσιοι βρεφονηπιακοί σταθμοί κλείνουν στις 6. Ιδανικά μάλλον κανείς δεν θα ήθελε να αφήνει το παιδί του στο σταθμό μέχρι τέτοια ώρα, αλλά αν δεν υπάρχει η δυνατότητα παροχής βοήθειας από το οικογενειακό περιβάλλον ή από κάποιο πρόσωπο που θα πληρωθεί γι’ αυτό, δεν υπάρχει άλλη λύση. Τελικά η παροιμία «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» κρύβει μια επώδυνη αλήθεια και επαναλαμβάνεται διαρκώς προκειμένου μια γυναίκα να πιστέψει πως όταν γίνει γιαγιά σβήνει αυτομάτως μέσα της κάθε άλλη ιδιότητα – ενίοτε η ανθρώπινη.



