Τον περασμένο Αύγουστο η κόρη μου έκλεινε τα 18 και, όπως κάθε χρόνο, θα γιόρταζε τα γενέθλιά της στη Σκύρο, εκεί όπου περνούσαμε τις διακοπές από τότε που γεννήθηκε. Ηθελα πάντα να πηγαίνουμε στο ίδιο μέρος έτσι ώστε τα παιδιά να αποκτήσουν αναμνήσεις με σταθερό φόντο. Τα κατάφερα, μόνο που κάποια στιγμή αυτά τα καλοκαίρια δεν ήταν πια για μένα. Η σκλήρυνση κατά πλάκας προχωρούσε και ήρθε η ώρα που διάλεξα να μην ακολουθήσω στο νησί. Ωστόσο, για την ενηλικίωση της πρωτότοκής μου έπρεπε να αψηφήσω τις δυσκολίες και να πάρω το αεροπλάνο για να είμαι εκεί να την καμαρώσω.
Το αεροδρόμιο της Αθήνας με κάνει πάντα να νιώθω ασφαλής γιατί οι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα εξυπηρετούνται από το high loader που κάνει την ανύψωση μέχρι την πόρτα του αεροσκάφους. Οχι όμως στο αεροδρόμιο της Σκύρου. Και γιατί άλλωστε να έχουν high loader; Ποιος ανάπηρος θα πάει στο νησί; Θυμάμαι ότι η αποβίβαση στην άφιξη ήταν αρκετά απλή, το πώς ξανανέβηκα όμως στο γυρισμό δεν θέλω να το θυμάμαι. Ούτε στο ξενοδοχείο με την πισίνα που είχα κλείσει είχαν δει ποτέ ανάπηρο. Κάθε μπάνγκαλοου είχε τέσσερα σκαλάκια στην είσοδο. Τα δρομάκια που συνέδεαν τα δωμάτια με το εστιατόριο και τη ρεσεψιόν είχαν και άλλα σκαλάκια. Αυτό σήμαινε ότι για να μπω και να βγω από το δωμάτιο και στη συνέχεια να κυκλοφορήσω με το σκούτερ χρειαζόμουν δύο-τρεις ανθρώπους για βοήθεια. Οπότε φρόντιζα να βγαίνω μόνο μία φορά το πρωί παίρνοντας τα απαραίτητα για όλη την ημέρα και να επιστρέφω μόνο μία φορά το βράδυ για να κοιμηθώ. Στην πισίνα δεν υπήρχε τρόπος να μπω, ούτε και στη θάλασσα. Το highlight της ημέρας μου ήταν μια κοντινή ταβέρνα με ράμπα όπου περνούσα ατελείωτες ώρες σε ένα τραπέζι από το οποίο παρήλαυναν συγγενείς και φίλοι, έτρωγαν κάτι και μετά συνέχιζαν το μπάνιο τους. Εμαθα όλο τον κατάλογο απέξω, ακόμα και τα πιάτα ημέρας. Οσο για το πώς έφτασα στην καρδιά του παραδοσιακού οικισμού με τα σοκάκια και τις σκαλίτσες όπου έσβησε η κόρη μου την τούρτα της, θα είμαι για πάντα ευγνώμων στους Σκυριανούς άνδρες με τα στιβαρά μπράτσα.
Στη Σκύρο έχω περάσει τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου. Και τα χειρότερα. Θυμάμαι ονειρεμένες διακοπές με τα παιδιά μου στην παραλία από το πρωί μέχρι το βράδυ, φεγγαράδες πάνω στην άμμο, κρέπες στην πλατεία της Χώρας και αστακομακαρονάδες στα καΐκια. Θυμάμαι όμως και ημέρες που τις περνούσα καθισμένη στη βεράντα του δωματίου παραγγέλνοντας σουβλάκια όταν δεν μπορούσα να μετακινηθώ και βλέποντας σειρές στο λάπτοπ όταν οι άλλοι διασκέδαζαν στα μπιτς μπαρ. Η διαφορά ανάμεσα στις πρώτες και τις δεύτερες είναι η κινητικότητά μου, που μοιάζει να γλιστράει στον κατήφορο. Μαζί της παίρνει την ελευθερία μου, την αυτονομία, όλα όσα θέλω να κάνω για ή μαζί με τα παιδιά μου και, κυρίως, τις διακοπές μας.
