Η ταινία Στη σκιά της πορτοκαλιάς (All That’s Left of You), ήταν η επίσημη πρόταση της Ιορδανίας στα φετινά Όσκαρ, ενώ τιμήθηκε με το βραβείο κοινού στο 66ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η Cherien Dabis αφηγείται την ιστορία της Παλαιστίνης ως βίωμα εγγεγραμμένο στο σώμα, στη μνήμη και στις σχέσεις μιας οικογένειας. Στην ταινία της, το προσωπικό και το συλλογικό, το τραύμα και η τρυφερότητα, η απώλεια και η αξιοπρέπεια συνυπάρχουν διαρκώς. Η ίδια μιλά για τη μνήμη ως πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης, για την αναγνώριση ως απαραίτητη αρχή κάθε θεραπείας και για την ανθρωπιά ως μορφή αντίστασης. Και υπερασπίζεται τη δύναμη του σινεμά να κάνει ορατό αυτό που ο κόσμος έχει μάθει να προσπερνά.

Cherien Dabis, director, during the shooting of the film “All That’s Left of You”.


Η ταινία σας εκτείνεται σε 7 δεκαετίες και, παρ’ όλα αυτά, παραμένει βαθιά οικεία. Γιατί ήταν σημαντικό για εσάς να αφηγηθείτε την ιστορία της Παλαιστίνης μέσα από τη συναισθηματική ζωή μίας οικογένειας;

Ήθελα να μοιραστώ τη δική μου εμπειρία τού να είμαι Παλαιστίνια. Ως άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη διασπορά  -ο πατέρας μου εξορίστηκε από την Παλαιστίνη το 1967- μεγάλωσα στις Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζοντας πάντα πως ανήκαμε σε έναν βαθιά πολιτικοποιημένο λαό. Από πολύ μικρή με ρωτούσαν τι πιστεύω για όσα συνέβαιναν «εκεί».
Όμως εμείς δεν ζητήσαμε τίποτα απ’ όλα αυτά. Μας επιβλήθηκαν. Και, την ίδια στιγμή, η δική μου εμπειρία τού τι σημαίνει Παλαιστίνια έχει να κάνει με την οικογένεια, την αγάπη, τη χαρά, αλλά και την τεράστια προσπάθεια να επιβιώσεις κάτω από καταστροφικές πολιτικές αποφάσεις που σου έχουν επιβληθεί χωρίς τη συναίνεσή σου.
Αυτό ήθελα να μεταφέρω: την ιστορία της Παλαιστίνης μέσα από το πρίσμα μιας οικογένειας, με έναν συναισθηματικό και οικείο τρόπο, ώστε ο κόσμος να καταλάβει πώς η Ιστορία εισχωρεί στις ζωές των ανθρώπων και πώς τα πολιτικά γεγονότα διαμορφώνουν την ταυτότητα, τις σχέσεις και ολόκληρες γενιές. Γιατί, για μένα, αυτό ακριβώς σημαίνει να είσαι Παλαιστίνιος.

Σε συνθήκες πολέμου και κατοχής, οι άντρες είναι συχνά εκείνοι που στοχοποιούνται και συντρίβονται πιο βίαια, και οι γυναίκες είναι εκείνες που καλούνται να κρατήσουν όρθια την οικογένεια και να θεραπεύσουν ό,τι έχει ραγίσει.

Μία από τις φράσεις που μου έμειναν αφού παρακολούθησα την ταινία ήταν ότι «η απώλεια της μνήμης μπορεί να είναι ένα είδος ευλογίας», επειδή κάνει τη ζωή αυτού που ξεχνά, αλλά και των γύρω του πιο εύκολη. Βλέπετε τη μνήμη ως βάρος ή ως στήριγμα;

Υπάρχει μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση στον πυρήνα της ταινίας και νομίζω ότι αντανακλά μια ένταση με την οποία ζουν πολλοί Παλαιστίνιοι. Το ερώτημα είναι: πόσο κρατιόμαστε από το παρελθόν ώστε να θυμόμαστε τι είχαμε, να συνεχίζουμε τον αγώνα και να τον περνάμε στις επόμενες γενιές;
Και, ταυτόχρονα, πόσο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αποδεχτεί ό,τι έχει συμβεί, ώστε να μπορέσουμε να ζήσουμε στο παρόν και να κινηθούμε προς το μέλλον;
Αυτή η ένταση βρίσκεται στην καρδιά της ταινίας. Υπάρχει σε κάθε παλαιστινιακή οικογένεια, σε κάθε Παλαιστίνιο. Είναι μέρος της διαπραγμάτευσης της ταυτότητάς μας. Ήθελα να την αποτυπώσω μέσα από διαφορετικές γενιές και διαφορετικούς χαρακτήρες, που, με έναν τρόπο, ενσαρκώνουν αυτές τις αντίρροπες δυνάμεις και ιδιαίτερα τον πόνο που μπορεί να προκαλεί η προσκόλληση στο παρελθόν.

