Από την Ελιάνα Χρυσικοπούλου

Οι αδύνατες, οι φύσει αδύνατες, οι «είναι το σκαρί μου» αδύνατες, οι «έμαθα από μικρή να τρώω σωστά» αδύνατες δεν θα το καταλάβουν ποτέ: για μια γυναίκα που διαχρονικά ταλαιπωρείται με το βάρος της, η σχέση της με το φαγητό είναι ίσως η δυσκολότερη απ’ όλες. Το φαγητό είναι παρηγοριά και τιμωρία ταυτόχρονα, ένας φαύλος κύκλος πάθους και ενοχής. Και ενώ ο πόλεμος με το σωματικό βάρος μπορεί να σημαίνει χίλια διαφορετικά πράγματα (στρες, κατάθλιψη, πένθος, κιλά εγκυμοσύνης που παγιώθηκαν, ορμονικές διαταραχές, εμμηνόπαυση, έλλειψη οριοθέτησης, χαμηλή αυτοεκτίμηση, εγκατάλειψη εαυτού), το βίωμα όσων κάνουν διαχρονικά δίαιτες έχει έναν κοινό παρονομαστή: το φαγητό δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό. «Τη μισή μέρα σκέφτομαι πώς θα αδυνατίσω και την άλλη μισή τι θα φάω», λέει ένα meme που δεν έγινε τυχαία viral – είναι μια εκπληκτικής ακρίβειας αποτύπωση του τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι εκείνου που πασχίζει να χάσει βάρος.

Ανάσα σε σύριγγα

Φανταστείτε, λοιπόν, να υπήρχε μια μαγική φόρμουλα, βγαλμένη σχεδόν από σενάριο επιστημονικής φαντασίας, που βάζει στο mute τις σειρήνες της όρεξης και απλώς σε αφήνει να αδυνατίσεις. Και κυκλοφόρησαν φάρμακα GLP-1, με δημοφιλέστερα τα Ozempic (σεμαγλουτίδη) και Mounjaro (τιρζεπατίδη), δηλαδή ενέσεις που ξεκίνησαν για τη ρύθμιση του σακχάρου σε άτομα με διαβήτη τύπου 2, αλλά πολύ γρήγορα αποδείχθηκαν ικανές να σιγήσουν την πείνα, να καταστείλουν δραματικά την όρεξη και να ενισχύσουν το αίσθημα κορεσμού, μετατρέποντας την απώλεια βάρους από σισύφειο μαρτύριο σε σχεδόν φυσική κατάσταση. «Παρκάρω πάντα κοντά σε ένα φούρνο για να πάω στη δουλειά και πάντα με βασάνιζε η μυρωδιά του», λέει η Χρύσα, 38 ετών, γραφίστρια, που κάνει ενέσεις Mounjaro εδώ και δύο μήνες, «τώρα περνάω απέξω και μου είναι παντελώς αδιάφορη. Σαν να περνάω απέξω από μια μπουτίκ ή ένα συνεργείο». Εδώ ακριβώς κρύβεται το θέλγητρο του φαρμάκου: για πρώτη φορά κανείς δεν σου κόβει το φαγητό, κανείς δεν σου το περιορίζει, κανείς δεν σε βάζει να το καταγράφεις ή να το ζυγίζεις. Το φαγητό απλά δεν σε αφορά. Και για κάποιον που ζει χρόνια δέσμιος της σκέψης του, αυτή η απελευθέρωση μοιάζει σχεδόν με πνευματική εμπειρία.

Το πόσο γρήγορα διαδόθηκαν οι ενέσεις απώλειας βάρους φαίνεται όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας: από παγκοσμίου φήμης ηθοποιούς και εγχώριες παρουσιάστριες μέχρι το συνάδελφο από το Τμήμα Ανθρώπινων Πόρων, άνθρωποι που παραδοσιακά κουβαλούσαν πλεόνασμα κιλών μοιάζει να τα έχουν χάσει άκοπα, αβασάνιστα.