Ενώ όλον τον υπόλοιπο χρόνο βρίσκω τρόπους όχι μόνο να διατηρώ αλλά και να εμπλουτίζω τις δραστηριότητές μου, τα καλοκαίρια στην Ελλάδα είναι ο εφιάλτης. Πώς θα φτάσω εκεί που θέλω να πάω, πού θα μείνω, πού θα παρκάρω, πώς θα κυκλοφορώ με το σκούτερ, πού θα κάνω μπάνιο, πώς θα μπαίνω στη θάλασσα, αν το εστιατόριο έχει σκάλες, αν έχει τουαλέτες στο ίδιο επίπεδο και όχι στο υπόγειο.
Οι ερωτήσεις είναι πολλές, βασανιστικές και οι απαντήσεις συνήθως απογοητευτικές γιατί για οποιαδήποτε μετακίνηση στο νησί, ακόμα και την πιο απλή, πρέπει να γίνομαι βάρος σε αυτόν που έχει έρθει διακοπές μαζί μου. Μόνο που εκείνος δικαιούται να ξεκουραστεί, όχι να ζει το θρίλερ μου. Οπότε, καθώς είχαν μεγαλώσει τα παιδιά τόσο ώστε να μη με χρειάζονται, η πιο σοφή απόφαση ήταν να μείνω στο σπίτι με τις γάτες.

Δεν φταίω εγώ που δεν μπορώ να πάω διακοπές. Ομως δεν είμαι και σίγουρη ποιος ακριβώς φταίει.
Υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που αντιμετωπίζει την προσβασιμότητα ως χάρη και όχι ως προϋπόθεση. Ο κόσμος μας δεν είναι σχεδιασμένος για να συμπεριλαμβάνει και τους ανθρώπους που κινούνται με διαφορετικό τρόπο.
Τις δυσκολίες τις ξέρουμε, τις ζούμε στην καθημερινότητά μας. Δεν θα καταλάβω ποτέ πώς γίνεται στο Κολωνάκι, στη Μιχαλακοπούλου, στην Κυψέλη, οπουδήποτε στην Αθήνα, τα πεζοδρόμια να μην έχουν ράμπες στις γωνίες. Δεν είναι όμως μόνο θέμα των δημόσιων υποδομών. Οι ιδιώτες είναι ακόμα πιο αδιάφοροι. Τα καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, εκτός από τα εμπορικά κέντρα, έχουν τουλάχιστον ένα σκαλί στην είσοδο. Τα εστιατόρια, εκτός από αυτά των ξενοδοχείων και κάνα δυο ακόμα, δεν διαθέτουν τουαλέτες με στηρίγματα. Από τη στιγμή λοιπόν που στην πρωτεύουσα καταδικάζουν τους ανάπηρους σε εγκλεισμό, γιατί να τους προϋπαντήσουν στην επαρχία; Διακοπές στον Καιάδα για αυτούς που δεν ακούν, δεν βλέπουν, δεν είναι αρτιμελείς, αυτούς που παλεύουν με χρόνια νοσήματα, με καρκίνο, με εγχειρήσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι εγώ και άλλοι άνθρωποι δυσκολευόμαστε. Το πρόβλημα είναι ότι ολόκληρη η ιδέα των ελληνικών διακοπών έχει χτιστεί πάνω στο αξίωμα ότι όλοι περπατούν, ανεβαίνουν, κουβαλούν, αντέχουν. Τα «μπάνια του λαού» δεν είναι δικαίωμα για όλους, αλλά προνόμιο για αυτούς που μπορούν. Γι’ αυτό η ερώτηση «πού θα πάτε διακοπές;», ακόμη κι αν γίνεται μέσα στο ασανσέρ, είναι άβολη για πολλούς, αλλά κυρίως για τις γυναίκες. Μπορεί να έχουν παιδιά με ειδικές ανάγκες. Ισως να μένουν πίσω για να φροντίζουν τους ηλικιωμένους ή άρρωστους γονείς τους, καθήκον που βαραίνει συνήθως τις κόρες. Ή ο σύντροφός τους να χρειάζεται φροντίδα.
