Από τoν Μιχάλη Μουλάκη

Το 1985 σε ένα τεύχος του κόμικ Dykes to Watch Out For, η Αμερικανίδα γελοιογράφος Alison Bechdel επινόησε ένα ιδιότυπο κινηματογραφικό τεστ. Μία από τις δύο ηρωίδες του κόμικ εξηγεί στην άλλη πώς αποφασίζει ποιες ταινίες θέλει να δει και ποιες να αποφύγει, ρωτώντας εάν η ταινία περιέχει τουλάχιστον δύο χαρακτήρες που να είναι γυναίκες.Εφόσον αυτό ισχύει, στη συνέχεια ζητά να μάθει εάν υπάρχει έστω μία σκηνή όπου αυτές οι δύο γυναίκες συζητούν για κάτι άλλο από έναν άνδρα. Αν η ταινία πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις είναι πρόθυμη να τη δει. Είναι μια πολύ εύστοχη και διασκεδαστική ιδέα, ιδίως εάν αναλογιστεί κανείς πόσο δύσκολο είναι να σκεφτείς αυθόρμητα ταινίες που περνούν το τεστ. Ο κανόνας είναι απλός, απόλυτος και, έχοντάς τον ακούσει έστω και μία φορά, δεν τον ξεχνάς ποτέ. Για τους παραπάνω λόγους το τεστ έγινε πολύ δημοφιλές. Ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον, όμως, έχει το πόσο σοβαρά άρχισε να λαμβάνεται υπόψη. Στα 35 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τη γελοιογραφία της Bechdel, διανοούμενοι, κριτικοί, συγγραφείς και σχολιαστές έχουν κατά καιρούς αποφανθεί πως το τεστ είναι πράγματι ικανός και αποτελεσματικός τρόπος να εκτιμήσει κανείς εάν ένα έργο είναι επαρκώς φεμινιστικό. Τον Νοέμβριο του 2013 τέσσερις κινηματογράφοι στη Στοκχόλμη άρχισαν να βαθμολογούν τις ταινίες που προβάλλουν βάσει του συγκεκριμένου κανόνα. Οι ταινίες που περνούν το τεστ παίρνουν βαθμό Α’ και παίζουν αποκλειστικά σε όλες τις κυριακάτικες προβολές. Η Ellen Tejle, η διευθύντρια των σινεμά που εφάρμοσε αυτό το «gender-bias film rating» (βαθμολογία έργου βάσει διακρίσεων λόγω φύλου) δήλωσε πως το έκανε για να ενθαρρύνει παραγωγούς και σκηνοθέτες να παραγάγουν περισσότερες ταινίες με ενδιαφέροντες γυναικείους χαρακτήρες. Βέβαια, μπορούμε άνετα να φανταστούμε ταινίες που θα περνούσαν το τεστ χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προβάλλουν θετικά γυναικεία πρότυπα. Για παράδειγμα, τέσσερις πρωταγωνίστριες μιλούν όλη μέρα όχι για άνδρες μεν, αλλά για νυφικά και καλλυντικά. Ή, ακόμα πιο ακραίο παράδειγμα, μια θηλυκή συμμορία οπισθοδρομικών εξτρεμιστών αποφασίζει να σκοτώσει όλες τις φεμινίστριες. Αξίζει πάντως να θυμόμαστε ότι ο φανταστικός κωμικός χαρακτήρας της γυναίκας που για πρώτη φορά μάς μύησε στη συγκεκριμένη θεωρία δεν προσπαθούσε να εξακριβώσει εάν οι ταινίες είναι φεμινιστικές. Ηθελε απλώς να αποφασίσει σε ποια ταινία θα ξοδέψει τα λεφτά της. Η ατάκα στην οποία καταλήγει το αστείο της γελοιογραφίας είναι ότι η τελευταία ταινία που έχει δει είναι το «Alien», που είχε βγει στο σινεμά έξι χρόνια πριν από την κυκλοφορία του κόμικ. Παρά ταύτα, σήμερα το τεστ εφαρμόζεται τακτικά όχι μόνο σε ό,τι αφορά το σινεμά, αλλά και σε πολλές άλλες μορφές αφήγησης, συμπεριλαμβανομένης και της διαφήμισης.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below