Τα αποτελέσματα είναι τόσο θεαματικά, που πλέον, όταν κάποιος χάνει απότομα βάρος, η συλλογική υπόθεση είναι σχεδόν αυτόματη: «Κάνει ενέσεις». Το υποθέτουμε, όχι γιατί ξέρουμε, αλλά γιατί έχουμε την ανάγκη να εκλογικεύσουμε τη μαγεία – όπως υποθέταμε μικρές ότι το κουνέλι βρισκόταν ανέκαθεν μέσα στο καπέλο του ταχυδακτυλουργού. Είναι μια αυθαίρετη βεβαιότητα που μας ανακουφίζει, ένας τρόπος να εξηγήσουμε αυτό που μας φέρνει σε αμηχανία και -κυρίως- να μειώσουμε το επίτευγμα. Δεν είναι μαγεία, είναι χημεία.

freepik

Ό,τι αξίζει πονάει και είναι δύσκολο (;)

Ο αρχικός θαυμασμός για την ανανεωμένη εμφάνιση μετατρέπεται αμέσως σε υποψία, έπειτα σε βεβαιότητα και λίγο μετά σε απαξίωση. Αν το έκανε με Ozempic, δεν μετράει. Σε μια κοινωνία που ρομαντικοποιεί παντού την εξουθένωση -από το επαγγελματικό burnout και τη μητρική αυταπάρνηση μέχρι τις εξουθενωτικές σχέσεις που αντέχουν στο χρόνο-, η εύκολη λύση πάντα θα ενοχοποιείται. «Δεν υπήρχε καμία άλλη λύση για μένα», λέει η Σοφία, 48 ετών, στέλεχος marketing σε πολυεθνική. «Ήμουν ήδη υπέρβαρη, είχα ακολουθήσει προγράμματα από τρεις διαιτολόγους και μετά από λίγο καιρό ξαναέπαιρνα το βάρος, είχα δοκιμάσει διαλειμματική νηστεία, keto και αμέτρητες αυτοσχέδιες δίαιτες, αλλά πλέον είμαι και στην προεμμηνόπαυση και το σώμα μου απλά δεν υπακούει. Ειλικρινά, δεν το είδα ποτέ ως “εύκολη λύση”, αλλά ως μοναδική σωτηρία». Είναι στον έβδομο μήνα του Ozempic και συνεχίζει, παρά τις έντονες ναυτίες (μία από τις πιο κοινές παρενέργειες του φαρμάκου) και το γεγονός ότι υποβάλλεται συστηματικά σε εξετάσεις και προσαρμόζει τη δόση του φαρμάκου υπό την καθοδήγηση του ενδοκρινολόγου της. «Καθόλου εύκολη λύση», λέει και η Χρύσα. «Έχω στερηθεί τα πάντα για να μπορώ να το παίρνω: έχω κόψει τριήμερα, συναυλίες, εξόδους, ρούχα, καλλυντικά». Υπενθυμίζει, δε, ότι το κόστος των ενέσεων, προς το παρόν, παραμένει υψηλό.

Comeback με θόρυβο

Το μεγαλύτερο αίνιγμα, πάντως, είναι πώς συντηρείται το ιδανικό βάρος άπαξ και αποκτηθεί. «Ξεκίνησα να χαμηλώνω τη δόση σταδιακά και όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που αποφάσισα να το κόψω τελείως», λέει η Αλεξάνδρα, 33 ετών, γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο. «Ο “θόρυβος” του φαγητού ήταν ξαφνικά εκκωφαντικός! Σκεφτόμουν το φαγητό όλη μέρα, προσπαθούσα να τρώω σωστά, αλλά όταν καθόμουν μετά το βραδινό να δω την αγαπημένη μου σειρά, σκεφτόμουν εμμονικά το μίνι μάρκετ στη γωνία του σπιτιού. Ένα βράδυ κατέβηκα με τις παντόφλες, πήρα πακοτίνια και ξεκίνησα να τα τρώω πριν ακόμα τα πληρώσω». Μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που παρουσιάστηκε στο φετινό Ευρωπαϊκό Συνέδριο για την Παχυσαρκία έδειξε ότι όσοι κόβουν τα φάρμακα GLP-1 επιστρέφουν στο αρχικό τους βάρος μέσα σε 10-12 μήνες, ρυθμός σημαντικά ταχύτερος συγκριτικά με την ανάκτηση κιλών έπειτα από παραδοσιακές δίαιτες.