Η ιστορία της Νάκμπα… ήταν ουσιώδες να ειπωθεί, γιατί, με πολλούς τρόπους, είναι η δική μας ιστορία καταγωγής. Σηματοδοτεί την αρχή της παλαιστινιακής αποστέρησης. Είναι ένα συλλογικό τραύμα, μια βαθιά ρήξη, οι συνέπειες της οποίας δεν έχουν τελειώσει ποτέ πραγματικά… Ο παλαιστινιακός πόνος έχει κανονικοποιηθεί

Μια άλλη φράση που ακούγεται στην ταινία λέει: «Η ανθρωπιά είναι μια μορφή αντίστασης». Πώς η συμπόνια και η αγάπη μετατρέπονται σε πολιτικές πράξεις σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται από τη βία και την καταπίεση;

Κατά την άποψή μου, τα συστήματα καταπίεσης προσπαθούν διαρκώς να μας απογυμνώσουν από την ανθρωπιά μας. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους το κάνουν είναι γεμίζοντάς μας οργή και μίσος Φυσικά, πρέπει να νιώθουμε αυτό που νιώθουμε, που είναι πολύ συχνά οργή απέναντι σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Όμως, αν παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση, τότε αρχίζουμε να κάνουμε τη δουλειά του καταπιεστή για λογαριασμό του, καταστρέφοντας αργά τον εαυτό μας. Η οργή και το μίσος είναι τοξικά· μας σκοτώνουν αργά.

Αυτό που ήθελα να κάνω με την ταινία ήταν να τιμήσω την παλαιστινιακή ανθρωπιά,  να τιμήσω εκείνους τους Παλαιστινίους που εξακολουθούν να την επιλέγουν παρότι ο κόσμος σπάνια το βλέπει αυτό. Επιτρέπουν στον εαυτό τους να νιώσει τον πόνο, να τον ξεπεράσει και να κρατήσει όσο μπορεί τη χαρά, την αγάπη και την αξιοπρέπειά του.
Για μένα, αυτό είναι το μάθημα: πώς να παραμένεις άνθρωπος σε εξαιρετικά δύσκολους καιρούς. Και, με έναν τρόπο, ίσως αυτό να είναι κάπως ευκολότερο για όσους από εμάς ζούμε με κάποια προνόμια, μακριά από εμπόλεμες ζώνες ή υπό κατοχή.

Στη Σκιά της πορτοκαλιάς, η μητέρα που δωρίζει τα όργανα του νεκρού γιου της ενώ γνωρίζει ότι μπορεί να πάνε «στην άλλη πλευρά» είναι μια βαθιά συγκινητική μορφή. Ο χαρακτήρας αυτός γεννήθηκε από γυναίκες που έχετε γνωρίσει;

Προήλθε από πολλούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, από Παλαιστινίους των οποίων οι ιστορίες ανθρωπιάς μέσα στον τρόμο έμειναν μέσα μου. Οι καθημερινοί άνθρωποι που συνάντησα στα ταξίδια μου στην Παλαιστίνη υπήρξαν μια βαθιά πηγή έμπνευσης, και ανάμεσά τους υπήρχαν τόσο γυναίκες όσο και άντρες.
Γνώρισα ανθρώπους που είχαν υποστεί φυλάκιση, βασανιστήρια και χρόνια διοικητικής κράτησης χωρίς κατηγορίες, και που βγήκαν από αυτή την εμπειρία κουβαλώντας τεράστια οργή, αλλά και τη συνείδηση ότι, αν έμεναν μέσα σε αυτή την οργή, θα τους κατέστρεφε. Έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να επεξεργαστούν όσα είχαν ζήσει.
Αυτές οι ιστορίες υπήρξαν καθοριστικές για τη δημιουργία αυτού του χαρακτήρα. Επέλεξα να είναι γυναίκα, γιατί σε τόσους πολλούς πολιτισμούς οι γυναίκες είναι οι αφηγήτριες και οι θεραπεύτριες. Σε συνθήκες πολέμου και κατοχής, οι άντρες είναι συχνά εκείνοι που στοχοποιούνται και συντρίβονται πιο βίαια, και οι γυναίκες είναι εκείνες που καλούνται να κρατήσουν όρθια την οικογένεια και να θεραπεύσουν ό,τι έχει ραγίσει.
Ήθελα να τιμήσω αυτόν τον ρόλο δίνοντάς της μια γειωμένη, πνευματική οπτική, κάτι που αντανακλά αυτό που έχω δει πολλές φορές στους Παλαιστινίους: μια εξαιρετική χάρη που ριζώνει στην πίστη, στην αίσθηση ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από αυτό το μαρτύριο. Και επειδή η ταινία ακολουθεί τρεις γενιές αντρών, ένιωσα ότι ήταν σημαντικό να υπάρχει επίσης στο κέντρο της και η φωνή μιας δυνατής γυναίκας.

Σε αυτή τη συγκυρία, όπου βλέπουμε την άνοδο του φασισμού, πιστεύω πράγματι ότι υπάρχει δύναμη μέσα σε αυτή τη συσπείρωση. Αυτή η αίσθηση συλλογικής ισχύος είναι που εξακολουθεί να μου δίνει ελπίδα.