Οποιος κι αν έχει ανάγκη από υποστήριξη, οι γυναίκες είναι αυτές που θα επωμιστούν το έργο και θα αφήσουν και τη δουλειά τους και τις διακοπές τους προκειμένου να φανούν συνεπείς. Αυτή είναι μία μοίρα που αφορά κυρίως το φύλο μας. Αν ήταν ένας άνδρας στη θέση μου, αντί να σταματήσει εκείνος να ακολουθεί την οικογένεια στο νησί, θα σταματούσε η οικογένεια να πηγαίνει στο νησί ή θα το αντικαταστούσε με ένα πιο προσβάσιμο πρότζεκτ. Μία γυναίκα όμως, και ακόμη περισσότερο μία μητέρα, δεν θα βάλει ποτέ τον εαυτό της πάνω από τη διασκέδαση και την άνεση της οικογένειας.
Ακόμα κι όταν είναι οικονομικοί οι λόγοι που κρατούν έναν άνθρωπο στην πόλη, αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε μία γυναίκα. Το φύλο μας αμείβεται σταθερά και αποδεδειγμένα λιγότερο ενώ είναι πιθανότερο να οδηγηθεί σε ελεύθερες σχέσεις εργασίας οι οποίες αφήνουν πολύτιμο χρόνο στις μητέρες, έχουν όμως χαμηλότερες και πιο αβέβαιες αμοιβές. Το αποτέλεσμα είναι οι γυναίκες να κερδίζουν τα 3/4 των χρημάτων που βγάζουν οι άνδρες, σύμφωνα με το World Economic Forum. Πολλές είναι και εκείνες, και μάλιστα περισσότερες από τους άνδρες, οι οποίες δεν μπορούν να πάνε διακοπές επειδή εργάζονται για να κάνουν όλοι οι άλλοι διακοπές. Σύμφωνα με τη Eurostat, σχεδόν 6 στους 10 υπαλλήλους των εποχικών τουριστικών επαγγελμάτων είναι γυναίκες. Το καλοκαίρι, το οποίο διαρκώς προβάλλεται ως ελευθερία και ξεκούραση, για πολλές από εμάς είναι η υπενθύμιση όλων όσα δεν μπορούμε να κάνουμε.
Το κεφάλαιο αυτών που αναγκάζομαι να αποχαιρετώ καθώς εξελίσσεται η νόσος δεν θέλω να το αγγίζω. Για να μην τα σκέφτομαι και να μην πονάω, τα στέλνω στο πίσω μέρος του μυαλού μου και βάζω στη θέση τους καινούριες συγκινήσεις. Ξεκινάω νέες δουλειές, νέες συνεργασίες που με ενθουσιάζουν με τη χαρά της δημιουργίας. Με το iPad μπορώ να γράφω ιστορίες σε όλα τα περιοδικά του κόσμου χωρίς να μετακινούμαι. Μαθαίνω τουρκικά που πάντα ήθελα, αν και η πρόοδός μου είναι θλιβερή. Ισως να μην είμαι κατάλληλη για τα ελληνικά νησιά, μπορώ όμως να γυρίσω τον κόσμο χωρίς να αγγαρεύω κανέναν για βοήθεια. Εχω μια μακριά λίστα στον κουβά μου και σβήνω έναν-έναν τους προορισμούς που μου έχουν γίνει έμμονες ιδέες. Το χειμώνα πήγα στην Ινδία, την άνοιξη στην Αίγυπτο και τον Αύγουστο θα ταξιδέψω στη Βόρεια Ευρώπη για τις λευκές νύχτες. Εντάξει, το ελληνικό καλοκαίρι βρίσκεται πάντα στα όνειρά μου. Είναι σαν εκείνα τα όνειρα στα οποία βλέπω ότι τρέχω. Και μετά ξυπνάω.
Illustration: @lola_cultura