Και είναι μάλλον αναμενόμενο. Αυτά που καταστέλλει το φάρμακο -την όρεξη, την επιθυμία, την απόλαυση του φαγητού- επιστρέφουν αργά ή γρήγορα, και μάλιστα με τόκο. Η ευχαρίστηση του να τρως μπαίνει πάλι σε πρώτο πλάνο, θυμίζοντας ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην είναι ηδονική, και βρίσκει τον άνθρωπο που έχασε βάρος όχι μόνο ευάλωτο, αλλά και διατροφικά αγράμματο. Γιατί οι περισσότεροι χρήστες αυτών των φαρμάκων είναι άνθρωποι που δεν εκπαιδεύτηκαν ποτέ στη ζωή τους να τρώνε σωστά και όσο έπαιρναν το φάρμακο, δεν υπήρχε και λόγος να το κάνουν. Πολλοί βγάζουν τη μέρα με μισό σάντουιτς και ένα muffin από τη γιορτή κάποιου συναδέλφου στο γραφείο, και όσο λειτουργούσε, αυτό ήταν αρκετό. Κάπως έτσι γεννιέται ο κύκλος της εξάρτησης, όχι από την ίδια την ουσία, αλλά από τα αποτελέσματά της σε σώμα και πνεύμα.

freepik

Συρρικνώνοντας τον εαυτό

Η υπόσχεση του μικρότερου νούμερου τζιν, της βελτιωμένης φυσικής κατάστασης και της αυτοπεποίθησης στην παραλία, σε συνδυασμό με την προσωρινή λιακάδα ενός ήσυχου μυαλού, είναι ένας ακαταμάχητος συνδυασμός, αλλά έρχεται με τίμημα, πολύ βαρύτερο εκείνου του κόστους των ενέσεων. Είναι αυτό της απομάκρυνσης από την πολυπλοκότητα της ύπαρξης, τη χαρά και την απόγνωση, τη λαχτάρα και τη ματαίωση, την απόλαυση και την απογοήτευση. Το φαγητό μπαίνει στη σίγαση, αλλά κρατάει επίσης φιμωμένους ομήρους κομμάτια μας σημαντικά, ακόμα κι αν δεν είναι τα αγαπημένα μας. Η διάρκεια των ενέσεων είναι μια ψεύτικη εκεχειρία με τον εαυτό που δυσκολεύεται, σκοντάφτει, ξανασηκώνεται και ζητά βοήθεια. Και όλα αυτά, ειρωνικά, συμβαίνουν στα χρόνια της υποτιθέμενης «αποδοχής του εαυτού» και του body positivity.

Το Ozempic και τα παρεμφερή του είναι ένα πραγματικό επιστημονικό θαύμα για τους ανθρώπους που πάσχουν από διαβήτη ή παχυσαρκία: δεν είναι απλώς μια λύση στο ιατρικό τους πρόβλημα, είναι μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Σε όλους εμάς τους υπόλοιπους είναι φυσικά διαθέσιμο, αρκεί να θυμόμαστε ότι δεν είναι θεραπεία σε μια ασθένεια, αλλά σύμπτωμα μιας εποχής που εξακολουθεί να έχει δυσανεξία στην ατέλεια.

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below