Σκεφτείτε τώρα μια πρόσφατη διαφήμιση όπου όλοι θα συμφωνούσαμε ότι πάτωσε συντριπτικά στο τεστ της Bechdel. Κάναμε όλοι την ίδια σκέψη, σωστά; Στο σποτ της Πολιτικής Προστασίας που στόχευε στο να αποτρέψει τον κόσμο από το να συνωστίζεται στις πλατείες κατόπιν της άρσης των μέτρων κατά του κορωνοϊού, ένας άνδρας (που υποδύεται ο Χρήστος Λούλης) μονολογεί επί ένα λεπτό και χλευάζει τη σύντροφό του, μεταφέροντάς μας τον διάλογο μεταξύ τους. Μας την παρουσιάζει ως τόσο αφελή και ελαφρόμυαλη που δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι τη θεωρεί άτομο εξαιρετικά περιορισμένης ευφυΐας. Προσθέτει όμως ότι εκείνη έχει «αυτή τη γλυκιά φωνή που συνήθως με κάνει ό,τι θέλει». Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι ο συγκεκριμένος άντρας-αφέντης, που περιφρονεί το μυαλό της συντρόφου του στα όρια της απέχθειας, έχει ένα φετίχ με τη φωνή, η οποία μάλλον θα συνοδεύεται και από άλλα εξίσου επιφανειακά θετικά προσόντα.

Με κάθε επιείκεια, πρέπει να πούμε ότι η διαφήμιση δεν πέτυχε τον στόχο της. Καταρχάς, είναι πάντα αντιαισθητικό το θέαμα κάποιου που μιλάει άσχημα για τον άνθρωπο με τον οποίο μοιράζεται τη ζωή του. Πόσους -και κυριότερα πόσες- μπορεί να πείσει και να εμπνεύσει ένας τόσο αντιπαθητικός χαρακτήρας; Υπάρχει έστω και μία γυναίκα που δεν έχει έρθει αμέτρητες φορές αντιμέτωπη με αυτή την εσφαλμένη και αδικαιολόγητη αίσθηση ανωτερότητας του αρσενικού ανθρωποπίθηκα που της μιλάει λες και απευθύνεται σε νήπιο; Θα ήθελα ωστόσο για μια στιγμή να σταθώ στο πρόβλημα που καλούνταν να λύσουν οι διαφημιστές. Ηταν μια δύσκολη ανάθεση. Έπρεπε να απευθυνθούν στο είδος του ακροατηρίου που δεν έχει ακόμα αντιληφθεί τον τεράστιο κίνδυνο του συγχρωτισμού μετά το lockdown. Καλούνταν να σκεφτούν κάτι που θα γινόταν κατανοητό από τους πάντες και είμαι σίγουρος ότι δεν θα είχαν και πολύ χρόνο στη διάθεσή τους από τη στιγμή της απόφασης για την άρση των μέτρων μέχρι την προθεσμία για την προβολή της καμπάνιας. Μιλώντας με έναν φίλο κειμενογράφο μετά την κατακραυγή που ακολούθησε και την απόσυρση του σποτ, τον ρώτησα τι θα είχε προτείνει εκείνος. Η πρώτη ιδέα που του ήρθε στο μυαλό ήταν μία εύθυμη κατάσταση όπου πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι στέλνουν φιλιά ο ένας στον άλλον από απόσταση. Η πρόταση θα συνοδευόταν από μια γλυκιά μουσική και κάποια χαριτωμένη παραλλαγή του «από μακριά και αγαπημένοι». Είναι πολύ πιο εύκολο, βέβαια, το να κατεβάζεις τη σωστή ιδέα κατόπιν εορτής. Τα μέλη της δημιουργικής ομάδας της Πολιτικής Προστασίας δεν είχαν αυτή την πολυτέλεια και δυστυχώς κατέφυγαν σε ένα κακό κλισέ.Οι αρνητικές αντιδράσεις ήταν απολύτως δικαιολογημένες. Κάτι που με ξάφνιασε όμως ήταν η κατηγορία του σεξισμού. Η πρώην γενική γραμματέας Ισότητας των Φύλων μίλησε για στερεοτυπική διαφήμιση. Έχει δίκιο, αλλά όχι για τους λόγους που νομίζει. Το στερεότυπο που αναπαράγεται εδώ είναι αυτό του άντρα-κάγκουρα. Πόσο αξιόπιστος χαρακτήρας είναι αυτός ο πρωταγωνιστής με τα μισογυνικά συμπλέγματά του; Η Πολιτική Προστασία παραδέχτηκε την αστοχία και συνέχισε με ένα άλλο, ανώδυνο σποτ όπου πρωταγωνιστούσε μια γυναίκα. Εκεί έχασαν τεράστια ευκαιρία. Έπρεπε να γυριστεί μια νέα διαφήμιση όπου θα πρωταγωνιστούσε η σύντροφος του κάγκουρα, έχοντάς τον μόλις παρατήσει και δείχνοντάς μας πόσο διαφορετική, πόσο χίλιες φορές καλύτερη είναι από το πώς είχε εκείνος τη βλακώδη ανάγκη να μας την παρουσιάσει.