Οι γυναίκες είναι ισχυρές παρουσίες τόσο στις ελληνικές όσο και στις παλαιστινιακές οικογένειες. Έχετε επίσης μιλήσει για τη θεραπεία του τραύματος και για την πίστη ότι η αποδοχή του τραύματος είναι το σημείο απ’ όπου αρχίζει η ίαση. Τι είδους  αφύπνιση θέλατε να προξενήσετε με την ταινία σας σε θεατές με πολύ διαφορετικά βιώματα, ακόμη και σε εκείνους που μπορεί να στέκονται απέναντί της με επιφύλαξη;

Η ιστορία της Νάκμπα (σ.σ. η 15η Μαΐου, ημέρα εκτοπισμού περισσότερων από 700.000 ανθρώπων στη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948 που είχε σαν αποτέλεσμα την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ), δεν έχει ειπωθεί πραγματικά στον κινηματογράφο σε μια μεγάλη παγκόσμια σκηνή, και ένιωσα ότι ήταν ουσιώδες να ειπωθεί, γιατί, με πολλούς τρόπους, είναι η δική μας ιστορία καταγωγής. Σηματοδοτεί την αρχή της παλαιστινιακής αποστέρησης. Είναι ένα συλλογικό τραύμα, μια βαθιά ρήξη, οι συνέπειες της οποίας δεν έχουν τελειώσει ποτέ πραγματικά.
Ήθελα ο κόσμος να αναγνωρίσει αυτή την αρχική πληγή, αλλά και το γεγονός ότι η Νάκμπα συνεχίζεται, ότι εξακολουθεί να εκτυλίσσεται στο παρόν. Ο παλαιστινιακός πόνος έχει κανονικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Παλαιστίνιοι συχνά να μην αντιμετωπίζονται πια ως άνθρωποι. Το ότι υποφέρουν εκλαμβάνεται σχεδόν ως κάτι συνηθισμένο, κάτι αναμενόμενο.
Αυτό που ήθελα ήταν να αναγνωρίσει ο κόσμος τι έχει γίνει, και τι εξακολουθεί να γίνεται, σε έναν ολόκληρο πληθυσμό μέσα στις γενιές — και το τραύμα που αυτό δημιουργεί και στη συνέχεια μεταβιβάζει.
Γι’ αυτό και η τελευταία σκηνή έχει για μένα τόσο μεγάλη σημασία. Ακόμη κι αφού αυτή η οικογένεια δείχνει εξαιρετική γενναιοδωρία και ανθρωπιά, ο Ισραηλινός άντρας δεν μπορεί και πάλι να τους δει πραγματικά. Αρνείται να τους δει. Και αυτό, για μένα, αγγίζει ένα από τα βαθύτερα προβλήματα του κόσμου: όταν αρνούμαστε να δούμε τον πόνο των άλλων ή τον πόνο που εμείς οι ίδιοι μπορεί να προκαλούμε, τότε απλώς διαιωνίζουμε τη βία. Θέλω ο θεατής να φεύγει από την ταινία αναρωτώμενος αν είναι πράγματι διατεθειμένος να δει τον πόνο ενός άλλου λαού.

Εκτός από τους παραγωγούς της ταινίας (ανάμεσα στους βασικούς ο Θανάσης Καραθάνος), έχετε επίσης τη στήριξη καλλιτεχνών όπως ο Javier Bardem και ο Mark Ruffalo, σε μια δύσκολη περίοδο για τους καλλιτέχνες που εκφράζουν ελεύθερά την άποψή τους, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Νιώθετε αισιοδοξία για τη διεθνή αλληλεγγύη ανάμεσα στους καλλιτέχνες;

Ναι, νιώθω αισιόδοξη. Νομίζω ότι ένα από τα πράγματα που μας έδειξαν τα τελευταία δυόμισι χρόνια γενοκτονίας είναι ότι οι άνθρωποι ξυπνούν. Υψώνουν τη φωνή τους και παίρνουν θέση για την Παλαιστίνη, αλλά και για κάθε καταπιεσμένο λαό.
Σε μια εποχή όπου η ελευθερία του λόγου και τα ανθρώπινα δικαιώματα δέχονται όλο και μεγαλύτερη επίθεση, οι καλλιτέχνες συνειδητοποιούν ότι χρειάζονται ο ένας τον άλλον. Άνθρωποι από διαφορετικά υπόβαθρα έρχονται κοντά, επειδή καταλαβαίνουν ότι αυτοί οι αγώνες συνδέονται μεταξύ τους.
Και σε αυτή τη συγκυρία, όπου βλέπουμε την άνοδο του φασισμού, πιστεύω πράγματι ότι υπάρχει δύναμη μέσα σε αυτή τη συσπείρωση. Αυτή η αίσθηση συλλογικής ισχύος είναι που εξακολουθεί να μου δίνει ελπίδα.

 

Advertisement - Continue Reading Below
Advertisement - Continue Reading Below