Όταν στο χέρι έχεις πάντα ένα σφυρί, ο πειρασμός σου είναι ότι βλέπεις παντού καρφιά, είχε πει ο Αμερικανός ψυχολόγος Abraham Maslow. Τι έχει άραγε στο χέρι, ή μάλλον στην ψυχή του, κάποιος που παντού βλέπει σεξισμό; Προκειμένου να αποδεχτεί κανείς την κατηγορία του σεξισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει κατ’ ανάγκην να συμφωνήσει στο ότι ο κάγκουρας πρεσβεύει όλους τους άνδρες και η σύντροφός του -όπως εκείνος μας την παρουσιάζει- πρεσβεύει όλες τις γυναίκες. Οι δυο τους όμως δεν είναι θρησκευτικά σύμβολα, δεν είναι ο Αδάμ και η Εύα.Ή μήπως κάνω λάθος; Ο άνθρωπος είναι ένα επαρκώς ευφυές και πολύ κοινωνικό πλάσμα. Γι’ αυτό και από την αρχή της ύπαρξής του διαμόρφωνε πάντα «ηθικές κοινότητες», δηλαδή ομάδες που λειτουργούσαν βάσει μιας κοινώς αποδεκτής πεποίθησης του τι είναι σωστό και τι λάθος.Μέχρι πολύ πρόσφατα οι πιο διαδεδομένες κοινότητες του είδους ήταν οι θρησκείες. Όχι πια, όχι εδώ. Στη μεταμοντέρνα Δύση η θρησκεία έχει αρχίσει να υποκαθίσταται από την τυφλή πίστη σε κάποια μυστήρια εκδοχή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το νέο δόγμα, ο σωστός έλεγχος της γλώσσας, ο εξωγενής περιορισμός του λόγου που μπορεί ενδεχομένως να προσβάλει ή να πληγώσει, θα επιφέρει έναν ασφαλέστερο και πιο δίκαιο κόσμο όπου όλοι οι «καταπιεσμένοι» θα αποτινάξουν τα δεσμά τους. Το ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει καθότι είναι αυτό καθαυτό καταπίεση δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι βαθύτερες υπαρξιακές ανάγκες για την αίσθηση του ελέγχου της ζωής μας και την άφεση των αμαρτιών μας, που καλύπτονταν πάντα από τη θρησκευτική πίστη, είναι πάρα πολύ ισχυρές.Αυτά τα δεσμά δεν αποτινάσσονται τόσο εύκολα.

Παράξενη αυτή η νέα θρησκεία της ριζοσπαστικής κοινωνικής δικαιοσύνης. Γυρεύει παντού αποδιοπομπαίους τράγους για να εκδιώξει στην έρημο τα αμαρτήματα του πλήθους. ‘Ενας νέος κόσμος μοιάζει να ανατέλλει, γεμάτος μετάνοια αλλά χωρίς συγχώρεση. Στο πρώτο εμβληματικό «φεμινιστικό» έργο των τελευταίων 250 ετών, όμως, η συγχώρεση είναι τελικά αυτή που αναδεικνύεται ως η ύψιστη αρετή. Στους «Γάμους του Φίγκαρο» η Σουζάνα είναι ο πιο έξυπνος και χαρισματικός χαρακτήρας. Είναι η υπηρέτρια του παλατιού, αλλά στέκεται απέναντι στην κοντέσσα ως ίση και είναι αναμφισβήτητα πολύ πιο αποφασιστική και έξυπνη. Απορρίπτει απερίφραστα (και χαρωπά!) τις παράλογες διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα και τις κοινωνικές τάξεις. Ξέρει να διατηρήσει την ακεραιότητά της, την αυτονομία της και, χάρη στην ευρηματικότητα και την τόλμη της, καταφέρνει να πάρει τον έλεγχο της ζωής της. Μπορεί μεν στο τέλος της όπερας όλοι οι κεντρικοί χαρακτήρες τραγουδούν μαζί, αλλά στο θεατρικό έργο που είχε προηγηθεί ο συγγραφέας Beaumarchais δίνει στη Σουζάνα τον τελευταίο λόγο. Εκείνη απευθύνεται σε εμάς, το κοινό. Μας προτρέπει να ξεπεράσουμε τις αδικίες και τα λάθη μας με την ίδια μεγαλοψυχία που έδειξαν στο τέλος και τα πρόσωπα του έργου. Να κοιμηθούμε χωρίς πικρίες και στεναχώριες και να ανταμώσουμε όλοι ξανά με καλή διάθεση την επόμενη μέρα. Αναρωτιέμαι εάν το έργο περνάει το Bechdel τεστ.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below